Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, «Η παιδεία μας έπαψε πλέον να είναι παιδεία ελληνοχριστιανική»



Στο κήρυγμά του στον ιερό ναό Αγίου Αντωνίου Θεσσαλονίκης την Κυριακή 1η Ιανουαρίου 2012 ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης αναφέρθηκε στα νεανικά και φοιτητικά χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου αλλά και στην εδραίωση της ελληνοχριστιανικής παιδείας που στηρίχτηκε στην διδασκαλία του αγίου αλλά και των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Ο π. Θεόδωρος προχώρησε και σε σύγκριση της παιδείας αυτής με τη σημερινή παιδεία που παρέχει το ελληνικό σχολείο και τόνισε μεταξύ άλλων:
«Στις μέρες μας διακηρύσσεται πλέον πανταχόθεν ότι η οικονομική κρίσις είναι συνέπεια της πνευματικής κρίσεως όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την ανθρωπότητα. Λυπούμαστε όλοι μας όταν ακούμε διαρκώς να λαμβάνονται μέτρα και ρυθμίσεις οι οποίες τείνουν να αποχριστιανίσουν την Ελλάδα, να την κάνουν ένα κράτος άθεο και άθρησκο. Αυτές τις μέρες κυκλοφορούσε η είδηση ότι αφαιρέθηκε από τα Θρησκευτικά η εικόνα και οι αναφορές στην Παναγία και γίνεται αναφορά μόνο σε ξένες θρησκείες. Και δεν είναι μόνο αυτό το μοναδικό φαινόμενο...
Παντού παρουσιάζεται ο αποχριστιανισμός, η πνευματική κακοποίηση και η πνευματική καταστροφή. Και αυτό οφείλεται στο ότι δυστυχώς δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή μας πρότυπα πνευματικά. Δεν προβάλλουμε στους νέους ανθρώπους πρότυπα πνευματικά. Και επίσης η παιδεία μας έπαψε πλέον να είναι παιδεία ελληνοχριστιανική και έγινε μία παιδεία επαγγελματική. Η παιδεία πλέον στα σχολεία μας έχει σαν στόχο όχι να διαμορφώσει ανθρώπους, καλούς καγαθούς, χαρακτήρες με βάση αρχές και αξίες της αρχαίας ελληνικής αλλά και ιδιαίτερα της χριστιανικής παιδείας αλλά αποβλέπει μόνο να γεμίσει τον εγκέφαλο με γνώσεις τεχνικές ώστε οι νέοι άνθρωποι να είναι δήθεν ικανοί να ευδοκιμήσουν στη ζωή. Η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο δεν ευδοκιμούν αλλά καταστρέφονται χωρίς πνευματικά υπόβαθρα. Μέχρι και των τελευταίων γενεών η Εκκλησία και η παιδεία προέβαλαν πνευματικά πρότυπα. Τις τελευταίες τρεις τέσσερις δεκαετίες ξεκίνησε αυτή η καταστροφή των προτύπων και η καταστροφή της ελληνοχριστιανικής παιδείας. Αλλά εμείς δεν πρέπει να ξεχαστούμε αλλά να μνημονεύουμε τέτοια πρότυπα».
Ακολούθως ο π. Θεόδωρος αναφέρθηκε στο βίο του Μεγάλου Βασιλείου και κατέληξε: «Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Ρωμηοσύνης η παιδεία ήταν ελληνική και χριστιανική, και στην Ευρώπη ακόμη μέχρι της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού. Δυστυχώς εδώ και λίγες δεκαετίες αυτή η παιδεία την οποία εθεμελίωσαν οι μεγάλες μορφές των αγίων Πατέρων καταστράφηκε και η παιδεία και η θύραθεν και η χριστιανική έχει εξοβελιστεί και όλοι στα σχολεία έγιναν υλοκράτες και σαρκολάτρες και κοιτάζουν μόνο τα σαρκικά και τα υλικά. Σιγά σιγά δε, να είστε σίγουροι, θα καταργήσουν και την εορτή των Τριών Ιεραρχών. Αλλ’ εμείς ας αρχίσουμε μία αντίστροφη κίνηση παρουσιάζοντας και δυναμώνοντας την παράδοσή μας, αυτήν που θεμελίωσε ο Μέγας Βασίλειος και άλλοι άγιοι».

