Συνολικές προβολές σελίδας
Τρίτη 5 Ιουνίου 2012
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϋ
του Γιώργου Καραμπελιά
Αυτό
το ερώτημα θα πρέπει και μπορεί να αντιμετωπιστεί από πολλές πλευρές.
Και από καμία δεν διαπιστώνεται πως ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπροσωπεύει το νέο.
Αντίθετα, από όλες τις πλευρές αντιπροσωπεύει το παλιό.
Ιδεολογικά, οι περισσότερες συνιστώσες του, εκτός από ελάχιστες πασοκογενείς –ΔΗΚΚΙ, Νέοι Σοσιαλιστές, κ.λπ. που δεν παίζουν κανένα ρόλο στην ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση του σχήματος– παραμένουν αγκιστρωμένες στα τριτοδιεθνιστικά σχήματα της μονοδιάστατης προσκόλλησης στην πάλη των τάξεων, υποτιμώντας δραματικά τόσο την εθνική διάσταση των αντιθέσεων, όσο και την οικολογική ή την ανθρωπολογική. Όλα τα τελευταία χρόνια, όταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός και οι ιδεολογίες του μπήκαν σε μια αξεπέραστη κρίση, οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ παρέμεναν προσκολλημένες στα παλιά ιδεολογικά σχήματα, χωρίς να πραγματοποιούν ούτε ένα βήμα μπροστά, στο θεωρητικό πεδίο. Αρκεί κανείς να διαβάσει τα αναρίθμητα κείμενά τους στα έντυπά τους και το διαδίκτυο. Η ιδεολογία αυτού του «νέου σχήματος» μένει αγκιστρωμένη στα σχήματα του… δέκατου ένατου αιώνα.
Ιδεολογικά, οι περισσότερες συνιστώσες του, εκτός από ελάχιστες πασοκογενείς –ΔΗΚΚΙ, Νέοι Σοσιαλιστές, κ.λπ. που δεν παίζουν κανένα ρόλο στην ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση του σχήματος– παραμένουν αγκιστρωμένες στα τριτοδιεθνιστικά σχήματα της μονοδιάστατης προσκόλλησης στην πάλη των τάξεων, υποτιμώντας δραματικά τόσο την εθνική διάσταση των αντιθέσεων, όσο και την οικολογική ή την ανθρωπολογική. Όλα τα τελευταία χρόνια, όταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός και οι ιδεολογίες του μπήκαν σε μια αξεπέραστη κρίση, οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ παρέμεναν προσκολλημένες στα παλιά ιδεολογικά σχήματα, χωρίς να πραγματοποιούν ούτε ένα βήμα μπροστά, στο θεωρητικό πεδίο. Αρκεί κανείς να διαβάσει τα αναρίθμητα κείμενά τους στα έντυπά τους και το διαδίκτυο. Η ιδεολογία αυτού του «νέου σχήματος» μένει αγκιστρωμένη στα σχήματα του… δέκατου ένατου αιώνα.
Όμως,
εκτός από την ιδεολογική αγκύλωση, το σχήμα μυρίζει ναφθαλίνη
και πολιτικά. Οι άνθρωποί του προέρχονται από το ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτ. και
τον αριστερισμό. Το ΚΚΕ έχει ζωή ενενήντα χρόνων, το ΚΚΕ εσωτ. ιδρύθηκε
το 1968 και οι περισσότερες αριστερίστικες οργανώσεις στην αμέσως
προδικτατορική περίοδο, στη χούντα, ή αμέσως μετά. Ιδιαίτερα οι δύο
βασικές του συνιστώσες, οι προερχόμενοι από το ΚΚΕ (Αλαβάνος,
Δραγασάκης, Λαφαζάνης κ.ά.) ή από το ΚΚΕ εσωτ. (Βούτσης, Μπαλάφας,
Παπαδημούλης κ.ά.) υπήρξαν σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης στελέχη
του πολιτικού συστήματος, επαγγελματίες πολιτικοί, βουλευτές,
ευρωβουλευτές και ορισμένοι χρημάτισαν ακόμα και υπουργοί, όπως ο
Δραγασάκης, έστω και για λίγο, στην κυβέρνηση Ζολώτα. Αρκετοί από αυτούς
μπήκαν ως επαγγελματίες στην πολιτική πριν από τριανταπέντε χρόνια και
συνεχίζουν απτόητοι μέχρι σήμερα.
