Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

ΑΘΕΙΑ: ΤΟ "ΚΑΥΧΗΜΑ" ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ-ΕΝΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



Αξίζει να το διαβάσετε (αριστερά ο συγγραφέας-ζωγράφος/αγιογράφος, δεξιά ένα από τα έργα του, που αναπαριστά τον Αθανάσιο Διάκο).

Νυξ αφεγγής τοις απίστοις, Χριστέ, τοις δε πιστοίς φωτισμός.

Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει (και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος),γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, κι' ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, κι' ας είναι γελοίος, επίσημος κι' ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι' ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι' ας είναι κουφιοκέφαλος.

Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει. Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας. Γι' αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι' εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον». Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι' αυτό καμμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλείστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε τ' αχόρταγο λογικό σας!».

Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι' από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα. Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, κι' αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου. Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι' αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι' από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τα' ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα. Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν». Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από κείνον τον μυστικόν κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι' αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μονάχα αυτός, για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός, και τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος: Λαλούμε, λέγει, τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο, και που είναι κρυμμένη, τη σοφία που την προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας, και που δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλ. τους σοφούς της κοσμικής σοφίας), και που ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε μάτι, και που δεν τ' άκουσε αυτί, και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούνε. Αλλά σε μας τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα του το άγιο. Επειδή, το άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, και τα βάθη του Θεού.

Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μονάχα το Πνεύμα του Θεού. Κι' εμείς δεν επήραμε το πνεύμα του κόσμου (δηλ. τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε μας ο Θεός. Κι' αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με τα λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικόν τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει την σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες, και δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως ανακρίνεται πνευματικά. Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν δεν ανακρίνεται».

Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σαν στενόμυαλος κι' ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για "βλαμμένος" από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να τα καταφέρνει στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Για τούτο, χρειάζεται να έχει θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.

Ενώ εκείνον που καυχιέται πως δεν πιστεύει σε τίποτα, α') Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση και ο σεβασμός που φανερώνει ο έξυπνος και σοβαρός κόσμος στο πρόσωπό του. Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαρειά λόγια, αράθυμος κι' απότομος, «θετικός άνθρωπος», « γερό μυαλό». β') Όλα του έρχουνται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: Εδώ κάτω, λέγει, είναι η Κόλαση κι' ο Παράδεισος. Η ζωή είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοι. Οι κοιμισμένοι κι' οι αφιονισμένοι ας πεθάνουνε».

Εξ άλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχα κουμπί, κι' όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά, «οι λίθοι άρτοι».

Λέγει λοιπόν ο έξυπνος : «Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γρηές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγρηες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;».

Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.

Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ' έναν λόγο, η απιστία είναι «η πλατεία πύλη και ευρύχωρος οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την απώλειαν», όπως είπε ο Χριστός, αλλά «εις την επί γης ευδαιμονίαν». Ενώ η πίστη είναι «η στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την ζωήν», αλλά «εις την επί γης δυστυχίαν και περιφρόνησιν». «Πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι διά της πλατείας πύλης» κατά τον λόγο του Κυρίου, « και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες την στενήν πύλην».

Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι' αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή».

Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.

Πριν καιρό έγραψα με συντομία πέντε- έξη άρθρα για τα θαύματα που γίνουνται σ' ένα χωριό της Μυτιλήνης, με τον τίτλο «Φρικτά μυστήρια». Πολλοί αναγνώστες συγκινηθήκανε στο έπακρο, ιδίως οι ταπεινοί κι' αγράμματοι άνθρωποι, «τα μωρά του κόσμου και τα εξουθενημένα». Οι έξυπνοι όμως κι' οι τετραπέρατοι δεν δώσανε σημασία, και κάποιοι απ' αυτούς με περιγελάσανε και μου γράψανε πως λέγω ανοησίες.

Αλλά, «Θεός ου μυκτηρίζεται». Από τότε ως τα σήμερα τα θαύματα δεν πάψανε, κι ολοένα γίνουνται πυκνότερα και τρομαχτικώτερα. Οι άνθρωποι που τα βλέπουνε μου τα γράφουνε με όλα τα καθέκαστα, κι απ' αυτά κάνω ένα βιβλίο που θα είναι σαν πυρωμένο σίδερο για τις άπιστες γλώσσες (Πρόκειται για το βιβλίο «Σημείον μέγα» που εξέδωσε ο « Αστήρ»). Αυτόν τον καιρόν γίνουνται ανασκαφές, για να βρεθεί η αρχαία εκκλησία με τα λείψανα εκείνων που φανερώνονται ολοζώντανοι μπροστά στους απλούς ανθρώπους, στον ύπνο και στον ξύπνο τους, καθώς κι εικόνες και τα' άλλα κειμήλια. Θα είχανε βρεθεί όλα, και θα ξεσκεπαζότανε γρήγορα ολότελα αυτός ο φοβερός κρατήρας, που θα σάρωνε τους άπιστους με την αγιασμένη λάβα του, αν υπήρχανε περισσότερα μέσα στα χέρια των φτωχών ανθρώπων που σκάβουνε με μια πίστη που είναι σαν φωτιά.

Μα, όπως και να είναι, με τη χάρη του Θεού «την τ' ασθενή θεραπεύουσαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν», θα βγάλουνε σε καλό τέλος το βλογημένο αυτό έργο, και θα θριαμβέψει η ακατάλυτη πίστη μας, και θα ακουστεί ως τα πέρατα του άπιστου κόσμου η βροντερή φωνή: «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος!».


Εκ του περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία"Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη".
ελλας-ορθοδοξια

Ο πολιτικός Καποδίστριας, μάρτυρας της Ρωμηοσύνης




Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

1. Η αποστολή του Κυβερνήτου ως άρσις Σταυρού
Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων ψήφισε τον Καποδίστρια πρώτο Κυβερνήτη της ελευθέρας μικράς Ελλάδος.
Και εκείνος, έχοντας συνείδηση –ως διπλωμάτης καριέρας– της περιπέτειας, στην οποία εκούσια στρατευόταν, έγραφε στον πιστό φίλο του Εϋνάρδο: «Είμαι αποφασισμένος να άρω τον ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μου σταυρόν»1. Με προφητική ενόραση διέβλεπε, ότι η ανάληψη της αποστολής του Κυβερνήτου της Ελλάδος, δεν ήταν παρά μαρτυρική πορεία και θυσία. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί την πρόσκληση της Πατρίδος. Την συγκατανευσή του έβλεπε ως «οφειλήν εις ιεράν υπόθεσίν» της2. Το μέγεθος όμως της θυσίας του ήταν εις θέση να εκτιμήσουν οι άλλοι. Έτσι, ο αυστριακός διπλωμάτης και ιστορικός Πρόκες Όστεν σημειώνει στην ιστορία του, ότι, όπως ήταν τότε η Ελλάδα, πιθανώτερο ήταν να στηρίξει ο Καποδίστριας την Ελλάδα, παρά η Ελλάδα τον Καποδίστρια3. Και πράγματι, ο Καποδίστριας αποτελεί μοναδική περίπτωση –ίσως όχι μόνο στην Ελληνική ιστορία– πολιτικού, που αρνήθηκε κάθε «χρηματικήν χορηγίαν», δια να μη επιβαρύνει το δημόσιο Ταμείο4. Δεν ζήτησε, ούτε πήρε τίποτε από την Πατρίδα, αλλά έδωσε τα πάντα στην Πατρίδα!