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ-2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Ο Άγιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κούρσκ της Ρωσίας το 1759. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη, αν και πλούσιοι, ήταν άνθρωποι ευσεβείς. Το κοσμικό όνομα του Αγίου ήταν Πρόχορος Μοσνίν, προς τιμήν του Αγίου Προχόρου, ενός εκ των επτά διακόνων. Ο πατέρας του πέθανε ενώ ο μικρός Πρόχορος ήταν μόλις 4 ετών. Η μητέρα του με τα λόγια της αλλά κυρίως με το παράδειγμά της έγινε πια η μοναδική νυμφαγωγός της ψυχής του. Από μικρός ο Άγιος έδειξε ότι διέθετε μία ψυχή πλούσια σε χαρίσματα. Γι’ αυτό και ήδη από τη νηπιακή του ηλικία έχουμε μια σειρά από παρεμβάσεις της θείας Πρόνοιας που βρήκε ως κατοικητήριο την αγνή του καρδιά.
Σε ηλικία 7 ετών η μητέρα του τον πήρε μαζί της στο πανύψηλο καμπαναριό του Αγίου Σεργίου που κτιζόταν και εκείνος καθώς έτρεχε έπεσε από αυτό το ύψος και ενώ η έντρομη μητέρα του έτρεχε περιμένοντας να αντικρύσει το παιδί της νεκρό, εκείνο ως δια θαύματος δεν είχε πάθει τίποτα. Αλλά και όταν ήταν σε ηλικία 10 ετών αρρώστησε τόσο βαρειά που ήταν βέβαιο ότι θα πέθαινε, η ίδια η Παναγία του εμφανίσθηκε και του υποσχέθηκε ότι θα τον θεραπεύσει. Και πραγματικά λίγες ημέρες μετά, η λειτάνευση της θαυματουργικής εικόνας της Παναγίας του Κούρσκ περνούσε κάτω από το σπίτι των Μοσνίν και η μητέρα του Αγίου τον πήρε στην αγκαλιά της και τον έβγαλε έξω για να την προσκυνήσει. Αμέσως ο άγιος έγινε καλά και έκτοτε πολύ ευλαβείτο την Παναγία μας.
Η αγάπη του για τον Θεό ήταν ολοκληρωτική εκ κοιλίας μητρός. Μελετούσε καθημερινά και με δίψα την αγία Γραφή, το Ψαλτήρι και το Ωρολόγιο και όλα τα Πατερικά βιβλία. Λαχταρούσε με όλη την δύναμη της ψυχής του να βρίσκεται συνεχώς στον οίκο του Θεού γι’ αυτό και έτρεχε με δίψα ψυχής στις ιερές ακολουθίες. Όταν αργότερα η εργασία του δεν του επέτρεπε να παρακολουθεί καθημερινά την Θεία Λειτουργία και τον Εσπερινό πήγαινε πολύ πρωί μόνο στον Όρθρο και κατόπιν ξεκινούσε για την δουλειά του.
Μια καρδιά τόσο αφοσιωμένη στον Θεό δεν ήταν δυνατόν παρά να ποθήσει την ολοκληρωτική αφιέρωσή της στον ουράνιο Νυμφίο. Μέρα με την ημέρα, χρόνο με τον χρόνο, τον νεαρό Πρόχορο ένοιωθε να τον τραβά όλο και περισσότερο η κλήση για τον μοναχικό βίο. Δεν λαχταρούσε τίποτα περισσότερο από το να αφιερώσει όλη του την ψυχή, την καρδιά και την διάνοια, κατά την εντολή του Θεού, σ’ Εκείνον. Όταν λοιπόν έφθασε η ώρα για την επιλογή του τόπου που θα γινόταν το πεδίο των θαυμαστών πνευματικών του καμάτων, συμβουλεύτηκε τον Άγιο Δοσίθεο τον Έγκλειστο στην Λαύρα του Κιέβου, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στο Σαρώφ. Γύρισε για λίγο στην πατρίδα του στο Κούρσκ ίσα-ίσα για να αποχαιρετήσει τούς δικούς του. Η ημέρα του αποχωρισμού ήταν δύσκολη και συγκινητική για μητέρα και γιο. Του έδωσε λοιπόν την ευχή της και έναν χάλκινο σταυρό που ο Πρόχορος φορούσε φανερά στο στήθος του για να του θυμίζει τις μοναχικές υποσχέσεις του. Ο νεαρός Πρόχορος φανερά συγκινημένος, με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε την αγαπημένη του μητέρα και ξεκίνησε σε ηλικία 19 χρονών, για την παλαίστρα της μοναχικής του πορείας, για το Σαρώφ.
Το Κοινόβιο της Ερήμου του Σαρώφ ιδρύθηκε το 1706 από τον μεγαλόσχημο ιερομόναχο Ιωάννη ο οποίος ήταν γνωστός για τον πνευματικό του αγώνα και τις μεγάλες δοκιμασίες που περνούσε. Ο Πρόχορος έφθασε στο Σαρώφ στις 20 Νοεμβρίου του 1778 όταν Ηγούμενος ήταν ο πράος και ταπεινός ιερομόναχος Παχώμιος, ο οποίος αμέσως διέκρινε την μοναχική κλίση του νεαρού και τον συμπάθησε. Τον δέχτηκε λοιπόν στην τάξη των δοκίμων και τον έβαλε κάτω από την υπακοή του Γέροντος Ιωσήφ, που είχε το διακόνημα του οικονόμου. Ο Πρόχορος τηρούσε τούς μοναχικούς του κανόνες με ζήλο. Ήταν πρόθυμος και γι' αυτό έγινε αγαπητός σε όλους. Υπηρέτησε σε όλα τα διακονήματα, στο αρτοποιείο σαν προσφοράρης, κατόπιν στο ξυλουργείο, μετά σαν αφυπνιστής, δηλαδή περιερχόταν τα κελλιά των μοναχών και κτυπώντας την πόρτα τούς ειδοποιούσε για την έναρξη της ακολουθίας, μετά ως εκκλησιαστής κ.λπ. Το καθημερινό του πρόγραμμα ήταν έτσι οργανωμένο που να μπορεί να αντιμετωπίζει τούς πολλούς πειρασμούς και τις θλίψεις. Μελετούσε Αγία Γραφή πάντα σε στάση προσευχής, το Ψαλτήρι αλλά και πολλά Πατερικά και ασκητικά βιβλία.
Ήδη όμως από νωρίς η ψυχή του νεαρού αγωνιστή διψούσε για την έρημο. Η έρημος του Σαρώφ ήταν αρκετά μακρυά από το Μοναστήρι και συχνά κατέφευγαν εκεί πολλοί πατέρες για να συνεχίσουν την σκληρή ασκητική ζωή τους στα βάθη της. Εκεί κατέφυγε με την ευχή του Γέροντά του και ο Πρόχορος. Κοντά στην φύση η ψυχή του παραδιδόταν απερίσπαστη στην προσευχή και ανυψωνόταν όλο και περισσότερο σε μία μυστική ένωση με τον Θεό. Η άσκησή του γινόταν όλο και αυστηρότερη με σκληρή νηστεία και εντονότερη προσευχή.
Για τρία χρόνια περνά, κατά παραχώρηση του Θεού, μια σκληρή δοκιμασία. Το 1780 αρρωσταίνει βαρειά, πιθανότατα από υδρωπικία, και το σώμα του γεμίζει πληγές και πρήζεται και μένει ακίνητος στο κρεβάτι. Κλαίει από τούς πόνους αλλά ούτε λέξη γογγυσμού και παράπονου δεν βγαίνει από το στόμα του. Παραδίδεται ψυχή και σώματι στον Ιησού Χριστό και ζητά από τον Γέροντά του να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας εμφανίσθηκε στο κελλί του η Θεοτόκος μέσα σε άρρητο φως, με τούς Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη. Τον έδειξε με το χέρι της λέγοντας "Αυτός είναι από την γενιά μας". Κατόπιν αφού ακούμπησε το χέρι της στο κεφάλι του, άρχισε όλο το υγρό που είχε μαζευτεί στο σώμα του από την αρρώστεια, να τρέχει από μία τρύπα που σχηματίσθηκε στη δεξιά του πλευρά. Όλοι απόρησαν για την ταχύτατη ανάρρωσή του μετά την μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων. Εκείνος με την εμφάνιση της Υπεραγίας Θεοτόκου δυνάμωσε στην πίστη και στην ελπίδα για την πρόνοια του Θεού.
Σ’ εκείνον ακριβώς τον χώρο της θαυματουργικής θεραπείας του χτίστηκε ιερός ναός που τα έξοδά του ανέλαβε να διεκπεραιώσει με εράνους ο Πρόχορος.
Η περίοδος της δοκιμασίας διήρκησε οκτώ χρόνια και ο νεαρός Πρόχορος κρίθηκε ότι ήταν πλέον έτοιμος να γίνει μοναχός.
Στις 13 Αυγούστου του 1786 έγινε η μοναχική του κουρά και πήρε το όνομα Σεραφείμ δηλαδή φλογερός, αφού το χαρακτηριστικό του ήταν η ένθερμη αγάπη του και ο ζήλος του προς τον Ιησού. Τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου χειροτονείται διάκονος. Επί επτά χρόνια μέχρι την χειροτονία του σε ιερέα υπηρετεί το άγιο θυσιαστήριο με διπλάσια φλόγα και αγάπη Θεού. Οι δοκιμασίες και οι θλίψεις μόλις και μετά βίας μπορούν να τον αγγίξουν. Η καρδιά του έχει πλησιάσει τόσο πολύ τον Θεό... Η Θεία Πρόνοια τον ενισχύει και τον δυναμώνει με θαυμαστές εμφανίσεις της Θεοτόκου, των Αγίων, των αγγέλων, ακόμα και του Κυρίου μας, ειδικά την ώρα της Θείας Λατρείας. Αυτές όμως οι οπτασίες αντί να τον ρίχνουν σε εγωισμό τον έκαναν όλο και πιο ταπεινό, παραδομένο ολοκληρωτικά στην σκέψη του Θεού που αγαπούσε μ’ όλη την δύναμη της ψυχής του.
Η ερημιά τον τραβούσε όλο και περισσότερο αφού του έδινε την ευκαιρία της απρόσκοπτης και πολύωρης προσευχής. Όταν λοιπόν το 1793 συμπλήρωσε τα 34 χρόνια της ζωής του και χειροτονήθηκε ιερέας, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1793, αποσύρθηκε μονίμως στην έρημο, διπλασιάζοντας τούς πνευματικούς του αγώνες και οδηγούμενος με την νηστεία, την εγκράτεια, την απομόνωση και προπαντός την προσευχή στην κορυφή της πνευματικής τελειώσεως. Το ερημητήριό του μάλιστα έγινε με θαυμαστό τρόπο, άβατο, δηλαδή απροσπέλαστο σε γυναίκες και κατόπιν για όλους. Ο όσιος προσευχόταν στον Θεό να του δείξει αν είναι το θέλημά Του να μην τον επισκέπτεται κανείς στην σκήτη του. Και πράγματι ένα πρωί που πήγαινε στο μοναστήρι του για να παρακολουθήσει την Θεία Λειτουργία βρήκε το μονοπάτι του φραγμένο με ψηλά, απροσπέλαστα έλατα ,που έπλεκαν σε ένα πυκνό φράχτη τα κλαδιά τους.
Απομονωμένος λοιπόν από όλους και με το νου αποκλειστικά στραμμένο στον Θεό συνεχίζει την αυστηρή μοναχική του πορεία. Λεπτομέρειες της σκληρής ασκητικής του ζωής γνωρίζει μόνον ο Θεός.
Όσα ξέρουμε είναι εκείνα τα λίγα που είδαν οι γείτονές του συνασκητές, στα κλεφτά μέσα από τον πυκνό φυσικό φράχτη του ερημητηρίου του. Η νηστεία του ήταν πολύ αυστηρή και τρεφόταν μόνον με λίγα λαχανικά που καλλιεργούσε ο ίδιος. Η ενδυμασία του, χειμώνα- καλοκαίρι η ίδια, ένα τριμμένο άσπρο λινό ζωστικό. Προς το τέλος της ζωής του τρεφόταν αποκλειστικά με ένα χόρτο που για τον χειμώνα το ξέραινε και τρεφόταν με λιγοστό από αυτό.