Περισσότερη
σημασία όμως έχει το ότι η πολιτική και ιδεολογική τους διαδρομή
παραμένει ταυτισμένη με τη μεταπολίτευση. Διακηρύσσουν διαρκώς πως οι
«άλλοι», οι εκπρόσωποι του δικομματισμού, είχαν την εξουσία ενώ οι ίδιοι
παραμένουν αμόλυντοι από τις σειρήνες της εξουσίας. Ωστόσο, ο
δικομματισμός δεν αποτελεί το κύριο στοιχείο της μεταπολίτευσης. Το
βασικό χαρακτηριστικό της μεταπολίτευσης υπήρξε η παρασιτική
ενσωμάτωση της χώρας –ή μάλλον η ολοκλήρωσή της– στο παγκοσμιοποιημένο
σύστημα και η υποχώρηση του ελληνικού έθνους-κράτους έναντι τόσο των
υπερεθνικών οργανισμών, όσο και έναντι του αναδυόμενου τουρκικού
νεο-οθωμανικού ηγεμονισμού. Η ελληνική κοινωνία μετασχηματίστηκε σε
βάθος προς την κατεύθυνση της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής και
πνευματικής αλλοτρίωσης.
Η
Ελλάδα μεταβλήθηκε από χώρα ισχυρής δημογραφίας σε μία χώρα
υπογεννητικότητας, από χώρα «παραγωγής» μεταναστών σε χώρα μαζικής
υποδοχής, από χώρα σκληρά εργαζομένων, κατ’ εξοχήν στον αγροτικό και
δευτερογενή τομέα, σε χώρα γκαρσονιών, δημοσίων υπαλλήλων, πορτιέρηδων
σε μπαρ, όπου τις παραγωγικές εργασίες εκτελούν όλο και περισσότερο οι
οιονεί είλωτες, μετανάστες εργάτες. Στο πολιτισμικό και το πνευματικό
πεδίο, οι αξίες του πατριωτισμού, της εθνικής ιδιοπροσωπίας, της
σύνθεσης του εγχώριου με το διεθνές, αντικαταστάθηκαν από τον
κοσμοπολιτισμό, την λοιδορία των εθνικών συμβόλων και των αγωνιστικών
εθνικοαπελευθερωτικών παραδόσεων, την άρνηση της άμυνας της χώρας και
την εξύμνηση του ξένου, του δυτικού, του εισαγόμενου.
Και
εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ και ο χώρος του –στον οποίο ανήκει ιδεολογικά και η ΔΗΜΑΡ,
που εξάλλου ήταν μέχρι πριν δύο χρόνια συνιστώσα του– όχι απλώς
συμμετείχαν στη μεταπολίτευση αλλά αποτέλεσαν τον ιδεολογικό πυρήνα της.
Η ιδεολογία της «ανανεωτικής» και ευρωλάγνας αριστεράς αποτελεί
την κυρίαρχη ιδεολογία της μεταπολίτευσης. Στις εφημερίδες, στα
περιοδικά, στο θέατρο, τον κινηματογράφο, τα πανεπιστήμια, στα σχολειά,
στην τηλεόραση, τις εκδόσεις και στα περισσότερα think tanks των
μηχανισμών αναπαραγωγής του συστήματος, ακόμα και στις γενικές
γραμματείες των υπουργείων, η μεταπολιτευτική αριστερά κατέκτησε την
αδιαμφισβήτητη ηγεμονία. Μια ηγεμονία τόσο καθολική ώστε έδινε τον τόνο
και στους εκφραστές του ίδιου του δικομματισμού, τον οποίο εξάλλου
«έτρεφε» διαρκώς με ιδέες και έμψυχο υλικό. Έτσι, σταδιακώς, με συνεχείς
ενέσεις εκσυγχρονιστικής αριστερής ιδεολογίας, οι «βλάχοι» πατριώτες
του ΠΑΣΟΚ –με τη συνεπικουρία του χρήματος, που έρρεε αφειδώς–
μεταβλήθηκαν σε μοντέρνους «εκσυγχρονιστές» αντιπατριώτες. Οι κυριότεροι
ιδεολόγοι του εκσυγχρονισμού, από τον Τσουκαλά έως τον Μουζέλη και τον
Λιάκο εδώ έχουν την ιδεολογική τους αφετηρία. Που αλλού είχαν θητεύσει
οι Φραγκουδάκη, Δραγώνα, Ρεπούση; Και οι έμψυχες προσφορές στο κομματικό
προσωπικό δεν ήταν λίγες. Ο Πάγκαλος, ο Χριστοδουλάκης, ο Μόσιαλος, ο
Λοβέρδος, ο Ρουμελιώτης και αναρίθμητοι άλλοι θα καταλήξουν στο ΠΑΣΟΚ
προερχόμενοι από την Αριστερά. Αν κανείς μετρήσει και κατατάξει
κομματικά όλους όσους υπέγραφαν κατά του Χριστόδουλου, εναντίον του
Μιλόσεβιτς ή υπέρ του σχεδίου Ανάν, θα συναντήσει όλη την αφρόκρεμα του
πασοκικού και αριστερού εκσυγχρονισμού (ΣΥΡΙΖΑ και ΔΗΜΑΡ).