Το έθνος προσέβλεψε με εμπιστοσύνη στον μεγάλο αυτόν Έλληνα πολιτικό, γνωστό ήδη στην Ευρώπη και τον κόσμο, και στήριξε σ’ αυτόν τις ελπίδες του. Υπακούοντας στο κέλευσμα του άλλου μάρτυρα της ελευθερίας μας Ρήγα Βελεστινλή: «και της Πατρίδος, ένας να γένη αρχηγός», δεν στράφηκε σε κανένα ξένο, ούτε καν ζήτησε Ευρωπαίο βασιλέα, αλλά εφάρμοσε το γραφικό: «Εκ των αδελφών σου καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα, ου δυνήση καταστήσαι από σεαυτόν άνθρωπον αλλότριον ότι ουκ αδελφός σου έστιν» (Δευτ. 17, 15). Ως εκλεκτός του Έθνους ήλθε να κυβερνήσει ο Καποδίστριας, δια να μεταβάλει το χάος, που επικρατούσε στην Ελλάδα, σε τάξη, δημιουργώντας από αυτό κράτος σύγχρονο και βιώσιμο. Κατανοώντας δε την εκλογή του, ως του «ενός ανδρός αρχήν», θέλησε μεν να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες της εξουσίες, αλλά, κατά τη δική μας τουλάχιστον εκτίμηση, όχι λόγω των απολυταρχικών φρονημάτων του –διότι ήταν φύση δημοκρατική και λαϊκή–αλλά για να μπορέσει να πραγματώσει τους στόχους του, που ήταν η σύγκραση των συγχρόνων Ευρωπαϊκών πολιτειολογικών δεδομένων με την παράδοση του Γένους, την ελληνορθοδοξία. Ο Καποδίστριας ήθελε σύγχρονο κρατικό μηχανισμό, αλλά μέσα στο σκεύος της ρωμαίικης παραδόσεως. Έτσι δεν άργησε να έλθει σε σύγκρουση με τις δυνάμεις εκείνες, εγχώριες και ξένες, που επεδίωκαν τον εξευρωπαϊσμό της μικρής Ελλάδος, την αποσύνδεσή της, δηλαδή, από τον κορμό της υπόλοιπης ρωμηοσύνης, που εκφραζόταν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Εθναρχία, και την πολιτική και πολιτιστική σύνδεσή της με την υπόλοιπη Ευρώπη, για να δεθεί τελικά στο άρμα της Δυτικής διπλωματίας.

2. Η Ρωμαίικη γραμμή πλεύσεώς του ενοχλεί
Ο Καποδίστριας, ως πολιτικός σπουδασμένος στη Δύση (Πάντοβα), ασκημένος στα Δυτικά ανακτοβούλια, και συνεπώς Ευρωπαίος, έγινε δεκτός αρχικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις, μολονότι συγκρατημένα από μερικές, όπως η Αγγλία. Παρακολουθούσαν όμως την εκδίπλωση του προγράμματος του, για να διαπιστώσουν τους άδηλους στόχους του. Όταν, έτσι, διαπιστώθηκε ρωμαίικη –ελληνορθόδοξη δηλαδή– γραμμή πλεύσεώς του, επιστρατεύθηκαν όλα τα διατιθέμενα από τη διπλωματία μέσα για την εξόντωσή του. Η Αγγλία, κυρίως, οργάνωσε μυστική εκστρατεία εναντίον του, χρησιμοποιώντας τα εντός της Ελλάδος όργανά της. Τα αρχεία του Foreign Office και του Colonial Office (στο Kew Gardens του Λονδίνου) προσφέρουν πληθώρα στοιχείων, που αποκαλύπτουν την κίνηση των νημάτων της αντικαποδιστριακής δημαγωγίας από τα Αγγλοκρατούμενα Επτάνησα5.
Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο ενοχλητικός γινόταν ο Καποδίστριας για την φράγκικη και μόνιμα αντιστρατευόμενη την Ορθοδοξία Ευρώπη. Θρεμμένος με τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις της Κυπρίας μητέρας του (Αδαμαντίας), ήταν δεμένος με την Ορθοδοξία και το εκκλησιαστικό σώμα, βλέποντάς το ως κιβωτό σύνολης της ζωής και, συνεπώς, ως «περιέχον» και την πνευματική και την πολιτική ζωή του Έθνους/Γένους. Το γεγονός μάλιστα, ότι δυο από τις αδελφές του έγιναν ορθόδοξες μοναχές, τί άλλο φανερώνει από την εκκλησιαστικότητα της οικογενείας του; Έτσι, και αν ακόμη κατά την παραμονή του στην Ευρώπη, ως ευφυής και ικανός διπλωμάτης, κατόρθωνε να συγκαλύπτει το αληθινό φρόνημά του, όταν ανέλαβε τα ηνία της ανοργάνωτης ελληνικής πολιτείας, δεν είχε λόγο να αποκρύψει τους αληθινούς στόχους του. Ήδη η πρώτη προκήρυξή του προς τον ελληνικό λαό άρχιζε με τη φράση: «Εάν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών».
Ήταν γνωστή, άλλωστε, η αντίθεση του Καποδίστρια προς την Γαλλική Επανάσταση (1789) και κυρίως τις αντιθρησκευτικές αρχές της. Και αυτό δεν φαίνεται να το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν όλοι εκείνοι που επιμένουν, ότι υπήρξε «τέκτων κανονικός»6, χωρίς βέβαια επάρκεια στοιχείων, λησμονώντας, ότι ως διπλωμάτης ο Καποδίστριας συναναστρεφόταν τους πάντας, αλλά δεν έπαυσε ποτέ να ανήκει ολόκληρος στην Ορθοδοξία, η οποία διεκδικεί «μοναδικότητα» και «αποκλειστικότητα» στη συνείδηση και ζωή του ανθρώπου. Όπως επίσης δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν και η αρνητική στάση του απέναντι στη Μασονία και κάθε μυστική οργάνωση κατά τη διάρκεια της ασκήσεως της εξουσίας του7. Ο Καποδίστριας έβλεπε ζυμωμένη την ύπαρξη του Έθνους με την Ορθοδοξία, την ζωτική πνοή και αναστάσιμη δύναμή του: «Η χριστιανική θρησκεία (ως Ορθοδοξία), έλεγε, «εσυντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρχαίας ενδόξους αναμνήσεις και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα»8.

3. Το εκκλησιαστικό φρόνημα στην πολιτική του Καποδίστρια
Το εκκλησιαστικό φρόνημα του υπαγόρευσε και σύνολη την πολιτική του. Και αυτό φαίνεται κατά εξοχήν στην εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική του. Ακολουθώντας την παράδοση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, θεωρούσε και αυτός την παιδεία αχώριστη από την εκκλησιαστική ζωή και απέκρουε την μονομερή ανάπτυξη του πνεύματος χωρίς την χριστιανική διάπλαση της καρδίας. «Τα άθεα γράμματα» ήταν και για τον Καποδίστρια –όπως και για τους λαϊκούς διδάχους του ΙΘ΄ αιώνος– Φλαμιάτο και Παπουλάκο, αναίρεση της ελληνορθόδοξου παραδόσεως και, συνεπώς, δεν είχαν θέση στην ζωή του ελληνικού έθνους. Μία από τις βασικότερες εναντίον του κατηγορίες, που διετύπωναν οι προτεστάντες Μισσιονάριοι, οι οποίοι επέπεσαν στην Ελλάδα αμέσως μετά την Επανάσταση για την εκφράγκευσή της– ήταν ότι τα σχολεία του Καποδίστρια είχαν μοναστηριακή οργάνωση και συνεδύαζαν καθημερινά παιδεία και λατρεία, προσφέροντας ως αναγνώσματα στην τράπεζα Βίους Αγίων!
Την μόνιμη δυσπιστία απέναντί του όλων των Δυτικών –που από το πρόσχημα του φιλελληνισμού εργάζονταν για την αποορθοδοξοποίηση και εκφράγκευση των Ελλήνων– δείχνει ένα γράμμα του Korck (επί Βαυαρών θα αναλάβει την διεύθυνση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος) στους δυτικούς προϊσταμένους του: «Ο Καποδίστριας έδωσε μεν στον Anderson την άδεια να ιδρύσει σχολεία, κάτι που ήταν για –όλους μία ευνοϊκή απόδειξη των φιλελευθέρων φρονημάτων του. Αλλά κατά την συζήτηση μας φάνηκε να κατέχεται από ανησυχία, ώστε να περιορίσει την άδεια που παραχωρούσε, με το να επιμένει έντονα στο να μη επιτραπεί να διδάσκεται τίποτε σ’ αυτά τα σχολεία χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως γνώση η Κυβέρνηση»9.
Ο ίδιος ο Korck μας πληροφορεί, ότι ο Καποδίστριας προέβαλλε συχνά αντιρρήσεις στην κυκλοφορία προτεσταντικών φυλλαδίων, που προσέβαλλαν τη θρησκευτική παράδοση του λαού10. Εξ άλλου, ο Καποδίστριας έγραφε στον αμερικανό μισσιονάριο Rufus Anderson, ότι «οι Έλληνες θα δέχονταν ευχαρίστως σχολεία και άλλα, βιβλία, εικόνες, και τέλος κάθε τι, που δεν θα τους αποσπούσε ή δεν θα υπονόμευε την πίστη τους στην Εκκλησία του Έθνους τους»11.
Επεδίωξε, μάλιστα, να λάβει δάνειο από την μεγάλη αμερικανική ιεραποστολική Εταιρεία A.B.C.F.M., που είχε καταρτίσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα,
«για να οργανώσει δικό του σύστημα εθνικής παιδείας». Η Εταιρεία, βέβαια, παρά την διατυμπανιζόμενο φιλελληνισμό της, απέρριψε την πρότασή του12, διότι σκοπός της ήταν να εισαγάγει τον Προτεσταντισμό στην Ελλάδα μέσω της παιδείας, όπως και έγινε άλλωστε. Ο Καποδίστριας, λόγω της εσωτερικής καταστάσεως και της διεθνούς θέσεως της Ελλάδος, ούτε να αποκρούσει τους δυτικούς μπορούσε, ούτε να αρνηθεί την προσφορά τους, λόγω της ελλείψεως, άλλωστε, μέσων. Προσπαθούσε όμως να τους κρατεί υπό τον έλεγχό του13. Στο αρχείο του συνεργάτου του, Ανδρέα Μουστοξύδη (στην Κέρκυρα), επισημάναμε πολλές αποδείξεις για αυτή την πολιτική και των δύο αυτών Κερκυραίων.