Μέρα με την ημέρα ο πόλεμος του διαβόλου γίνεται όλο και πιο έντονος. Αλλά και ο όσιος εντείνει και αυτός τον αγώνα. Μεταξύ του κελλιού του και της Μονής βρίσκεται μία τεράστια πέτρα. Κατά το παράδειγμα των στυλιτών ο Άγιος προσεύχεται γονατιστός επί της πέτρας για χίλιες ημέρες και χίλιες νύχτες. Ήταν μία άσκηση που χρειαζόταν μεγάλη αντοχή, πνευματική και σωματική. Την τηρούσε όμως με άκρα μυστικότητα που απεκαλύφθη λίγες ημέρες πριν την κοίμησή του. Η καρδιά του προσηλωμένη αποκλειστικά στον Θεό γέμισε από Εκείνον, καθώς ένοιωθε να τον βοηθά σ’ αυτό η Θεία Χάρις.
Ο διάβολος λυσσομανά θέλοντας να τον διώξει από την έρημο. Κάποτε μέσα στο δάσος, ενώ έκοβε ξύλα, δέχτηκε την επίθεση τριών ληστών που τον κακοποίησαν τόσο άσχημα που όλοι πίστεψαν ότι θα πεθάνει. Μισοπεθαμένος και μέσα σε φριχτούς πόνους έφτασε στο Μοναστήρι του. Οι γιατροί που τον εξέτασαν διέγνωσαν ότι είχε το κεφάλι και τα πλευρά του σπασμένα, το στήθος ήταν ποδοπατημένο και είχε πολλές θανάσιμες πληγές σ’ όλο το σώμα του. Δεν μπορούσε ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί. Μια βραδιά του εμφανίσθηκε η Υπεραγία Θεοτόκος και από τότε άρχισε να αισθάνεται καλύτερα. Αρνήθηκε την βοήθεια των γιατρών και παραδόθηκε εξ' ολοκλήρου στον γιατρό των ψυχών και των σωμάτων, στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αμέσως μετά το όραμα οι δυνάμεις του άρχισαν να επανέρχονται.
Τον Μάιο του 1810 επιστρέφει, μετά από 15 χρόνια στην έρημο, στο Μοναστήρι. Νέο στάδιο αγώνων γίνεται το παλιό του κελλί. Ακολουθεί την έγκλειστη ζωή, μιμούμενος αυτή την φορά όχι τούς στυλίτες, αλλά τούς εγκλείστους αγίους πατέρες. Μένει διαρκώς στο κελλί του χωρίς να μιλά σε κανέναν. Σ’ αυτό τον βοήθησε η άσκηση της σιωπής που τήρησε για τρία χρόνια στην έρημο. Τηρεί φυσικά αυστηρότατη νηστεία με ελάχιστο ψωμί η λίγο λάχανο. Σε μία βδομάδα διάβαζε όλη την Καινή Διαθήκη, την Δευτέρα το κατά Ματθαίον, την Τρίτη το κατά Μάρκον, την Τετάρτη το κατά Λουκάν, την Πέμπτη το κατά Ιωάννην, την Παρασκευή, το Σάββατο και την Κυριακή τα υπόλοιπα, δηλαδή τις Πράξεις, τις Επιστολές και την Αποκάλυψη. Πέντε χρόνια μετά ανοίγει για όλους την πόρτα του κελλιού του. Ήδη έχει φτάσει σ’ εκείνα τα πνευματικά ύψη που τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τον αποσπάσει από την σκέψη του Θεού. Γίνεται πηγή πνευματικού πλουτισμού και όσοι τρέχουν κοντά του βρίσκουν τον πνευματικό οδηγό που τούς γεμίζει από την χαρά του αγίου Πνεύματος, με την οποία ο ίδιος κατακλύζεται. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΧΑΡΑ ΜΟΥ, ήταν ο καθημερινός χαιρετισμός του Αγίου.
Ενα βράδυ μετέφερε μία μεγάλη πέτρα και την τοποθέτησε κοντά στο Ιερό του ναού της Κοιμήσεως. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς τοποθετήθηκαν τα άγια λείψανά του, μετά τον θάνατό του. Η πέτρα άλλωστε που τοποθέτησε εκεί ο Άγιος ήταν το σημάδι του προορατικού του χαρίσματος, γιατί σήμαινε το τέλος της έγκλειστης ζωής του και τον επικείμενο θάνατό του.
Η ζωή του Αγίου ειδικά αυτήν την περίοδο είναι πλούσια τόσο σε πνευματικές νουθεσίες και διδαχές όσο και σε αναρίθμητα θαύματα. Έτρεχαν από παντού να τον συμβουλευθούν και να ακούσουν τις θεόπνευστες διδαχές του. Για μοναχούς και μοναχές, για νέους και για γέρους, για όλη την Ρωσία, αλλά και για ανθρώπους πέρα από τα σύνορά της, ο Άγιος Σεραφείμ είναι ο Στάρετς, είναι ο πνευματικός οδηγός, ο Απόστολος του Χριστού.
Ο Άγιος δίδασκε τούς χριστιανούς να μένουν σταθεροί στην αλήθεια των ορθοδόξων δογμάτων και έφερνε σαν παράδειγμα τον μακάριο Μάρκο Εφέσου, τον άκαμπτο υπερασπιστή της ορθοδόξου πίστεως στην σύνοδο της Φλωρεντίας. Συχνά μιλούσε για την ουσία της Ορθοδοξίας και την ανάγκη να την υπερασπίζουμε από τούς αιρετικούς. Τόνιζε ότι μόνο αυτή περιέχει την αλήθεια της πίστεως του Χριστού σε πληρότητα και καθαρότητα.
Γενικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των λόγων και της συμπεριφοράς του ήταν η αγάπη και η ταπείνωση.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Ο Άγιος χαριτώθηκε από τον Κύριο μας και την Θεοτόκο με το προορατικό, διορατικό και ιαματικό χάρισμα. Πολλοί άρρωστοι έφταναν στο Σαρώφ με την ελπίδα στραμμένη στον ταπεινό Άγιο του Θεού και δεν διαψεύδονταν. Έφευγαν θεραπευμένοι από τον Όσιο που είχε ήδη από αυτή την ζωή την χάρη των ιάσεων.
Αμέτρητα είναι τα περιστατικά με τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Αγίου. Χιλιάδες άνθρωποι έγιναν καλά κοντά του, με τις προσευχές του, τόσο όσο ζούσε όσο και μετά τον θάνατό του ακόμη και μέχρι τις ημέρες μας.
Κάποτε, αναφέρεται στον βίο του, ένας κτηματίας από την περιοχή του Νούτς που απέχει μόλις σαράντα βέρστια από το Σαρώφ, ονόματι Μιχαήλ Βασιλίεβιτς Μοτοβίλωφ, αρρώστησε στην Λιφλανδία όπου βρισκόταν για στρατιωτική υπηρεσία. Τότε η φήμη του πατρός Σεραφείμ ως ιαματικού είχε απλωθεί σε όλα τα περίχωρα του Σαρώφ. Απεφάσισε λοιπόν και ο Μοτοβίλωφ να ζητήσει από αυτόν την θεραπεία του. Πήγε στην Μονή το 1823, βασταζόμενος στα χέρια των ανδρών του. Μόλις τον είδε ο Στάρετς τον ρώτησε τρεις φορές: -Πιστεύεις σταθερά στον Θεό; Σε κάθε ερώτηση εκείνος απαντούσε: - Πιστεύω ακράδαντα. Τότε ο Όσιος πήρε λάδι από το καντήλι της Παναγίας η οποία ονομαζόταν "Πάντων θλιβομένων η Χαρά" και άλειψε τα άρρωστα μέλη. Αμέσως όλα τα καύκαλα που σκέπαζαν το σώμα του έπεσαν. Ο Μοτοβίλωφ υγιής πια σηκώθηκε μόνος του και βγήκε από το κελλί του Στάρετς. Από τότε τον επισκεπτόταν πολύ συχνά και δημιουργήθηκε μεταξύ τους στενός σύνδεσμος.
Στις 6 Απριλίου του 1827 η Αλεξάνδρα Βαρθολομαίου Τιμοθέεφ Λεμπεντίν αρρώστησε με φοβερούς σπασμούς και εμετούς. Ύστερα από πολλές άκαρπες προσπάθειες των γιατρών να την θεραπεύσουν αποφάσισε να αφήσει την θεραπεία της στα χέρια του Θεού. Ο γιατρός της άλλωστε την διαβεβαίωσε ότι μόνον σ' Αυτόν μπορούσε πια να ελπίζει. Στις 11 Ιουνίου του 1827 είδε στον ύπνο της μια άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα με βαθουλωμένα μάτια που της είπε: Γιατί υποφέρεις και δεν αναζητάς γιατρό; Η Αλεξάνδρα τρόμαξε και άρχισε να κάνει τον σταυρό της. "Μην με φοβάσαι, είπε η γυναίκα, είμαι και γω άνθρωπος, μόνο που ανήκω στο βασίλειο των κεκοιμημένων. Σήκω από το κρεβάτι και πήγαινε γρήγορα στη Μονή του Σαρώφ". - Ποια είσαι εσύ και από που; τόλμησε να ρωτήσει η ασθενής. - Είμαι η Αλεξάνδρα, η πρώτη Ηγουμένη της Μονής του Ντιβέγιεβο. Το πρωί ξεκίνησε μαζί με τούς δικούς της για το Σαρώφ. Η άρρωστη πλησίασε στο κελλί του πατρός Σεραφείμ και είπε την ευχή. Εκείνος άνοιξε την πόρτα, την πήρε από το χέρι και την οδήγησε μέσα. Εκεί φόρεσε το πετραχείλι του, προσευχήθηκε ήσυχα στον Κύριο και στην Θεοτόκο και της έδωσε αντίδωρο, αγίασμα και τρία κομμάτια ζάχαρη. - Να τρως κάθε μέρα ένα κομμάτι ζάχαρη και να πίνεις αγίασμα, της είπε. Να πας επίσης στον τάφο της δούλης του Θεού Αλεξάνδρας, να κάνεις όσες μετάνοιες μπορείς και πάρε και λίγο χώμα από τον τάφο της. Η Αλεξάνδρα συμπάσχει για την ασθένειά σου και επιθυμεί να θεραπευθείς. Όταν αισθάνεσαι την λύπη να σε κυριεύει τότε να κάνεις την ακόλουθη προσευχή: "Πάτερ Σεραφείμ θυμήσου με στις προσευχές σου και παρεκάλεσε για μένα την αμαρτωλή, ώστε να μην με ξαναρίξει σ' αυτήν την αρρώστεια ο εχθρός του Θεού". Από τότε η ασθενής ένοιωσε να φεύγει από πάνω της κάθε αδυναμία και μνημόνευε τον Άγιο που την έκανε καλά.
Ο ίδιος ο Όσιος συζητώντας μία ημέρα με κάποιον πατέρα του εκμυστηρεύθηκε ότι είχε παρακαλέσει τον Θεό να θεραπεύει το νερό της πηγής του ασθένειες. Έτσι εξηγούνται οι μέχρι και σήμερα ακόμα ιαματικές ιδιότητες της πηγής του Οσίου. Το νερό αυτό δεν μουχλιάζει όσο καιρό κι αν μείνει μέσα σε κάποιο σκεύος κλειστό. Κανείς άλλωστε, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει τις θαυματουργικές ιδιότητες της πηγής. Όποιος λουζόταν με αυτό θεραπευόταν. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και κανείς δεν έπαθε ποτέ ψύξη όποιον καιρό κι αν πλενόταν στην πηγή που έγινε πηγή αμέτρητων ιάσεων τόσο τον καιρό που έζησε ο Άγιος όσο και σήμερα.
Από την πηγή αυτή του Αγίου, έχουμε φέρει αγίασμα, το οποίο παίρνουν οι πιστοί που έρχονται ως ευλαβείς προσκυνητές στο Μοναστήρι του, εδώ στο Τρίκορφο Δωρίδος, και πλείστοι έχουν θεραπευθεί από διάφορες ασθένειες, καρκίνους, καρδιά, ατεκνία κ.λπ.
Πολλές θαυματουργίες του Αγίου έγιναν σε ανθρώπους που είχαν δαιμόνιο και τούς τυραννούσε. Τούς δαιμονισμένους ο Όσιος τούς θεράπευε με την παρουσία του, τον Σταυρό του και την προσευχή του.

ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Πριν δύο περίπου χρόνια στη Μονή μας, και συγκεκριμένα την ημέρα της εορτής του Αγίου Σεραφείμ στις 19 Ιουλίου του 1993, δύο γυναίκες που έπασχαν από δαιμονισμό την ώρα ακριβώς της λιτάνευσης της Αγίας του Εικόνος, έπεσαν κάτω και φώναζαν τα δαιμόνια ότι ο Άγιος τα καίει. Μετά από λίγο οι δαίμονες μπροστά σε όλους τράπηκαν σε φυγή και από τότε οι δύο κοπέλες, με τις πρεσβείες του Αγίου Σεραφείμ, έγιναν καλά. Τα ονόματά τους και οι διευθύνσεις τους υπάρχουν στο Μοναστήρι μας.
Αλλά και η μητέρα του Γέροντά μας έπασχε από καρκίνο του δέρματος για περισσότερο από ένα χρόνο. Η πληγή που είχε στην περιοχή του στόματός της δεν έκλεινε και οι γιατροί απεφάσισαν να επέμβουν χειρουργικά. Στις 22 Αυγούστου του 1993 ήταν κανονισμένο να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Ο Άγιος Σεραφείμ έκανε όμως το θαύμα του. Από την ημέρα της γιορτής του, η κ. Παναγιώτα έβαζε καθημερινά το λαδάκι του πάνω στην πληγή του καρκίνου. Η πληγή άρχισε ξαφνικά να κλείνει και μέσα σε 20 ημέρες ο καρκίνος εξαφανίσθηκε. Οι γιατροί μάταια περίμεναν την κ. Παναγιώτα για να την χειρουργήσουν, αφού ο Άγιος Σεραφείμ είχε κάνει το θαύμα του.
Η κ. Πανταζοπούλου, από την περιοχή του Ζωγράφου, έχει την δική της μαρτυρία για την θαυματουργική επέμβαση του Αγίου Σεραφείμ στην περίπτωση του γιου της Ναπολέοντος, ο οποίος είχε κύστη κόκυγος και ο γιατρός είπε ότι πρέπει να γίνει εγχείρηση. Η κ. Πανταζοπούλου όμως ήξερε τον βίο του Αγίου Σεραφείμ και τα άπειρα θαύματά του. Με το λαδάκι του Αγίου λοιπόν άλειφε, με πίστη και προσευχή, την πληγή του παιδιού της και παρακαλούσε τον Άγιο για την θεραπεία του. Στην επόμενη επίσκεψή τους στον γιατρό, τον άκουσαν έκπληκτοι να τούς ρωτά πότε και που εγχειρίσθηκε ο μικρός. Απορημένη εκείνη τον διαβεβαίωσε ότι το παιδί δεν εισήχθει καν σε νοσοκομείο και ούτε φυσικά υπεβλήθει σε εγχείρηση. Ομολόγησε στον γιατρό ότι το μόνο που έκανε ήταν να αλείφει, με ελπίδα στον Θεό και στις πρεσβείες του Αγίου Του, με το λαδάκι την πληγή του παιδιού της. Ο γιατρός της έδειξε τότε ότι όχι μόνο το παιδί της γιατρεύτηκε αλλά και υπάρχει ακόμα και η τομή της εγχειρήσεως. Από τότε η οικογένεια Πανταζοπούλου τιμά τον Άγιο Σεραφείμ σαν προστάτη της.
Η κ. Νικολακοπούλου Μαρία, από την Οβρυά Πατρών, έπασχε από έναν όγκο σαν πορτοκάλι στους λεμφαδένες της. Με μεγάλη πίστη προσήλθε στη Μονή μας για να ζητήσει την βοήθεια του Αγίου Σεραφείμ του Ιαματικού. Παρακάλεσε έναν μοναχό να την σταυρώσει με το Τίμιο Ξύλο, την σταύρωσε και της έδωσε να βάλει τον αγιασμό από την πηγή του Αγίου Σεραφείμ. Και ω! του θαύματος! ο όγκος αποξηράνθηκε και η κ. Μαρία σήμερα είναι καλά.
Ο κ. Σάκκος Γεώργιος από το Αγρίνιο είχε λευχαιμία και ήλθε στο Μοναστήρι μας για να ζητήσει την βοήθεια του Αγίου Σεραφείμ. Προσευχήθηκε στον Άγιο και τον παρεκάλεσε να επέμβει. Μετά είπε σε κάποιο μοναχό και τον σταύρωσε με το Τίμιο Ξύλο, ο δε μοναχός που τον σταύρωσε του είπε: Πήγαινε και θα γίνεις καλά. Ο Άγιος θα επέμβει. Όπως και όντως έγινε και σήμερα είναι τελείως καλά.
Ο κ. Ευάγγελος Σωφρόνης, από την Ποταμούλα Αγρινίου, έπασχε, όπως μας δήλωσε, από βρογχίτιδα. Ερχόμενος στην Μονή μας και ακούγοντας τούς Μοναχούς που μιλούσαν για την ιαματική δύναμη του Αγίου Σεραφείμ παρεκάλεσε τον Άγιο Σεραφείμ να τον θεραπεύσει από την βρογχίτιδα. Πήρε δε αγιασμό του Αγίου και ήπιε. Μέχρι και σήμερα ο κ. Ευάγγελος δοξάζει τον άγιο Σεραφείμ ο οποίος τον θεράπευσε.
Ο κ. Παπασταματίου Αλέξανδρος, από το Κερατσίνι Πειραιώς, είχε όγκο. Παρεκάλεσε τον Άγιο, με πίστη και έβαλε επάνω του το αγίασμα του Αγίου. Την άλλη μέρα ο όγκος είχε εξαφανισθεί.
Η κ. Καίτη Κολοκυθά από την Ηλιούπολη, ήταν έτοιμη να γεννήσει, αλλά το παιδί δεν ελάμβανε την κατάλληλη θέση και οι γιατροί της είπαν ότι το παιδί θα το πάρουν με καισαρική. Αμέσως τηλεφώνησαν στη Μονή μας και ο Γέροντας τους είπε να πάνε στο πατρικό του σπίτι να πάρουν αγιασμό του Αγίου Σεραφείμ και να βάλουν πάνω στην κοιλιά της και το παιδί θα γυρίσει αμέσως στη φυσιολογική του θέση. Και, ω του θαύματος! μόλις έβαλαν τον αγιασμό, ο γιατρός έκπληκτος είδε το παιδί να λαμβάνει την κανονική θέση του τοκετού και το παιδί γεννήθηκε φυσιολογικά.
Η κυρία Μαϊστρέλλη Μαρία από τον Ασπρόπυργο μας διηγείται:
“Το θαύμα με το μοσχάρι
Ο γιος μου Παναγιώτης Παντελής είχε πάει στην κατασκήνωση το καλοκαίρι του 1999 στο Τρίκορφο.
Εκεί οι μοναχοί είπαν ότι ήθελαν να αγοράσουν ένα μοσχάρι. Το παιδί είπε στον πατέρα Χριστοφόρο ότι θα πω στους γονείς μου να φέρουμε ένα δικό μας.
Πράγματι το παιδί μας το ανέφερε και του υποσχεθήκαμε ότι μόλις γεννήσει μία αγελάδα που περιμέναμε (το Νο 47) θα το δώσουμε στο μοναστήρι. Τηλεφωνήσαμε στον πατέρα Χριστοφόρο και του το είπαμε.
Περνώντας όμως οι μέρες, αφού γέννησε η αγελάδα κοιτώντας το μοσχάρι σκέφθηκα αυτό να το κρατήσουμε γιατί ήταν πολύ όμορφο και να δώσουμε κάποιο άλλο.
Την επομένη το πρωί, ώρα 4.30, μόλις είχα μπει στο στάβλο, πίσω μου στην πόρτα ένοιωσα κάποιον να με κοιτά. Γύρισα με φόβο μήπως ήταν κάποιος για κακό.
Είδα ένα γέροντα με λευκό ράσο και κόκκινη ζώνη ο οποίος μου μίλησε αυστηρά.
- Το μοσχάρι να το πας εκεί που το έταξες.
- Θα πάω το άλλο που θα γεννηθεί, είπα.
- Όχι, θα πας το δικό μου που μου υποσχέθηκες. Την ίδια ημέρα πήρα το μοσχάρι με το σύζυγο και το πήγα εκεί στο Μοναστήρι του Τρικόρφου.
Μαϊστρέλλη Μαρία
Αυτά και άλλα πολλά σημεία και θαύματα δίδει στις ημέρες μας ο Άγιος, αλλά μετά τα θαύματα του Αγίου Σεραφείμ ας επανέλθουμε στη ζωή του για να την ολοκληρώσουμε. Η δράση του Στάρετς διευρυνόταν σε πολλούς τομείς της πνευματικής ζωής. Εκτός από πνευματικός καθοδηγητής πολλών πατέρων της Μονής του και των γύρω συνασκητών του, ήταν, όπως προαναφέραμε, και ο πνευματικός χιλιάδων ψυχών που έτρεχαν από παντού να πάρουν την ευχή του και να ζητήσουν την ίασή τους από διάφορες ασθένειες. Δεν αρκέσθηκε όμως σ’ αυτά.