4. Παιδεία και Εκκλησία, συνέχεια του Έθνους
Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια έβαινε παράλληλα προς την ευρύτερη εκκλησιαστική πολιτική του14. Παιδεία και Εκκλησία ήταν τα βασικά ενδιαφέροντά
του, για την πνευματική συνέχεια του Έθνους, όπως και η δικαιοσύνη, για την εκσυγχρονισμένη οργάνωσή του. Φρόντισε για την ανακαίνιση των ερειπωμένων εκκλησιών, για την μόρφωση του Κλήρου, ιδρύοντας εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο15, σχεδίαζε δε ακόμη και την ίδρυση «Εκκλησιαστικής Ακαδημίας», και συνέστησε ειδικό Υπουργείο, την «Γραμματείαν των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας», που, όπως ο ίδιος εξηγούσε, «συνηνώθησαν δύο υπηρεσίαι αχώριστοι, και προς ένα συντρέχουσαι σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών μόρφωσιν, ήτις είναι η βάσις της κοινωνικής και πολιτικής του έθνους ανορθώσεως»16. Ο Καποδίστριας θεμελιώνει, έτσι, την συνύπαρξη «Παιδείας και Εκκλησίας» (όχι: Θρησκευμάτων), σε ένα Υπουργείο, για την παράλληλη πολιτική διακονία, δύο περιοχών, που παραδοσιακά συνδέονται μεταξύ τους αδιάρρηκτα στη ζωή του Γένους. Είναι χαρακτηριστικό για την διακρίβωση της νοοτροπίας των, ότι ο Κοραής είχε προτείνει την σύνδεση Εκκλησίας και Αστυνομίας!
Ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια ως «του πρώτου και τελευταίου Κυβερνήτου, που αγάπησε και ενδιεφέρθη ειλικρινώς δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος»17 δεν είναι υπερβολή. Πιστεύοντας στην αναγεννητική αποστολή και δύναμη του Κλήρου, εργάσθηκε για την πνευματική άνοδο και την σχολική κατάρτισή του. Είναι ο μόνος πολιτικός μας, ο οποίος ενδιαφέρθηκε ειλικρινά για την αξιοποίηση, και όχι απλώς την «δήμευση» και απαλλοτρίωση, της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αξιοποίηση υπέρ της ιδίας της Εκκλησίας (μισθοδοσία του κλήρου και συντήρηση του Εκκλησιαστικού σχολείου). Αποπειράθηκε, επίσης, να καταπολεμήσει την υπάρχουσα αταξία του Εκκλησιαστικού βίου, τις καταχρήσεις ολίγων Κληρικών και να επιβάλει τον περιορισμό του Κλήρου στα εκκλησιαστικά έργα του, αλλά και την τήρηση Εκκλησιαστικών λογιστικών βιβλίων, χωρίς όμως, στο τελευταίο αυτό, επιτυχία.


5. Το Βαυαρικό Αυτοκέφαλο.
Η Ορθοδοξία το Μέλλον του Ελληνισμού και όχι η Ευρώπη.
Το σημαντικότερο όμως μέρος της Εκκλησιαστικής πολιτικής του, που συνιστούσε την μεγαλύτερη πρόκληση για τους δικούς μας Ευρωπαϊστές και τις Μεγάλες Δυνάμεις, ήταν η προσπάθειά του να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Ελλαδικής Εκκλησίας με την πνευματική της Μητέρα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ήταν ακόμη και Εθναρχικό του Ελληνισμού Κέντρο18. Με την έκρηξη της εθνεγερσίας, όπως ήταν φυσικό, διεκόπη η επικοινωνία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς όμως η διακοπή αυτή, καθ’ όλη την διάρκεια του Αγώνος, να λάβει τον χαρακτήρα πραξικοπηματικής ανεξαρτητοποιήσεως. Τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ούτε απορρίφθηκαν ποτέ, ούτε και λησμονήθηκαν. Αντίθετα η Γ΄ Εθνική Συνέλευση –αυτή που εξέλεξε και τον Καποδίστρια ως Κυβερνήτη– διεκήρυξε:
«Επειδή πάντες ημείς [...] ουκ εγνωρίσαμεν άλλην μητέρα, ειμή την Μεγάλην Εκκλησίαν, ούτε άλλον Κυριάρχην, ειμή τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, καθ’ α και ο μεγαλόφρων αυτής Πατριάρχης Γρηγόριος προ ολίγων χρόνων εθυσιάσθη υπέρ της Ιεράς ημών Πίστεως και υπέρ πατρίδος, δια τούτο ουκ εφείται ημίν αποσπασθήναι απ’ αυτής και αποσκιρτήσαι». Ο κύκλος όμως των Διαφωτιστών, με πρώτο τον Κοραή, ποτισμένος από το δυτικό πνεύμα και προσκολλημένος στην δυτική αρχή των εθνοτήτων και στις δυτικογενείς προκαταλήψεις για το Βυζάντιο και τη Ρωμηοσύνη, έγινε ο προπαγανδιστής της αυτονομήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Στο σημείο όμως αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι οι Έλληνες Ευρωπαΐζοντες ευθυγραμμίζονταν με την πολιτική την Μεγάλων Δυνάμεων για το νεότευκτο Ελληνικό Κράτος, αλλά και όλη την «καθ’ ημάς Ανατολή». Η πολιτική αυτή μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα: λύση του Ανατολικού ζητήματος με τη δημιουργία μικρών εθνικών βαλκανικών κρατών, σε μόνιμη σύγκρουση ή αντίθεση μεταξύ τους, για την εμπόδιση κοινού αγώνος εκ μέρους των προς ανασύσταση της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας/Βυζαντίου.
Ο διαμελισμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας συνδέθηκε με την δικαιοδοσιακή συρρίκνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τη δημιουργία εθνικών Εκκλησιών, και σ’ αυτό βοηθούσε η εξάπλωση του εθνικού και, κατά ουσίαν εθνικιστικού, πνεύματος στους λαούς της Βαλκανικής. Οι Έλληνες θα έχουμε το θλιβερό προνόμιο να ηγηθούμε το 1833 σε αυτήν την προσπάθεια αποσυνθέσεως της Ρωμαϊκής Εθναρχίας.
Ο Καποδίστριας γνώριζε καλά τα σχέδια αυτά. Ως ενσυνείδητα όμως Ρωμηός–Ορθόδοξος, γνώριζε, ότι υπήρχε κίνδυνος, η διακοπή του δογματικού και κανονικού δεσμού της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο να προκαλέσει κυριολεκτικά διάλυση του Ελληνισμού, ελευθέρου και αλυτρώτου. Εξ άλλου, ήταν και βαθύς γνώστης της σημασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον Ελληνισμό και την Ορθόδοξη οικουμένη, –όπως αποδεικνύει η σχετική αλληλογραφία του. Άλλωστε, ήδη το 1819, ευρισκόμενος στην Κέρκυρα, είχε εκδώσει επώνυμα Υπόμνημα, υποστηρίζοντας την αναβολή της επαναστάσεως και τη θεμελίωση της Φιλικής Εταιρείας «ουχί επί της αρχής της εθνότητος, αλλά από της ευρείας και ζώσης Ορθοδόξου Εκκλησίας»19. Τι άλλο δείχνει αυτό από την θέληση του Καποδίστρια να αναστηθεί «το ρωμαίικο», το οποίο συνεχιζόταν με την Εθναρχική υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Με την Ορθοδοξία και όχι την Ευρώπη συνέδεε ο Καποδίστριας το μέλλον του Ελληνισμού.
Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι ο Κυβερνήτης συνήψε αλληλογραφία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνστάντιο τον Α΄ (1830-1834), με σκοπό να ρυθμισθεί η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με την Μητέρα Εκκλησία μέσα στο πνεύμα της Ορθοδόξου παραδόσεως και της ιστορικοκανονικής τάξεως. Στη συνάφεια δε αυτή είναι ενδεικτική των προθέσεων και του φρονήματος του Καποδίστρια μία πολύτιμη μαρτυρία του Κ. Οικονόμου, που δημοσιεύσαμε ήδη20. Ο Οικονόμος, στενός φίλος του Ρέοντος και Πραστού και μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, από τον οποίο θα έλαβε ασφαλώς τις σχετικές πληροφορίες, αναφέρει, ότι ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Διονύσιο ειδική αποστολή στην Πόλη, για να διευθετηθεί το ταχύτερο το εκκλησιαστικό πρόβλημα της Ελλάδος, «ίνα μη, όπως έλεγε (ο Καποδίστριας), πέσει η υπόθεσις εις Φράγκων χείρας, και τότε εχάθημεν»! Μέσα στη φράση αυτή κλείνεται η προφητική πρόβλεψη του Καποδίστρια για το βαυαρικό αυτοκέφαλο και τις επιπτώσεις του στη ζωή του Έθνους μας, αλλά και στην όλη πορεία του Ελληνισμού.
Αυτό ακριβώς όμως δεν ήθελε η Ευρωπαϊκή πολιτική. Την ομαλοποίηση των σχέσεων της ελευθέρας Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την συνέχιση της ενότητος του Ρωμαίικου, που μπορούσε να οδηγήσει στην ανάσταση του Βυζαντίου/Ρωμανίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας. Ενώ ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος ετοιμαζόταν για την μετάβασή του στη Πατριαρχείο, οι δολοφονικές σφαίρες έκοβαν τη ζωή του Κυβερνήτη και ματαίωναν τους σκοπούς του. Οι δυνάμεις εκείνες, που τροφοδοτούσαν και κατηύθυναν την εναντίον του αντιπολίτευση, όπλισαν και τα χέρια των αφελών δολοφόνων του. Όπως, συνήθως, συμβαίνει στην ιστορική πορεία ημών των Ελλήνων, οι προσωπικές δυσαρέσκειες και αντιθέσεις, ενισχυόμενες από τις επιβουλές των ξένων, μεγιστοποιούν τις οποιεσδήποτε υπερβάσεις και αστοχίες, χάνοντας τη συνείδηση της καθολικότητας και του ουσιώδους και εν προκειμένω του μεγάλου έργου του Κυβερνήτη.

6. «Οι Έλληνες θα κατανοήσουν την θυσίαν μου»!
Το τραγικό στην περίπτωση του Καποδίστρια είναι, ότι, βέβαιος για τον εθνωφελή χαρακτήρα του επιτελουμένου έργου του, δεν πίστευε, ότι θα βρεθούν αδελφοί του Έλληνες, που θα θελήσουν να τα καταστρέψουν: «Οι Έλληνες γράφει, δεν θα φθάσουν ποτέ μέχρι του σημείου να με δολοφονήσουν. Θα σεβασθούν την λευκή κεφαλή μου [...]. άλλωστε είμαι αποφασισμένος να θυσιάσω την ζωήν μου δια την Ελλάδα και θα την θυσιάσω. Εάν οι Μαυρομιχαλαίοι θέλουν να με δολοφονήσουν, ας με δολοφονήσουν. Τόσον το χειρότερον δια αυτούς. Θα έλθη κάποτε η ημέρα, κατά την οποίαν οι Έλληνες θα εννοήσουν την σημασίαν της θυσίας μου»21.
Λόγια προφητικά, αλλά συνάμα και ενδεικτικά της ολοκληρωτικής αφοσιώσεως του ερημίτη πολιτικού στη διακονία της Πατρίδος και του Γένους. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 έφυγε από το ταπεινό Κυβερνείο του Ναυπλίου, για να λειτουργηθεί, όπως έκανε σε όλη τη ζωή του, ως πιστός ορθόδοξος. Το γεγονός, ότι τα φονικά βόλια τον βρήκαν λίγο μετά της 6.30 το πρωΐ, δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητο. Δεν ήταν ο πολιτικός των δοξολογιών και των πανηγύρεων. Ήταν ένας Ρωμηός, όπως όλος ο απλός και ευσεβής Λαός, για το καλό του οποίου ανάλωνε τη ζωή του. Και για αυτό μαζί με το λαό από τον Όρθρο συμμετείχε στη σύναξη του εκκλησιαστικού σώματος. Η δολοφονία του ανέκοψε την πορεία του Έθνους για την ολοκλήρωσή του μέσα στα όρια της Ελληνορθόδοξης παραδόσεώς του. Επηρέασε όμως δυσμενώς και την πορεία όλης της Ορθόδοξης Ανατολής, ανατρέποντας τα σχέδια για την Ρωμαίικη αποκατάστασή της.
Ο πιστός φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος μπόρεσε να συνειδητοποιήσει πολύ ενωρίς τη σημασία της δολοφονίας του αληθινού Πατέρα της Ελληνικής Πατρίδος: «Ο θάνατος του Κυβερνήτου –έγραφε– είναι συμφορά δια την Ελλάδα, είναι δυστύχημα δι’ όλην την Ευρώπην [...]. Το λέγω με διπλήν θλίψιν: ο κακούργος, όστις εδολοφόνησε τον κόμητα Καποδίστρια, εδολοφόνησε την πατρίδα του». Το είπαμε όμως παραπάνω: Το δολοφονικό χέρι κατευθυνόταν από τις δυνάμεις εκείνες, που ενήργησαν στη δολοφονία, ως ηθικοί αυτουργοί, πραγματοποιώντας έτσι τον σκοπό τους: την ανακοπή και ανατροπή ενός μεγάλου πατριωτικού έργου, που ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντά τους.


Σημ. Συντάξεως: Η αρίθμηση των ενοτήτων έγινε από τον συγγραφέα και οι τίτλοι τέθηκαν από εμάς, βάσει του περιεχομένου των ενοτήτων.
Υποσημειώσεις
1. Ι. Α. Καποδίστρια, Επιστολαί, Αθήναι, 1841, τομ. Α΄, σ. 102.
2. Στο ίδιο, σ. 135, 137 κ.ά.
3. Βλ. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Ο Καποδίστριας ως θρησκευτική προσωπικότης, περιοδ. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, αρ. 248, Δεκέμβριος 1976, σ. 3.
4. Ελ. Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο άνθρωπος – ο αγωνιστής, περιοδ. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 10.
5. Κατά την έρευνα, που κάμαμε εκεί, το καλοκαίρι του 1982, συγκεν¬τρώσαμε ένα αριθμό σχετικών εγγράφων, που έχουμε παρουσιάσει και παρου¬σιάζουμε σε διάφορες ευκαιρίες.
6. Βλ. Παν. Γ. Κρητικού, Ο Ιω. Καποδίστριας τέκτων κανονικός, Ο
Ερανιστής 3 (1965), σ. 124-144.
7. Ν. Ι. Φιλιπποπούλου, Ελληνικός Αντιμασσονισμός, Αθήναι 1972, σ. 14.
8. Ε. Πρωτοψάλτη, ό.π., σ. 4.
9. Γρ. Korck από 20.11.1829 στην Church Missionary Society του Λονδίνου, στου Γ. Δ. Μεταλληνού, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την Νεοελληνικήν,κατά την ΙΘ΄ αιώνα, Αθήναι 2004, σ. 397.
10. Στο ίδιο.
11. James F. Clarke, Bible Societies; American missionaries and the national revival of Bulgaria, N. York 1971, σ. 232.
12. Στο ίδιο.
13. Γ. Δ. Μεταλληνού, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την Νεοελληνικήν, κατά την ΙΘ΄ αιώνα, Αθήναι 2004, σ.399 ε. Πρβλ. του
Ιδίου, Παράδοση και αλλοτρίωση, Αθήνα 2001, σ. 279 ε.
14. Βλ. Α. Γερομίχαλου, Ίδρυσις και Διοίκησις της Εκκλησίας της
Ελλάδος, στην ΕΕΘ-ΣΠΘ, αρ. 11 (1967), σ. 346 ε.ε. Ε. Κωνσταντινίδου, Ιω. Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1977. Charles A Frazee,
Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική Ανεξαρτησία, 1821-1852. Αθήνα 1987, σ. 97 ε.ε.
15. Βλ. Ι. Κωνσταντινίδου, Ο Ιω. Καποδίστριας θεμελιωτής της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως, ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 20-24.
16. Γεν. Εφημ. της Ελλάδος, 1829, αρ. 73, 74.
17. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 1.
18. Για τα παρακάτω βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Το Ελλαδικό Αυτοκέφαλο. Προϋποθέσεις και συνέπειες, στο: Παράδοση και Αλλοτρίωση, ό.π., σ. 227 ε.ε.
19. Χρ. Παπαδοπούλου, Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και η Μεγάλη Επανάστασις του 1821, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΚΑ (1950), σ.316.
20. Κων. Οικονόμος προς Τιτώφ (στον τιμητικό Τόμο του καθηγ. Κων. Μπόνη).
21.Επιστολαί, ό.π., τ. Δ΄ , σ. 300 ε.
τρελογιαννης

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Στιγμές αγιότητας τριών καθημερινών ανθρώπων...