Όταν κοιμήθηκαν οι στάρετς Παχώμιος και Ησαΐας, που ήσαν οι πνευματικοί πατέρες και καθοδηγητές της γυναικείας Μονής του Ντιβέγιεβο που τόσο ενίσχυσαν και στήριξαν τη Μονή, ανέλαβε, όπως το είχε υποσχεθεί, εκείνος πια ως πνευματικός πατέρας τις μοναχές, στέλνοντας πολλές ψυχές στον αγωνιστικό στίβο της μοναχικής ζωής. Σε μικρή απόσταση από την ανδρώα μονή που εγκαταβιούσε ο Άγιος βρισκόταν η γυναικεία Μονή του Ντιβέγιεβο για την οποία μεριμνούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μιμούμενος έτσι ο Άγιος Σεραφείμ το παράδειγμα του Αγίου Παχωμίου που πλησίον της ανδρώας του Μονής έκτισε και γυναικείο Ησυχαστήριο για την αδελφή του, η οποία έγινε Ηγουμένη και είχε κοντά της αρκετές μοναχές, αλλά και του Αγίου Ιγνατίου στη Μυτιλήνη που ίδρυσε την ανδρώα Μονή Λειμώνος και σε μικρή απόσταση την γυναικεία Μονή της Παναγίας της Μυρτιδιωτίσσης, φρόντιζε και προστάτευε ο Άγιος πνευματικώς και υλικώς, τις μοναχές. Μετά την κοίμησή του Αγίου, όπως το είχε προειπεί και ο ίδιος, κανείς δεν ανέλαβε τις ορφανές του μοναχές που ο Στάρετς παρέδωσε στην φροντίδα της Θεοτόκου, γνωρίζοντας με το προορατικό του χάρισμα ότι θα υποστούν πολλές θλίψεις και δοκιμασίες. Με εντολή της Θεοτόκου είχε αναλάβει και τις Μονές του Αρντατώφ και του Ζελενογκόρσκ.
Κάτι παρόμοιο έκανε και ο Γέροντας μας μιμούμενος τούς Αγίους μας, ο οποίος σε απόσταση έξι χιλιομέτρων από το Μοναστήρι μας, ίδρυσε την γυναικεία Ιερά Μονή του Αγίου Νεκταρίου & Αγίου Φανουρίου όπου εκεί μονάζουν οι ψυχές που θέλουν να αφιερωθούν στον Θεό, και θέλουν να έχουν ως πνευματικό τους πατέρα τον Γέροντα μας.
Για δωδέκατη φορά, στις 25 Μαρτίου του 1831, ένα χρόνο και δέκα μήνες πριν την κοίμησή του, αξιώθηκε μιας θαυμαστής θείας εμφανίσεως. Η Υπεραγία Θεοτόκος με δώδεκα Αγίες, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Αγγέλους, παρουσιάσθηκε στον Άγιο και συνομίλησε μαζί του, λέγοντάς του στο τέλος ότι γρήγορα θα είναι μαζί τους στον Παράδεισο. Σ’ αυτήν την συνάντηση μαζί με την Μητέρα του Θεού, Εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα μεριμνήσει η ίδια μετά τον θάνατό του για την Μονή του Ντιβέγιεβο και τις Μοναχές του.
Την 1η Ιανουαρίου του 1833, ημέρα Κυριακή, ο Όσιος λειτουργήθηκε για τελευταία φορά στο ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κεριά μπροστά σε όλες τις εικόνες, τις ασπάσθηκε και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ασπάσθηκε όλους τούς αδελφούς και τούς νουθετούσε. Παρ’ όλη την σωματική του κατάπτωση, που ήταν ιδιαίτερα εμφανής τον τελευταίο χρόνο, η πνευματική του διαύγεια ήταν ολοφάνερη, τόσο από αυτά που έλεγε όσο και από το άρρητο φως που εξέχεε το πρόσωπό του. Κατόπιν, την ίδια ημέρα, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Μονή του Ντιβέγιεβο. Ο Όσιος είχε την συνήθεια, ακόμη κι όταν έφευγε για την σκήτη του, να αφήνει αναμμένα κεριά στο κελλί του. Ο γείτονάς του και πολλές φορές διακονητής του, πατήρ Παύλος, του έλεγε ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πυρκαγιάς. "Όσο ζω φωτιά δεν θα ανάψει. Όταν όμως πεθάνω ο θάνατός μου θα γίνει αντιληπτός με το άναμα φωτιάς". Και πράγματι, στις 2 Ιανουαρίου το πρωί, βγαίνοντας ο πατήρ Παύλος από το κελλί του ένοιωσε έντονα την μυρωδιά καπνού. Έβγαινε από το κελλί του Οσίου. Ο πατήρ Παύλος χτύπησε την πόρτα και είπε την ευχή "Δι’ ευχών ...". Απάντηση δεν πήρε και έτρεξε φοβισμένος να βρει τούς πατέρες της Μονής. Γύρισαν μαζί με πολλούς πατέρες στο κελλί του Οσίου και παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα. Βρήκαν τον Άγιο σε στάση προσευχής γονατιστό μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με τον χάλκινο Σταυρό στον λαιμό του και τα χέρια στο στήθος του σε σχήμα σταυρού... Είχε παραδώσει την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού και το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, λάμποντας με το φως της αγιότητος.
Η κοίμησή του βύθισε σε μεγάλη λύπη όλους και κυρίως τις μοναχές του Ντιβέγιεβο και τους πατέρες της Μονής. Από παντού έτρεξαν να προσκυνήσουν το σκήνωμά του, που για οκτώ ημέρες βρισκόταν για προσκύνημα στο Καθολικό της Μονής, χιλιάδες ευεργετημένοι άνθρωποι απ’ όλη την Ρωσία. Ο Όσιος ακόμα και πριν την ανακήρυξή του ως Αγίου μακαριζόταν σ’ όλη την Ρωσία ως Άγιος. Και μετά την κοίμησή του πρεσβεύει ενώπιον του θρόνου του Θεού για όποιον τον επικαλείται. Αμέσως μετά την κοίμησή του άρχισε να κάνει πολλές εμφανίσεις και αμέτρητες θεραπείες σε αρρώστους και πονεμένους.
Το 1920 οι κομμουνιστές έκλεισαν το Μοναστήρι του Σαρώφ και πήραν τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ και τα μετέφεραν σε άγνωστο μέρος. Από τότε τίποτα δεν έγινε γνωστό πέρα από την προφητεία του Αγίου ότι σωματικά δεν θα επανέλθει στο Σαρωφ. Έως το 1990 αγνοείται η τύχη των αγίων λειψάνων του. Μέχρι που εντελώς τυχαία, οι υπάλληλοι του Μουσείου Θρησκειών και Αθεΐας, στις αρχές Νοεμβρίου του 1990 (το έτος που εμφανίστηκε το φως επί του Σταυρού της Μονής), ανακάλυψαν στο τμήμα ταπήτων, ένα κουτί ορθογώνιο τυλιγμένο με πανιά. Έβγαλαν τα πανιά και ω! του θαύματος, βρήκαν το λείψανο ενός Αγίου. Στα χέρια φορούσε επιμανίκια λευκά από ατλάζι που είχαν χρυσοκεντημένη την φράση "Άγιε Πάτερ Σεραφείμ πρέσβευε τω Θεώ υπέρ ημών". Και εκείνος εισακούοντας τις προσευχές χιλιάδων ανθρώπων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν σαν μεσίτη και προστάτη τους, δέεται ενώπιον της Τρισηλίου Θεότητος για την του κόσμου σωτηρία και την ίαση κάθε νόσου. Δικαίως πήρε την προσωνυμία "Άγιος Σεραφείμ ο ιαματικός" και είναι προστάτης των ασθενών. Ταις Αυτού ικεσίαις Χριστέ ο Θεός Σώσον τας ψυχάς ημών.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕ ΘΕΟΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΟΧΙ ΜΕ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ!