Η πιο καλή φάση που μπορεί να σου τύχει!

Ο Θεός, όπως έχουμε ματαπεί, έρχεται κυρίως σε δυο περιπτώσεις: στην τέλεια αγάπη και στην τέλεια απελπισία. Εδώ έχουμε δυο περιπτώσεις καθαρής καρδιάς. Εσύ που λες "αν δω κι εγώ, θα πιστέψω", έχει τέτοια καρδιά; Μπορείς καν να δεχτείς ως κάτι θετικό αυτό που έκαναν οι δυο παρακάτω άνθρωποι, ιδίως ο πρώτος. Αν μπορέσεις να το εγκρίνεις στη συνείδησή σου, θα είναι ένα πρώτο βήμα...
Μια σημαντική διαφορά της ορθόδοξης πνευματικότητας από τις άλλες πνευματικές παραδόσεις του κόσμου είναι ότι σου διδάσκει τον τρόπο της κάθαρσης της καρδιάς - βάζοντάς τον βέβαια στην αρχή ενός δρόμου που οδηγεί στη θέωση κι όχι απλά σ' ένα δρόμο για να "βρεις τον εαυτό σου", πράγμα γήινο και ατελές. Αυτή είναι και η εμπειρική γνώση του Θεού, αλλά και η επιβεβαίωση πως ιστορίες σαν τις παρακάτω δεν είναι παραμύθια για γιαγιάδες. Δεν τα πιστεύεις; Καλά κάνεις - δεν καλείσαι να πιστέψεις κάτι που δεν έχεις ζήσει. Εφάρμοσέ τα στη ζωή σου και θα δεις ο ίδιος.

Ο απατημένος σύζυγος που αγάπησε πολύ
Ελληνοαμερικανός οικογενειάρχης είδε το Άκτιστο Φως

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Ο πατήρ Παϊσιος μου είπε", του Αθ. Ρακοβαλή 
Ο γέροντας μου διηγήθηκε την έξης ιστορία: «Μία φορά είχε έρθει εδώ ένας Ελληνοαμερικάνος γιατρός. Ορθόδοξος ήταν, αλλά δεν είχε πολλά με τη θρησκεία... Ούτε τη νηστεία της Παρασκευής δεν κρατούσε... ούτε πολύ πήγαινε στην Εκκλησία. "Έζησε μία εμπειρία και ήθελε να τη συζητήσει. "Ένα βράδυ, ενώ προσευχόταν στο διαμέρισμά του «άνοιξε ο ουρανός». "Ένα φως τον έλουσε, και χάθηκε το ταβάνι και οι σαράντα όροφοι από πάνω του. Βρισκόταν λουσμένος μέσα στο φως για πολλή ώρα, δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο! 
Θαύμασα! Γιατί ένοιωσα και κατάλαβα ότι ήταν «εκ Θεού». Ήταν πραγματικό... Είδε το «άκτιστο φως»[*]. Τι έκανε στη ζωή του; Πώς ζούσε και αξιώθηκε τέτοια θεία πράγματα;Ήταν παντρεμένος, είχε γυναίκα και παιδιά. Του λέει ή γυναίκα του: «Βαρέθηκα να ασχολούμαι με το σπίτι, θέλω να πηγαίνω καμιά βόλτα». Ε! δεν δούλευε κιόλας, άρχισε να γυρίζει με τις φίλες της και να τον τραβάει κάθε βράδυ έξω. Μετά από λίγο διάστημα, του λέει: «θέλω να βγαίνω μόνη μου με τις φίλες μου». Το δέχτηκε και αυτό για χάρη των παιδιών του. Μετά, «θέλω να πάω μόνη μου διακοπές...» Τι να κάνει; της έδινε και λεφτά και το αυτοκίνητο. 
Μετά ζήτησε να της νοικιάσει ένα διαμέρισμα να ζει μόνη της, κουβαλούσε και τους φίλους της εκεί. Της μιλούσε, τη συμβούλευε, «βρε τι θα νοιώθουν τα παιδιά μας;» Τίποτα αυτή. Στο τέλος του πήρε πολλά λεφτά και έφυγε. Στεναχωριόταν! 
Μετά από λίγα χρόνια έμαθε ότι είχε καταντήσει πόρνη στα μαγαζιά του Πειραιά! 
Στεναχωρέθηκε! Έκλαιγε! Σκεφτόταν να πάει να τη βρει. Τι να της πει όμως;... 
Γονάτισε να προσευχηθεί: «Θεέ μου... φώτισε με, τι να πω... τι να κάνω... για να σωθεί αυτή ή ψυχή...». Βλέπεις την πονούσε. Ήθελε «να σωθεί αυτή ή ψυχή». Ούτε αντρικός εγωισμός, ούτε μνησικακία, ούτε περιφρόνηση... πονούσε για την κατάντια της. Ποθούσε τη σωτηρία της. Τότε άνοιξε ο Θεός τον ουρανό... τον έλουσε με το φως Του. 
Βλέπεις;... Βλέπεις;... Αυτός στην Αμερική... σε τι περιβάλλον ζούσε;... Ενώ πόσοι ζούμε μέσα στο Άγιον Όρος, μέσα στους Αγίους, μέσα στη χάρη της Παναγίας και προκοπή δεν κάνουμε! 
Δόξα τω Θεώ! Δόξα τω Θεώ!» 
[*] «ακτιστο φώς»: Λέγεται άκτιστο, δηλαδή αδημιούργητο, χωρίς αρχή, δηλαδή θεϊκή ενέργεια, Θεός. Υψηλότατοι πνευματικοί ασκητές το ζουν. Ποθητός στόχος της ασκητικής ζωής. Θεωρείται εμπειρία θέωσης. Μετέχει η ανθρώπινη στη Θεία ενέργεια, «...θείας φύσεως κοινωνοί...». Περί άκτιστου Φωτός ειδικότερα εδώ. 