του Αιδεσιμ. Βασίλειου Βολουδάκη


Ἤδη ὁ καινούριος χρόνος ἔφθασε καί εἶναι ἕτοιμος νά τεθῆ στή διάθεση τοῦ καθενός μας γιά νά δείξουμε πάνω στή ροή του τίς ἐνέργειές μας, τόν χαρακτῆρα μας, τό ποιοί εἴμαστε, τί ζητᾶμε στή ζωή μας, ποῦ θέλουμε νά ἀνήκουμε καί σέ ποιόν ἐπιζητοῦμε νά μοιάσουμε.


Ὁ χρόνος, δέν εἶναι αὐθυπόστατος, οὔτε ἐνεργεῖ μόνος του, ἁπλῶς καταγράφει τίς ἐνέργειές μας. Ἐπειδή, ὅμως, δέν ἐνεργοῦμε μόνο ἐμεῖς ἀλλά, κυρίως, ἐνεργεῖ ὁ Θεός μέσα στό χρόνο, γι’ αὐτό ὁ κάθε χρόνος διχοτομεῖται σέ ἔτος ἀνθρώπων καί σέ Ἐνιαυτόν Κυρίου, ὥστε νά ἔχη ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς τήν δυνατότητα νά ὑπάρχη μέ τόν τρόπο τῆς ἐπιλογῆς του, εἴτε ἀνήκοντας στούς χωρίς Χριστό ἀνιαρούς, καταθλιπτικούς καί ἐπικίνδυνους χωρίς ἀγάπη ἀνθρώπους, εἴτε ἀνήκοντας στήν οἰκογένεια τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του.


Συνεπῶς, ὁ κάθε χρόνος δέν κυλάει σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς οὔτε στό κάθε σπίτι, οὔτε γιά κάθε ἄνθρωπο μέ τόν ἴδιο τρόπο, οὔτε δίνει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ἴδια αἴσθηση, ἀλλά ἔχει τόσες μορφές καί πρόσωπα, ὅσοι εἶναι καί οἱ ἄνθρωποι πού τόν ζοῦν.


Ἔχει, ὅμως, ὁ χρόνος καί τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ Ἐκεῖνος μᾶς εἶπε ὅτι θά εἶναι μαζί μας «πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» καί, βεβαίως δέν θά κάνη ἐξαίρεση φέτος, ἐγκαταλείποντας τόν κόσμο Του «στά χέρια» αὐτοῦ πού ἦταν «ἀνθρωποκτόνος ἀπ’ ἀρχῆς» καί ἐξακολουθεῖ νά εἶναι. Ὁ Χριστός δέν θά παύση νά εἶναι Ἡ Ὁδός, Ἡ Ἀλήθεια καί Ἡ Ζωή, ὅλων ἐκείνων πού Τόν ἀγαποῦν καί Τόν ἐπικαλοῦνται.


Ὡστόσο, ἐνῶ ὑποκειμενικά ὁ χρόνος βιώνεται ἀπό τόν καθένα μας «κατά τήν καρδίαν» καί «κατά τά ἔργα» μας καί γι’ αὐτό κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς ἀδικήση στό βαθύτερο «εἶναι» τῆς ψυχῆς μας –ἰδίως ἄν βιώνουμε τόν χρόνο «ὡς Ἐνιαυτόν Κυρίου» καί ὄχι ἁπλῶς «περνῶντας τήν ὥρα μας» – ἀπό τήν ἄλλη, ὅμως, μεριά, εἶναι ἀδύνατον νά μή μᾶς ἐπηρεάζη ἀρνητικά ἡ κακή πνευματική καί ψυχική κατάσταση τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ ὅλοι ζοῦμε στήν ἴδια κοινωνία καί εἶναι ἀπόλυτα φυσικό ὁ ἕνας νά ἐπηρεάζεται ἀπό τίς ἐνέργειες καί τά ἐνεργούμενα τοῦ ἄλλου καί ὅλοι μας νά ἐπηρεαζόμεθα ἀπό ὅλους. Οἱ τυχόν ἐξαιρέσεις τοῦ κανόνος αὐτοῦ εἶναι σπάνιες καί, βεβαίως, δέν μποροῦμε νά συμπεριλάβουμε τούς ἑαυτούς μας στίς ἐξαιρέσεις αὐτές.


Σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο βρίσκεται καί ἡ προσωπική μας εὐθύνη σάν Χριστιανῶν. Εὐθύνη γιά τήν προστασία τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπό τίς πολλές καί ποικίλες «ἑτεροδιδασκαλίες» καί ἀθεότητες, ἀπό τίς πλανερές κοσμικές συνήθειες καί ἀμοραλιστικές πρακτικές, πού ὁλοένα καί περισσότερο –χωρίς πολλές φορές νά τό καταλαβαίνουμε– εἰσχωροῦν στά ἐνδότερα τῆς ὑπάρξεώς μας καί γίνονται συμπεριφορά καί χαρακτήρας μας.


Ἀλλά καί ἡ ευθύνη μας γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πού ἔχουμε χρέος καί αὐτούς νά προστατεύουμε καί, ἰδίως, ἐκείνους πού εἶναι ψυχικά εὐπαθέστεροι καί εὐάλωτοι στίς ἐπιρροές τῶν «στοιχείων τοῦ κόσμου».


Ἔχουμε χρέος καί εὐθύνη γι’ αὐτά πού συμβαίνουν γύρω μας καί στήν Πατρίδα μας. Ἔχουμε εὐθύνη πολύ μεγάλη πού ἐγκαταλείψαμε ὅλους τούς τομεῖς τῆς Δημόσιας ζωῆς σέ χέρια ἀμοραλιστῶν καί «μισούντων τόν Κύριον» καί ἀσχοληθήκαμε ὅλοι μέ τό μικροσυμφεροντίδιό μας σάν γνήσιοι ἀτομιστές!


Οὔτε κἄν γιά τήν οἰκογένειά μας δέν φροντίσαμε, ἀλλά «ξεφορτωθήκαμε» ἐντελῶς ἀδιάφοροι τά παιδιά μας σέ ἕνα περιβάλλον διαφθορᾶς, ἀνηθικότητος καί χυδαίας καί ἀπροκάλυπτης ἀθεΐας, πού κατ’ εὐφημισμόν λέγεται ἀκόμα Σχολεῖο, σάν νά ζοῦμε σέ ἀπολυταρχικό καθεστώς πού δέν μποροῦμε πιά νά κάνουμε τίποτα ἀντίθετο στά κελεύσματά του!


Ἀκόμη καί σήμερα πού εἴδαμε πιά «τό Χάρο μέ τά μάτια μας», πού παριστάμεθα μάρτυρες ἑνός ἄγριου καί ἀπηνοῦς διωγμοῦ τῆς Πίστεως ἀπό τόν μαρτυρικό καί ἁγιασμένον Τόπο μας δέν ἀφυπνισθήκαμε, ἀλλά περιοριζόμεθα στό νά ἐκτονωθοῦμε μέ γενικόλογους «ἀφορισμούς» καί ρητορικές κορῶνες, ἐπαναλαμβάνοντες ἐν χορῷ –κληρικοί καί λαϊκοί– τά ἴδια καί τά ἴδια ἀνιαρά καί ἀνούσια, τάχα πατριωτικά καί νταηλίδικα: «Νά ἐξεγερθοῦμε! Νά ἐπαναστατήσουμε! Γρηγορεῖτε! Ὑπάρχει κρίση ἠθική! Οἱ πολιτικοί μας εἶναι ἄθεοι, μασῶνοι! Ἄς ἐνεργήσουν πρός τό συμφέρον τοῦ λαοῦ! Πρέπει νά κάνουμε πνευματική ἐπανάσταση»!... καί ἄλλα τέτοια βαρύγδουπα, πού λέγονται μέ τόσο “προφητικό” καμάρι, σάν νά μήν τά ἔχη εἰπεῖ κανείς ἄλλος μέχρι σήμερα, σάν νά ἀνακάλυψαν μόλις τώρα τήν Ἀμερική ἤ τόν Διάβολο!


Ὅλα αὐτά τά τόσο …ἀποτελεσματικά καί …τελέσφορα(!), ὁ μέν διάβολος τά γράφει στά “παληά του τά παπούτσια”, γιατί δέν εἶναι χαζός νά φοβᾶται τά παχειά λόγια, πού ποτέ δέν ὑλοποιοῦνται, οἱ δέ πολιτικοί μας, διαπιστώνοντας ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο “κοιμισμένοι” ζῶντες τό δικό τους …ἡρωϊκό παραλήρημα, εὐφραίνονται καί συνεχίζουν ἀπτόητοι νά “πίνουν εἰς ὑγείαν τοῦ κορόϊδου” Ἑλληνικοῦ λαοῦ!


Ἀλλοίμονο ἄν οἱ Πατέρες μας τό 1821 ἐξαντλοῦντο σέ τέτοιου εἴδους ἀνόητες καί ἀφελεῖς κορῶνες καί δέν ἔπιαναν τά ὅπλα νά διώξουν ἀπό κάθε γωνιά τῆς Πατρίδος μας τόν βάρβαρο Ἀντίχριστο! Ἀλλοίμονο ἄν οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ Ἡγούμενοι τῶν Μοναστηριῶν καί οἱ Ἱερεῖς δέν ἀσχολοῦντο μέ τά …“ἀντιχριστιανικά” καί …“ἁμαρτωλά” ὅπλα –καί μάλιστα νά τά ἀποθηκεύουν στά Μοναστήρια τους καί νά κάνουν οἱ ἴδιοι οἱ Μοναχοί τή διανομή τους στούς πολεμιστές(!)– καί περιορίζονταν στό τάχα πνευματικό τους ἔργο “νά σώσουν καμμιά ψυχούλα”, ὅπως ἀκοῦμε σήμερα ἀπό καλούς ἀλλά ἀφελεῖς κληρικούς, πού δέν εἶναι οὔτε τώρα ἀκόμη (ὄχι πρό ἑξαετίας πού τούς τά λέγαμε) εἰς θέσιν νά καταλάβουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας καί ἡ Πίστη μας ἀλλά καί ὁ εὐσεβής –κυρίως– λαός μας εἶναι ὑπό ἀπηνῆ διωγμόν ἀπό τούς πολιτικούς!