Γέροντας Παΐσιος

Ο λαϊκός αχθοφόρος που ανέστησε νεκρό


...Είχα γνωρίσει κάποτε έναν άνθρωπο πολύ καλό και ευαίσθητο. Αφού να φανταστείς ούτε στο μοναστήρι δεν ερχόταν να φιλοξενηθεί για να μη δώσει βάρος στους μοναχούς... Ήμουν τότε αρχοντάρης στη σκήτη των Ιβήρων, βγαίνω μία στιγμή στο μπαλκόνι το μεσημέρι, βλέπω κάποιον κάτω να ξαπλώνει πάνω στις πέτρες... Βρε, λέω, τι κάνει αυτός εκεί; Ανησύχησα. Πήγα και τον βρήκα. 
— Τι κάνεις εδώ, ευλογημένε; Γιατί δεν έρχεσαι στο μοναστήρι να φιλοξενηθείς; 
— Όχι, όχι, καλά είμαι εδώ, μη στεναχωριέσαι.
Τον βίαζα να έρθει και αυτός δεν ήθελε. Μου λέει «Όλη νύχτα οι πατέρες κάνουν αγρυπνία... κουράζονται, νηστεύουν... πάνε να ξεκουραστούν λιγάκι το μεσημέρι, να πάω εγώ να τους ανησυχήσω; Δεν πάει!» 
Είδες καλούς λογισμούς που έκανε; αυτό δείχνει ψυχική και πνευματική υγεία... ενώ άλλοι έρχονται με απαίτηση να τους υπηρετήσεις και μετά όλο κακούς, λογισμούς κάνουν... να σε κατηγορήσουν κιόλας. Τέλος πάντων. Τελικά τον έπεισα, τον πήρα στο μοναστήρι, γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι. 
Άκου να δεις τι έκανε αυτός ό άνθρωπος. Αυτός από μικρός έμεινε ορφανός, δε γνώρισε γονείς, μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Όταν μεγάλωσε, δούλευε αχθοφόρος στο λιμάνι, στη Θεσσαλονίκη. 
Παντρεύτηκε και χάρηκε πολύ. Γιατί βρήκε την οικογένεια που του έλειπε. Τα πεθερικά του τα είχε σαν τους γονείς του. Πιασαν ένα σπίτι κοντά στα πεθερικά και τα αγαπούσε πολύ. Αφού να φανταστείς, όταν σχολούσε από τη δουλειά, πρώτα πήγαινε από τα πεθερικά του, να τα χαιρετήσει, να δει αν χρειάζονται τίποτα, και μετά πήγαινε σπίτι να δει τη γυναίκα του. 
Ήταν και πολύ ευλαβής. Έλεγε και την ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με». Κουβαλούσε και προσευχόταν. 
Τον στεναχωρούσε το θέμα ότι τα πεθερικά του δεν πίστευαν. Ο πεθερός του μάλιστα βλασφημούσε και αυτό τον πίκραινε πολύ... Παρακαλούσε λοιπόν τον Θεό να μην τους πάρει απ' αυτή τη ζωή πριν μετανοήσουν... Με παρακάλεσε και μένα να κάνω προσευχή γι' αυτό το θέμα. 
Μία φορά λοιπόν αρρώστησε ο πεθερός του και τον πήγαν στο νοσοκομείο: Στο ΑΧΕΠΑ. Ήταν μέρες εκεί. Μία μέρα λοιπόν μετά τη δουλειά πήγε στο νοσοκομείο κατευθείαν, χωρίς να περάσει από το σπίτι. Ψάχνει για τον πεθερό του, δεν τον βρίσκει στο δωμάτιο... Ψάχνει ρωτάει... «Ποιος, αυτός; πέθανε,... τον έχουν κάτω στα ψυγεία, εκεί πού φυλάν τους νεκρούς» του λένε. 
Του ήρθε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. «Γιατί, Θεέ μου, τον πήρες αφού δεν ήταν έτοιμος; αφού δεν πρόλαβε να μετανοήσει; γιατί, Θεέ μου;». 
Άρχισε να προσεύχεται με πόνο, βαθειά. «Τι είναι για το Θεό να τον φέρει πίσω; Τίποτα» σκέφτηκε και άρχισε να παρακαλεί τον Θεό. 
Κατεβαίνει κάτω, ψάχνει το νεκροτομείο, τον βρίσκει παγωμένο, νεκρό. Τον πιάνει από το χέρι. «Έλα, πάμε, του λέει, πάμε σπίτι». Ζωντάνεψε ό νεκρός, σηκώθηκε και τον ακολούθησε. 
— Αλήθεια, γέροντα, έγινε αυτό; τον ρώτησα εμβρόντητος.
— Αλήθεια, βρε, αλήθεια. 
— Και ζει αυτός ο άνθρωπος ακόμα; 
— Όχι, έχει πεθάνει τώρα... έζησε μερικά χρόνια ακόμα, μετανόησε, καλοσύνεψε... έγινε αρνάκι, και τον πήρε ο Χριστός στον Παράδεισο... 
Ήμουν κατάπληκτος. 
— Γίνονται στις μέρες μας τέτοια πράγματα;... ρώτησα με θαυμασμό. 
— Είδες... και ήταν λαϊκός. Είχε όμως πολύ απλότητα!!! και βαθειά πίστη. Δε λέει ό Χριστός, «ο πιστεύων εις εμέ α εγώ ποιώ και μείζονα τούτων ποιήσει»; Γιατί να μας φαίνεται παράξενο; Ο Χριστός δεν ανέστησε νεκρούς; Το Λάζαρο, το γιο της χήρας, την κόρη τού Ιαείρου! Οι Απόστολοι δεν ανάσταιναν νεκρούς;... Στους βίους των Αγίων δε διαβάζουμε τόσα και τόσα; 
Γιατί μας φαίνεται παράξενο;
"Καλημέρα, Συμεών. Ο Χριστός είμαι. Υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω..."

Η Ευλογία της Απλότητας

Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, ονόματι Συμεών. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά σε μια παραγκούλα και εκεί μεγάλωσε μόνο του. Είχε ένα καροτσάκι και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο λιμάνι του Πειραιά. Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας.
Είχε την μακαρία απλότητα και πίστη απλή και απερίεργη. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δύο παιδιά και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Νίκαια. Κάθε πρωί πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του.
Περνούσε όμως κάθε μέρα το πρωί από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε: «Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου».
Το βράδυ που τελείωνε τη δουλειά του ξαναπερνούσε από την Εκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστά στο τέμπλο και έλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες και σήμερα».
Και έτσι περνούσαν τα χρόνια του ευλογημένου Συμεών. Περίπου το έτος 1950 όλα τα μέλη της οικογενείας του αρρώστησαν από φυματίωση και εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Έμεινε ολομόναχος ο Συμεών και συνέχισε αγόγγυστα τη δουλειά του αλλά και δεν παρέλειπε να περνά από τον άγιο Σπυρίδωνα να καλημερίζει και να καλησπερίζει τον Χριστό, ζητώντας την βοήθεια Του και ευχαριστώντας Τον.
Όταν γέρασε ο Συμεών, αρρώστησε. Μπήκε στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε περίπου για ένα μήνα. Μια προϊσταμένη από την Πάτρα τον ρώτησε κάποτε: -Παππού, τόσες μέρες εδώ μέσα δεν ήρθε κανείς να σε δει. Δεν έχεις κανένα δικό σου στον κόσμο; -Έρχεται, παιδί μου, κάθε πρωί και απόγευμα ο Χριστός και με παρηγορεί. -Και τι σου λέει, παππού; -«Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή».
Η Προϊσταμένη παραξενεύτηκε και κάλεσε τον Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, να έρθει να δει τον Συμεών μήπως πλανήθηκε. Ο π. Χριστόδουλος τον επισκέφθηκε, του έπιασε κουβέντα, του έκανε την ερώτηση της Προϊσταμένης και ο Συμεών του έδωσε την ίδια απάντηση.
Τις ίδιες ώρες πρωί και βράδυ, που ο Συμεών πήγαινε στο ναό και χαιρετούσε τον Χριστό, τώρα και ο Χριστός χαιρετούσε τον Συμεών. Τον ρώτησε ο Πνευματικός: -Μήπως είναι φαντασία σου; -Όχι, πάτερ, δεν είμαι φαντασμένος, ο Χριστός είναι. -Ήρθε και σήμερα; -Ήρθε. -Και τι σου είπε; -Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι. Κάνε υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω κοντά μου πρωΐ – πρωΐ. Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο, μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του. Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. Την τρίτη ημέρα πρωΐ – πρωΐ πάλι πήγε να δει τον Συμεών και να διαπίστωσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση ότι θα πεθάνει.
Πράγματι εκεί που κουβέντιαζαν, ο Συμεών φώναξε ξαφνικά: «Ήρθε ο Χριστός», και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου. Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.

τρελογιαννης

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Άφετε τα παιδία...



«Για να σωθεί η Ελλάδα
στους καιρούς τους ύστατους 
θέλει ένα Καιάδα 
γκρεμοτσακίτστε τους»
Ν.Γκάτσος

«Έτσι για μας τους Έλληνες. Περάσανε από την πλάτη μας άγριες ανεμοζάλες κάθε λογής, αγριάνθρωποι σκληροί, φονιάδες με σπαθιά με κοντάρια και με άρματα κάθε λογής, Πέρσες, Αλαμάνοι, Φράγκοι, Αραπάδες, Τούρκοι κι άλλοι. Μας σφάζανε, μας κομματιάζανε, μας κρεμάζανε, μας σουβλίζανε, μα δεν πεθάναμε, γιατί μας ατσάλωνε ο αγώνας, δίναμε φωτιά στη φωτιά…». (Φ.Κόντογλου. «Μυστικά Άνθη», σελ 12, εκδ. «Αστήρ»)

Πρέπει, εμείς οι Ρωμηοί, να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, τα καίρια και τα ουσιώδη του βίου. Είμαστε «καταδικασμένοι» ως έθνος ιστορικό να στραφούμε πίσω «όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλήν του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω» γράφει ο σοφός αθηναιογράφος Δημ. Καμπούρογλου. Να ανακαλύψουμε και πάλι «το άριστον εκείνο, Ελληνικός/ ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν» (Κοβάφης).

«Να σωθεί το κράτος» ψελλίζουν τα ψοφίμια της πολιτικής και εννοούν την διαιώνιση της ελεεινής βιοτής τους, την εξαπάτηση ενός ολόκληρου λαού, τον εκφυλισμό του. Ας μην απορούμε για το κατάντημά μας. Είναι ιστορικό αξίωμα. Πριν φτάσεις στην υλική κατάρρευση προηγείται μια πνευματική ήττα. Ο στρατηγός Μακρογιάννης συνοψίζει σε μία φράση την ήττα. «Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη είς την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν». Τρία πράγματα εχάλασαν την Ρωμανία κατά τον πατριδοφύλακα αγωνιστή: η απιστία, η αφιλοπατρία (ο πόνος για την πατρίδα) και η έλλειψη αρετής (και εξυπονοεί προφανώς την ανηθικότητα). Αυτό είναι και το μυστικό υφάδι, ο μίτος που θα μας επανενώσει με τους κεκοιμημένους μας, τα ευκλεή λείψανα του Γένους που εβαρέθηκαν στο μνήμα εκαρτερώντας. Και οφείλουμε, όσοι γράφουμε, ψευτογράφουμε πέντε αράδες να ανασύρουμε από τις πνευματικές μας σιταποθήκες κείμενα πίστης, φιλοπατρίας και αρετής για να αναθαρρήσουμε, εμείς οι Έλληνες, σε τούτους τους καιρούς του ύστατους. «Ο φόβος κερδίζει ολοένα έδαφος μέσα τους σαν γάγγραινα» μονολογεί με θλίψη ο Σεφέρης για τα χρόνια τα κατοχικά. Και δεν μιλώ για χαζοαισιοδοξίες και παρηγοριές της μιας πεντάρας. Οι Φράγκοι τοκογλύφοι και τα εντόπια άταφα πτώματα, δεν θα μας σώσουν, έστω και οικονομικά («παλιόφραγκοι που πέφτετε/ σαν όρνια στα ψοφίμια/ εσείς πάντοτε κυνηγοί/ και πάντα εμείς αγρίμια»). Τα δυτικά «όρνια» θα μας «σώσουν» αν υποκύψουμε στους εκβιασμούς της Τουρκίας και παραδώσουμε το Αιγαίο και όταν προδώσουμε την ιστορία της Μακεδονίας. Τότε θα βρεθούν τα δισεκαταμμύρια εν μια νυκτί).

Θέλω να πω κάτι, δίκην εξομολογήσεως, για να καταλάβουμε πόσο σημαντικό είναι να αγωνίζεσαι, εν μέσω ανείπωτης λύπης, εν μέσω φόβου και τρόμου, να αρθρώσεις μια λέξη, στηριγμού, έναν καλό λόγο, ένα «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» του αγίου Χρυσοστόμου. Χάρις και στις τηλεοπτικές εκκενώσεις, σε κάθε γωνιά της πατρίδας, από άκρου εις άκρον, όλοι μας τονθορύζουμε (σημαίνει ψιθυρίζω μετά γογγυσμού ) περί των μέτρων, των συνεπειών, για το μέλλον, τα αποφώλια τέρατα της ανεργίας, την αναξιοπρέπεια και την οδύνη της φτώχειας. Το μαράζι μπήκε στα σπίτια, κατατρώει τα σωθικά των οικογενειών. Τα παιδιά είναι μπροστά, βιώνουν (βλέπουν, ακούν, αισθάνονται) τραγωδίες. Μία «παραπλευρη απώλεια», όπως θα υποστήριζαν τα σαπρόφυτα της Νέας Τάξης, είναι τα παιδιά. Τα παιδιά σιγά-σιγά δεν παίζουν, τα παιδιά, τα Ελληνάκια, θα χάσουν, θα μας στερήσουν ένα από τα ελάχιστα πράγματα που μας υπενθυμίζουν την ομορφιά του κόσμου, την μεγαλοπρεπή απλότητα του παραδείσου: το γέλιο τους. Πρώτες μέρες στο σχολείο, χωρίς βιβλία ( μια παραίτηση για λόγους ευθιξίας. Ευθιξία; τι είναι αυτό; τρώγεται, αναρωτιούνται οι εθνομητριές του υπουργείου διά βίου αμάθειας και βλακείας), χωρίς επιχορηγήσεις, δάσκαλοι τετρομαγμένοι, διότι το φάσγανο της «εφεδρείας» διαπερνά και τον στενό τομέα και ….στη μέση τα παιδιά. (Θα γράψει ο Ντοστογιέφσκι. «Οι τρεις θησαυροί που μας μένουν από τον χαμένο παράδεισο:
-τα γέλια των παιδιών
-τα χρώματα των λουλουδιών
-το κελαήδημα των πουλιών).

Κανόνας αναντίρρητος της τέχνης του δασκάλου είναι ότι αυτός διδάσκει με τη ζωή του. Αυτό που είμαστε, αυτό εισπράττουν και αφομοιώνουν οι μαθητές. «Αρχέτυπον βίου, νόμος έμψυχος, κανών και όρος ευζωίας. Τον γάρ διδάσκοντα τοιούτον είναι χρη», ο δάσκαλος είναι πρότυπο και διαπαιδαγωγεί με το παράδειγμά του γράφει ο ιερός Χρυσόστομος («Εις Α’ Τιμ. Όμιλ ΙΓ, 1 , ΕΠΕ 23, 330). Ας αναλογιστούμε τις τρομερές αναθυμιάσεις, την καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που εισπνέουν τα παιδιά, από δω και πέρα, εφεξής σε σπίτι και σχολείο. Ήδη κάτι συμβαίνει μες στις τάξεις μας. (Μιλάω για παιδιά της Ε΄Δημοτικού). Πλανάται ο φόβος. Τα καημένα τα σακατεύουμε με την μαυρίλα και τις περιρρέουσες φοβέρες που νυχθημερόν εξαπολύει η υβριδιοκαθεστωτική μαγαρισιά και ανικανότητα. Οφείλουμε όμως, όσοι ζωντανοί, να βάλλουμε υποστυλώματα, να απλώσουμε, να τείνουμε «χείρα βοηθείας και συμπαθείας» στα θύματα, στα πραγματικά αθώα θύματα της κρίσης. Είναι ώρα να φανούμε Κυρηναίοι, να βαστάξουμε, εν ιλαρότητι καρδίας, τα βάρη των εμπερίστατων οικογενιών.

Και, γιατί όχι, όσοι πιστοί, ας επαναλάβουμε τους στίχους από εκείνο το ωραιότατο ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως, που προφανώς ευρισκόμενος εν μέσω θλίψεων και συμφορών του βίου προσφεύγει, ο τάλας, πού αλλού, στην Θεοτόκο, την χαρά των θλιβομένων. Τώρα που μας εκύκλωσαν αι ζάλαι του βίου, ωσπερ μέλισσαι κηρίον, ας σηκώσουμε τα αγύριστα κεφάλια μας, το βλέμμα μας στον ουρανό. Εκεί θα βρούμε σκέπη, προστασία και γαλήνη. Εμείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες, οι Ρωμηοί, όταν κινδυνεύουμε δεν παρακαλάμε τα όρνια της Δύσης και της Ανατολής - «το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε» θα έλεγε σ’αυτήν την περίπτωση ο ποιητής - αλλά ψάλλουμε παρακλητικούς κανόνες, φωνάζουμε την Παναγία με τον τρόπο του Κολοκοτρώνη. «Ο Αναγνωσταράς, Μπεηζαντές, Μπούρας πάνε στο Λεοντάρι έμεινα μόνος μου με το άλογο μου εις το Χρυσοβίτσι γυρίζει ο Φλέσσας και λέγει ενός παιδιού: «Μείνε μαζί του μην τον φάνε τίποτες λύκοι». Έκατσα έως που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου• ήτον μία εκκλησία εις τον δρόμον (η Παναγία στο Χρυσοβίτσι) και το καθισιό μου ήτον όπου έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου, βοήθησε και τούτην την φορά τους Έλληνες διά να εμψυχωθούν». Και επήρα έναν δρόμο κατά την Πιάνα. Εις τον δρόμον απάντησα τον ξαδελφόν μου Αντώνιον, του Αναστάση Κολοκοτρώνη, με εφτά άνηψίδια μου, εγινήκαμεν εννιά, και το άλογο μου δέκα εγώ ήμουν και χωρίς τουφέκι». («Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής»). «Του λοιπού μη φοβού» θα μας έλεγε ο Γέροντας Παϊσιος.
αντιβαρο

Κόμματα και…γομάρια



«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε» Κ.Ουράνης «Πάψετε πια...»