Καί νά φαντασθῆ κανείς ὅτι τά ὅπλα πού χρειάζονται σήμερα δέν εἶναι τόσο …“ἁμαρτωλά”, ὅπως τό 1821! Σήμερα δέν χρειάζεται νά …ἁμαρτήσουμε ἀλλά ἁπλῶς νά διεκδικήσουμε τό Κοινοβούλιο. Νά μποῦμε μέσα στή Βουλή μέ νόμιμες καί δημοκρατικές διαδικασίες καί νά διώξουμε ἀπό τήν διακυβέρνηση τῆς Πατρίδος μας ὅλους τούς ξενοκίνητους ἰδιότυπους κατα­κτητές. Νά πάψουμε νά κλαιγόμαστε σάν φτωχοί συγγενεῖς ἤ ἐπαῖτες, ἀλλά μέ τήν ψῆφο μας σέ ἀληθινά πιστούς ἀνθρώπους, γνήσιους στρατιῶτες τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ Παναγίας μας, νά κάνουμε τούς ἐχθρούς τοῦ Σταυροῦ νά κλαῖνε μέ μαῦρο δάκρυ, γιατί θά διαπιστώσουν στήν πράξη ὅτι μέ τόν Χριστιανό δέν μπορεῖ κανείς νά “παίζη”!


Αὐτή εἶναι ἡ στρατηγική πού μᾶς χρειάζεται. Οὔτε φωνές, οὔτε κραυγές, οὔτε κορῶνες. Ὁ Χριστιανός δέν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ “ἀέρα” ἀλλά τῆς Πράξεως. Τό δύσκολο εἶναι νά βρῆς πραγμα­τικούς Χριστιανούς!


Οἱ ἐλπίδες μας πλέον εἶναι μόνο στόν Θεό, στήν Ὑπεραγία Θεοτόκον καί σ’ αὐτούς πού θά ἐπιλέξουν ἀπό τή νέα χρονιά νά ζήσουν πραγματικά τόν «Ἐνιαυτόν Κυρίου» καί ὄχι σ’ ἐκείνους πού θεωροῦν πνευματική ζωή τό νά χάνουν ἄσκοπα τόν καιρό τους «ἀέρα δέροντες»!
Καλή καί εὐλογημένη Χρονιά!

Έτοιμα και τα γλυκά!



















Άγιος Βασίλειος ο Μέγας




Βίος και Πολιτεία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου
Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων.
Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης,
ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:

την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης, ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη αγάπησε και που γι' Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.

Ουάλης
Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.
Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.
Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί την βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμον. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων Άνθιμον και ενώθηκαν και πάλι οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.
Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι' άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλι ο Ναός εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.



Οσιος Εφραίμ ο Σύρος
Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.
Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος εχειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.


Μιμητής Χριστού
Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ' ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ' αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι' αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.
Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.
Απολυτίκιο. Ήχος α'.
Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου
δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
την φύσιν των όντων ετράνωσας,
τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ όσιε,
Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,
δωρήσθαι ημίν το μέγα έλεος.
http://www.impantokratoros.gr/

Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Πολυ τεκνία και Ιερωσύνη



ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, πρώτη τοῦ ἔτους, ἑορτάζουμε καὶ τὴ μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν καὶ οἰκουμενικοῦ διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας Βασιλείου τοῦ Μεγάλου.

Δὲν θὰ μιλήσουμε διεξοδικῶς γι᾽ αὐτόν. Θέλω μόνο νὰ συγκεντρώσω τὴν προσοχή σας κυρίως σὲ δύο σημεῖατοῦ βίου του.
* * *
Ποιά ἦταν ἡ πατρίδα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος τιμᾶται παντοῦ στὴν Ὀρθοδοξία;
Εἶνε ἡ χώρα ἐκείνη ποὺ γέννησε τοὺς περισσοτέρους καὶ μεγαλυτέρους μάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς πίστεως, ἡ γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν μεροληπτοῦμε· ἡ ἱστορία βεβαιώνει, ὅτι Μικρὰ Ἀσία καὶ Πόντος ὑπῆρξαν τὰ εὐγενέστερα μέρη τοῦ χριστιανισμοῦ. Γεννήθηκε στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας τὸ 330 μ.Χ.. Ἐὰν πᾶμε στὰ μέρη αὐτά, ὅπου νὰ σκαλίσουμε τὰ χώματα, θὰ βροῦμε ὀστᾶ ἁγίων, ἡρώων καὶ μαρτύρων. Ἐκεῖ τάφοι, ἐκεῖ ἱερὰ λείψανα, ἐκεῖ μοναστήρια, ἐκεῖ ἀσκηταί, ἐκεῖ πατέρες καὶ διδάσκαλοι, ἐκεῖ οἱ Βασίλειοι καὶ οἱ Γρηγόριοι, ἐκεῖ τὸ ἄνθος καὶ ἡ εὐωδία τῆς πίστεως· ἕνας παράδεισος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ παράδεισος αὐτὸς κράτησε πολλὰ χρόνια, ἕως ὅτου ἦρθε ἡ ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα τοῦ 1922 καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ χριστιανισμὸς ξερριζώθηκε. Τώρα ἐκεῖ ποὺ λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος ἀκούγονται χοτζάδες· τὶς ἐκκλησιὲς καὶ τὰ μοναστήρια τῆς Καππαδοκίας, τῆς εὐλογημένης χώρας, τὶς κατέλαβαν οἱ μουσουλμᾶνοι καὶ τὶς ἔκαναν τζαμιά, ἀποθῆκες καὶ κινηματογράφους. Ὤ συμφορά, ποὺ ὅποιος δὲν τὴν αἰσθάνεται δὲν εἶνε Ἕλληνας, δὲν εἶνε Χριστιανός!
Εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός. Γι᾽ αὐτὸ μᾶς ξερρίζωσαν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀπὸ τὰ ἅγια μέρη ὅπου ἔζησαν καὶ ἔδρασαν οἱ πρόγονοί μας. Τώρα ἐμεῖς εἴμαστε ἀνάξιοι γι᾽ αὐτά. Ἀλλὰ σημειώσατέ το, τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας —τὸ πιστεύω ἀκραδάντως—θὰ ᾿ρθῇ ἅγια μέρα ποὺ θὰ πᾶνε στὴν Καππαδοκία, στὴν Καισαρεία, στὸ Ἰκόνιο, στὴν Ἄγκυρα, ἐκεῖ ὅπου μᾶς περιμένει νέφος μαρτύρων!
Στὴν Καισάρεια λοιπόν, τὴ δοξασμένη πόλι, γεννήθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ γονεῖς του εὐσεβεῖς. Τὰ ὀνόματά τους· Βασίλειος ὁ πατέρας —τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὸν υἱό—, καὶ ἡ μητέρα Ἐμμέλεια. Καὶ πόσα παιδιὰ εἶχαν; Μὴ γελάσετε! ἐὰν ἀκούῃ τὰ λόγια μου αὐτὰ κάποιος μοντέρνος, ἄνθρωπος τοῦ νέου καιροῦ, ἂς μὴ γελάσῃ. Τὸ λέω αὐτό, διότι σήμερα οἱ πολλοὶ δὲ γεννοῦν παιδιά, κ᾽ ἐπὶ πλέον ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ζοῦν φυσιολογικά. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου λοιπὸν εἶχε δέκα παιδιά, τόσα γέννησε ἡ μητέρα του.
Δέκα παιδιά! ἀκοῦτε; Δέκα παιδιά. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ὁ δεύτερος. Μέσα στὸ σπίτι ὑπῆρχε μιὰ σπουδαία ψυχή, ἡ γιαγιά· ἦταν ἡ γιαγιά του ἡ Μακρίνα, μιὰ ἁγία γυναίκα. Ὅταν μεγάλωσε ὁ Βασίλειος κ᾽ ἔγινε σπουδαῖος, ἐπίσκοπος – ἀρχιεπίσκοπος μὲ φήμη μεγάλη, ὅταν θυμόταν τὴ γιαγιά του ἔκλαιγε. Συνεκινεῖτο, διότι αὐτὴ ἡ γιαγιὰ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ φύτευσε στὴν καρδιὰ τοῦ μικροῦ Βασιλείου τὴν εὐσέβεια.
Ἀπὸ τὰ δέκα ἀδέρφια ὁ δεύτερος αὐτὸς ἐσπούδασε κατ᾽ ἀρχὴν στὴν Καισάρεια, καὶ κατόπιν στὴν Ἀθήνα. Μετὰ τὶς σπουδές του ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα καὶ γιὰ λίγο ἔγινε δικηγόρος, ὁ καλύτερος δικηγόρος τῆς πόλεως.
Ἐγκατέλειψε ὅμως τὸ δικηγορικὸ ἐπάγγελμα, πῆγε στὸν Πόντο, κ᾽ ἐκεῖ ἀσκήτευσε, προσευχήθηκε, μελέτησε τὰς Γραφάς. Τέλος ἔγινε ἐπίσκοπος, διαπρεπὴς ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ τὸ σπίτι – τὴν οἰκογένεια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου βγῆκαν τρεῖς κληρικοί, τρεῖς ἐπίσκοποι· ὁ Μέγας Βασίλειος ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ὁ Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης, καὶ Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβαστείας.
* * *
Αὐτὸς εἶνε, ἀγαπητοί μου, μὲ μεγάλη συντομία, ὁ βίος καὶ ἡ δρᾶσις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Δύο πράγματα ἂς προσέξουμε.
⃝Τὸ ἕνα εἶνε ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος βγῆκε ἀπὸ πολύτεκνη οἰκογένεια. Τὸ τονίζω καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ τονίζω αὐτό· ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων, αὐτὸ εἶνε γεγονός. Ὅποιος εἶνε πολύτεκνος, βλέπει μέσ᾿ στὸ σπίτι του θαύματα. Θαύματα ζητοῦμε, ἀλλὰ τὰ θαύματα εἶνε στοὺς πολυτέκνους. Συνάντησα πρὸ καιροῦ ἕνα πολύτεκνο μὲ 12 παιδιὰ καὶ μοῦ ἔλεγε· ―Πιστεύω στὸ Θεό. —Γιατί; τοῦ λέω. —Διότι τὸ θαῦμα τό ᾿δα μέσ᾿ στὸ σπίτι μου. Ὅλα τὰ παιδιά μου ἀποκαταστάθηκαν. Ἦταν μέρες ποὺ δὲν εἶχα δραχμή, ἀλλὰ πίστευα στὸ Θεὸ κ᾽ ἐκεῖνος προστάτευσε…. Ὁ Θεὸς εἶνε μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκτελοῦν τὸ θέλημά του.
Τώρα παιδιά; Τίποτα· ἕνα-δυό, ἕνα-δυό, παραπάνω σπάνια. Εἶνε ἡ νέα μόδα, τὸ σύστημα τὸ δαιμονικό. Λένε, ὅτι δὲν ἀφήνει ἡ φτώχεια. Ψέμα.Τόσα ξοδεύουν σὲ λοῦσσα καὶ διασκεδάσεις. Μὲ ὅσα δίνουν σὲ τυχερὰ παιχνίδια, χαρτιά, νυχτερινὰ κέντρα κ.τ.λ., μποροῦν νὰ ζήσουν πολλὰ παιδιά. Ἔγινε ὑπολογισμὸς καὶ βρέθηκε, ὅτι μὲ τὰ ἔξοδα στὸν καπνό, τὸ τσιγάρο, τὰ ποτά, τὴν πολυτέλεια, ἂν τὰ μαζέψουμε, μποροῦμε νὰ συντηρήσουμε 100 χιλιάδες παιδιά! Ἀλλὰ ποῦ ἀφήνει ἡ φιλαυτία; Ὄχι λοιπὸν ἡ φτώχεια, κάτι ἄλλο εἶνε ἡ αἰτία τῆς ὀλιγοτεκνίας· ἡ ἀπιστία εἶνε ποὺ δὲν ἀφήνει τοὺς γονεῖς νὰ γίνουν πολύτεκνοι. Δὲν πιστεύουν πλέον. Ἄνθρωπε, τὸ παιδὶ δὲν εἶνε δικό σου· τοῦ Θεοῦ εἶνε. Δὲ γίνεται ἔτσι μέσα στὴ μήτρα· ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό, ὡς δῶρο οὐράνιο.
Δυστυχῶς μερικὲς κυράδες, ὅταν ἀκοῦνε νὰ τοὺς μιλάῃ κανεὶς μὲ πόνο καὶ δάκρυα γι᾽ αὐτά, γελᾶνε. Ἀλλὰ θὰ κλάψουν! Καὶ μαζί τους θὰ κλάψῃ ὅλη ἡ πατρίδα. Εχουμε τὰ λιγώτερα παιδιὰ στὰ Βαλκάνια. Οἱ ἄλλοι λαοὶ ἔχουν παιδιά, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε. Γηροκομεῖο καταντήσαμε. Καὶ ὑπάρχει μεγάλος φόβος νὰ σβήσουμε ὡς φυλή, ν᾿ ἀποθάνῃ αὐτὸ τὸ ἔνδοξο γένος. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λένε ἐπιστήμονες.
Μετρῆστε, τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα, πόσοι πηγαίνουν στὶς κλινικές, στὰ σφαγεῖα αὐτὰ τῶν γιατρῶν, γιὰ ἐκτρώσεις. Καὶ κάθε ἔκτρωσι καὶ λίρα. Μισὸ ἑκατομμύριο ἐκτρώσεις τὸ χρόνο στὴν Ἑλλάδα! «Φρίξον ἥλιε, στέναξον γῆ». Πῶς δὲν ἀνοίγει ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ, πῶς δὲ σείεται ὁ τόπος, πῶς δὲν πέφτουν τὰ ἄστρα νὰ γίνουν ἀστροπελέκια στὰ κεφάλια μας!
Ἦρθε πρὸ ἡμερῶν στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῶν συνόρων – μέχρι ἐκεῖ ἔφτασε ἡ ψώρα. Ρωτάω· ―Τί κάνεις, ποῦ εἶνε τὰ παιδιά; ―Νά, λέει, ὁ δάσκαλος στὸ χωριὸ κ᾽ ἐκείνη ἡ γιατρίνα μὲ συμβούλεψαν νὰ μὴν κάνω παιδιά…. Καὶ ἔκανε –πόσες ἐκτρώσεις; Τρεῖς! Θεέ μου Θεέ μου! Μεγάλο τὸ
ἔγκλημα αὐτό. Οἱ γυναῖκες ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις ἔχουν μεγάλο κρίμα. Δέκα χρόνια τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ πλησιάσουν τὴ θεία Κοινωνία. Ἀλλὰ ποῦ συναίσθησι; Κατάρα πέφτει —δὲν τὸ λέω ἐγώ— στὰ σπίτια ποὺ μὲ ποικίλα σατανικὰ μέσα ἀποφεύγουν νὰ κάνουν παιδιά. Καὶ γυναῖκες ποὺ δὲ γεννοῦν ἀλλὰ κάνουν ἐκτρώσεις —τὸ λένε στατιστικές— πεθαίνουν ἀράδα ἀπὸ καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν. Τιμωρεῖ ὁ Θεός. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, κ᾽ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα, καὶ πληρώνουμε ἐδῶ μὲ τόκο κ᾽ ἐπιτόκιο
. ⃝Τὸ ἕνα λοιπὸν δίδαγμα εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὰ σπίτια τῶν πολυτέκνων. Τὸ ἄλλο ποιό εἶνε· ὅτι ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο σπίτι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου βγῆκαν τρεῖς κληρικοί. Ἦταν ἡ ἁγία ἐποχὴ ποὺ οἱ γονεῖς χαίρονταν νὰ βλέπουν τὸ παιδί τους κοντὰ στὸ ἀναλόγιο, νὰ γίνεται ἀναγνώστης. Τὸ θεωροῦσαν αυτὸ μεγάλη τιμὴ στὴν Καισάρεια, στὸν Πόντο, στὸ Ἰκόνιο, στὴν Ἄγκυρα, τὰ παιδιὰ νὰ γίνουν ὑπηρέται τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα; Μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό!
Τώρα; ξοδεύουν γιὰ τὰ δύο παιδάκια τους νὰ γίνουν ὁ ἕνας γιατρὸς κι ὁ ἄλλος μηχανικός. Παπᾶς; Ὄχι! ἂν πῇ νὰ γίνῃ παπᾶς, κλαῖνε καὶ θρηνοῦν. Ἔτσι, οἱ ἄλλες γειτονικὲς χῶρες ἔχουν παπᾶδες· ἐμεῖς ἐδῶ ἔχουμε χίλια χωριὰ χωρὶς παπᾶ, ποὺ δὲν ἔκαναν φέτος Χριστούγεννα. Κανείς δὲ γίνεται παπᾶς. Καὶ γιατί νὰ γίνῃ; γιὰ νὰ τὸν ἐμπαίζῃς ἐσύ; κορόϊδο εἶνε; Δὲν ὑπάρχουν παπᾶδες, κ᾽ εἶνε σημεῖο τῶν καιρῶν. Κινδυνεύουμε νὰ κλείσουν οἱ ἐκκλησιές.
* * *
Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, εὐλογῶ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων. Καὶ στὶς ἄλλες οἰκογένειες εὔχομαι, ἀντρόγυνα ποὺ διαπράττουν τὸ ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων καὶ τῆς ἀποφυγῆς τῆς τεκνογονίας νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸ θεῖο θέλημα. Καὶ τέλος παρακαλῶ ὅλους νὰ προσπαθήσουν, μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ σπίτια νὰ βγοῦν παιδιὰ πιστὰ ἁγνὰ καὶ γενναῖα ποὺ θὰ φορέσουν τὸ ῥάσο. Τὰ χριστιανικὰ σπίτια ἔχουν ἔξυπνα παιδιὰ καὶ ἔβγαλαν καὶ δασκάλους καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ μηχανικούς· ἀλλὰ παπᾶδες δὲ μᾶς ἔδωσαν! Εἴθε ὅσοι ἀκοῦν τὰ λόγια μου αὐτὰ ν᾽ ἀναλογισθοῦν ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη εὐλαβῶν ἱερέων, κ᾽ εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς προστατεύσῃ ὅλους· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Βασιλείου Φιλώτα – Ἀμυνταίουτὴν 1-1-1978 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 1-1-2011.

Καλή Χρονιά, Λευτεριά στα Κατεχόμενα, Γεωτρήσεις σε Κρήτη-Καστελόριζο-Αιγαίο, Λευτεριά στους Κούρδους, Λευτεριά από τους φαύλους πολιτικούς!