Αν «φιλοσοφήσουμε» λίγο τους παραπάνω βαθείς στίχους του ποιήματος του Ουράνη, δεν θα τους βρούμε κραυγή απελπισίας και παραίτησης. Όχι. Επαναλαμβάνουν μια παρόμοια φράση του αρχαίου ιστορικού Πολύβιου, ο οποίος ζει τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, τότε που ανθούν, όπως και σήμερα, οι Γραικύλοι: «Ει μη ταχέως απολώμεθα ουκ αν εσώθημεν», αν δεν χαθούμε, δεν καταστραφούμε «ταχέως», δεν θα σωθούμε. Να καταστραφούν, όχι οι άνθρωποι, αλλά η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η γελοιότητα, η νωθρότητα, ο σαλταδορισμός, όλα αυτά που μας έριξαν στο πέλαγος της ανυποληψίας, στην υστερία ενώπιον του επερχόμενου καταποντισμού. Που μας κατάντησαν θλιβερό ζήτουλα των παγκόσμιων συμμοριών τύπου ΔΝΤ. Όσο επιβιώνουν αηδιαστικές συνήθειες, χρεωκοπημένα ιδεολογήματα, ελεεινοί ψευτοπροοδευτισμοί τότε... "το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε". (Ωραίοι οι στίχοι του Κώστα Ουράνη. Κάποτε είχαμε πνευματικούς ανθρώπους, που αφουγκράζονταν και παρηγορούσαν τον λαό, «τα πάθια και τους καημούς» του. Γεμίσαμε σήμερα από ξεσκονίστρες της εξουσίας, εξωνημένους υποτακτικούς της, οι οποίοι «κλείνουν το στόμα τους με χρήματα», "το στομ’ επιβύσας κέρμασιν των ρητόρων", όπως γράφει ο Αριστοφάνης. «Πλούτος», στ. 379).

Συζητώ με παιδί Α’ Γυμνασίου. Ακόμη καλά-καλά δεν άρχισαν τα μαθήματα, χωρίς βιβλία και με κάτι αξιοθρήνητα CD στη θέση τους, όμως καθήκον πρώτιστο η διεξαγωγή των εκλογών για ανάδειξη μαθητικών συμβουλίων. Θεσμοί, τυμπανιαίας αποφοράς, που δηλητηρίασαν γενιές και γενιές παιδιών, που συνιστούν προθάλαμο κουκουλοφορίας και «δημοκρατικής» κατάληψης σχολικών κτιρίων, συνεχίζουν την εξαχρειωτική και εκφυλιστική επιρροή τους. Μου λέει ο μαθητής. Ο ένας, υποψήφιος, απειλούσε ότι θα δείρει συμμαθητές, αν δεν τον ψηφίσουν. Ο άλλος παρακαλούσε και εκλιπαρούσε την ψήφο, με τρόπο γλοιώδη. Άλλοι έταζαν και υπόσχονταν «γενναία κεράσματα». Ο κόσμος των μεγάλων, των καντιποτένιων του φτηνού πολιτικαντισμού, σε μικρογραφία. «Ιδού σου παρουσιάζω το παιδί μου / την εικόνα και ομοίωση δική μου» ως θα έλεγε ο ποιητής.

Εξ απαλών ονύχων, δωδεκάχρονα, δεκατριάχρονα παιδιά, εθίζονται στην λέπρα του κομματισμού, της δημαγωγίας, της ψευτιάς, στην ολιγοφρένεια της προεκλογικής αναμέτρησης. Δεκαετίες τώρα, αντί στα «σχολεία να γιομίζει ο μαθητής προκοπή κι αρετή» (Μακρυγιάννης), αφανίζουμε το έθνος, γυμνάζοντας τους μαθητές στην παραλυσία του κομματισμού, στην «δολερή διχόνοια» του εθνικού μας ποιητή, στην διάβρωση και μόλυνση όλων των εσωτερικών δυνάμεών τους. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και στα δημοτικά σχολεία. Και εκεί εκλογές, να προλάβουμε, μην μας ξεφύγει κανένα παιδί και στερηθεί της «προοδευτικής» προπαιδείας. (Έχω εγκαταλείψει εδώ και χρόνια την βλακώδη, ανεπίτρεπτη και ακατάλληλη γιά μικρά παιδιά αυτή συνήθεια. Θυμάμαι με οδύνη όταν, άπειρος ων, έπεσα στην παγίδα και είδα μαθητές μου να κλαίνε, να απογοητεύονται, να διαλύουν φιλίες, να δημιουργούνται εχθρότητες και αντιζηλίες, να γίνεται ζημιά στην τάξη για μια παρατεταμένη ανοησία,τάχα και πολιτική αγωγή, που ουδείς έχει το θάρρος να την καταργήσει, όπως το άσυλο, διά τον φόβο των τζιτζιφιόγκων της προοδομανίας! Σ’ αυτήν την τόσο λεπταίσθητη και διαπλαστική ηλικία, αντί να διδάσκεται η φιλία, η προς τον πλησίον αγάπη, ο σεβασμός στην πατρίδα και την πάτριο πίστη και γλώσσα, «καλλιεργούνται» τα σπέρματα του τρισάθλιου κομματισμού.

(Θυμήθηκα μια στροφή του Παλαμά από το ωραιότατο «τα σχολειά χτίστε». Την παραθέτω: «Λιτά χτίστε τα απλόχωρα, μεγάλα γερά θεμελιωμένα από της χώρας ακάθαρτης, πολύβοης, αρρωστιάρας μακριά, μακριά τ’ ανήλιαγα σοκάκια τα σχολειά χτίστε». Σίγουρα ο ποιητής δεν αναφέρεται σε αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς...).

Και ας αρχίσουν επιτέλους και οι εκπαιδευτικοί να «αξιολογούν» τις τρικυμιώδεις απανταχούσες του υπουργείου διά βίου αμάθειας και να αποτινάζουν την σκόνη και την μούχλα της δεκαετίας της φρίκης, της δεκαετίας που ακούστηκαν τα ανατριχιαστικής αμάθειας συνθήματα του τύπου «πλάτεμα και βάθεμα της γνώσης».

Ο κομματισμός σάπισε τον λαό, είναι γάγγραινα, πληγή πυορρέουσα, κακοφορμισμένη.

Γράφει ο Ελύτης: «Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές, αλλά και τις επαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια ψυχική ευγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος... Έτσι όμως κι εμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται». (Ελύτης, «τα δημόσια και ιδιωτικά», εκδ. Ίκαρος, σελ. 21). Τα κόμματα, λοιπόν είναι αυτά που χωρίζουν και περισσότερο η κακή χρήση των κομμάτων.

Και αυτό φαίνεται, μεταφορικώς, από το εξής «νόστιμο» γεγονός, που συνέβη τα χρόνια του «Διχασμού». Τότε, στον Εθνικό Διχασμό, γύρω στο 1915-16, όταν έρχονταν οι βενιζελικοί στα πράγματα, έστελναν τους βασιλικούς στην πλατεία Κλαυθμώνος και όταν έρχονταν οι βασιλικοί έστελναν τους βενιζελικούς. Την περίοδο αυτή, λοιπόν, στην Κρήτη, ένας επιθεωρητής δημοτικής εκπαίδευσης ανέβαινε, μ’ ένα μουλάρι, σ’ ένα ορεινό και δύσβατο χωριό, για να επιθεωρήσει τον εκεί δάσκαλο. Στο δρόμο που «επήγαινε» συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά: «Δεν μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; βενιζελικός ή βασιλικός;». «Βενιζελικός», απαντά ο αγωγιάτης. «Α, το γαϊδούρι...» σχολίασε ο επιθεωρητής. Ο αγωγιάτης όμως ήταν βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στον δάσκαλο την στιχομυθία. «Το και το δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι».

Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά τον δάσκαλο για το ποιο είναι το μάθημα της ημέρας. «Τα σημεία της στίξεως», απαντά ο δάσκαλος."Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά", λέει ο επιθεωρητής. Ο δάσκαλος σήκωσε ένα μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει την φράση: "Ο επιθεωρητής είπε, (κόμμα) ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι (τελεία). Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος: "Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;". "Ο δάσκαλος", ψέλλισε ο μαθητής. "Και ποιος το είπε;". "Ο επιθεωρητής, κύριε". "Ωραία", είπε ο δάσκαλος; "σβήσε τώρα το κόμμα και βαλ' το αλλιώς". Ο επιθεωρητής, (κόμμα) είπε ο δάσκαλος, (κόμμα) είναι γαϊδούρι". Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος: "Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;". "Ο επιθεωρητής", απαντά δειλά ο μαθητής. "Και ποιος το είπε;". "Ο δάσκαλος", απαντά ο μαθητής. Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει: "Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα. Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε τον δάσκαλο".

Γι’ αυτό γέμισε και η Βουλή κόμματα με «γομάρια», όπως προσφάτως ακούστηκε από το «σεπτό» βήμα της.

Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς
αντιβαρο