Και
αυτό που συμβαίνει σήμερα, όταν οι πολιτικοί εκφραστές της
μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ κατ’ εξοχήν και η εκπασοκισμένη και γερασμένη
Νέα Δημοκρατία, μπαίνουν σε βαθύτατη κρίση, τότε αναλαμβάνει το κόμμα
των ιδεολογικών φορέων της μεταπολίτευσης να εκφράσει το σύστημα. Ένα
κόμμα διανοουμένων και μεσοστρωμάτων των ιδεολογικών μηχανισμών
εκτινάσσεται αίφνης σε ρόλο πολιτικού πρωταγωνιστή, μια και οι
κομματικοί ξενιστές του πνέουν τα λοίσθια! Και ένας αυξανόμενος αριθμός
από τους πρώην Πασόκους, –Κατσέλη, Μητρόπουλος, Κοτσακάς, Ραυτόπουλος,
κ.λπ.– σπεύδουν να ξεπλυθούν σε αυτή τη δήθεν νέα κολυμβήθρα.
Γι’
αυτό εξ άλλου ο ΣΥΡΙΖΑ αποκρύπτει τη φύση της κρίσης που περνάει η
χώρα, ως κρίση του παρασιτικού εκσυγχρονισμού και κατά συνέπεια
ολόκληρης της μεταπολίτευσης, και την εμφανίζει απλώς ως κρίση του
«δικομματισμού», με τον ίδιο να διεκδικεί την κληρονομιά της νεκρής
πλέον μεταπολίτευσης.
Δεν
θα ασχοληθώ εδώ με το εάν ένα κόμμα-ιδεολογικός μηχανισμός μπορεί να
μεταβληθεί απότομα σε κόμμα διαχειριστή της εξουσίας. Η άποψή μου είναι
πως όχι, διότι ένας τέτοιος μετασχηματισμός θα απαιτούσε χρόνο και
βαθύτατες αλλαγές και, επομένως, το πιθανότερο είναι πως ο ρόλος του θα
είναι μάλλον μοιραίος. Εξάλλου έτσι συμβαίνει πάντα στην ιστορία. Όταν
κλείνει μια ιστορική εποχή, αναδεικνύονται στο προσκήνιο, έστω φευγαλέα,
οι βαθύτερες προϋποθέσεις της. Ας αναλογιστούμε τι σήμανε αυτό σε
παλαιότερες φάσεις της ιστορίας μας.
Όμως,
πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει και κάτι νέο…, τον νεαρό
αρχηγό του. Ωστόσο, ακόμα και καλές προθέσεις να έχει, όπως πολλοί φίλοι
υποστηρίζουν, είναι σε θέση να μεταβάλει έναν ισχυρό ιδεολογικό
μηχανισμό, βαθύτερη έκφραση της μεταπολίτευσης; Απίθανο, για να μην πω,
παντελώς αδύνατο. Οπότε το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να
αποτελεί τον ζωντανό και νεαρό Ντόριαν Γκρέυ, πίσω από τον οποίο
κρύβεται η γερασμένη Αριστερά της μεταπολίτευσης. Και το προσωπείο
αναπόφευκτα, κάποια στιγμή, θα δώσει τη θέση του στο πραγματικό πρόσωπο.
Με τραγικές συνέπειες για τον ίδιο και κυρίως για τη χώρα.
Οι Έξι Καθημερινές Εργασίες του κάθε πιστού!
Ζούσε στους πρώτους αιώνας ένας μοναχός, ό οποίος όσες φορές
τον ερωτούσε ό Ηγούμενος του «Πώς πηγαίνει; στην υγεία σου, αδελφέ;».
Αυτός πάντοτε παραπονιόταν ότι ήταν κατάκοπος από την πολλή
εργασία.
Ακούγοντας καθημερινώς ό Ηγούμενος το ίδιο παράπονο ερώτησε κάποια ημέρα τον Μοναχό: «Τι είδους εργασία κάμνεις και κοπιάζεις τόσον πολύ, αδελφέ;»
Ακούγοντας καθημερινώς ό Ηγούμενος το ίδιο παράπονο ερώτησε κάποια ημέρα τον Μοναχό: «Τι είδους εργασία κάμνεις και κοπιάζεις τόσον πολύ, αδελφέ;»
Και ό Μοναχός απάντησε: Άγιε Ηγούμενε έχω τόσες εργασίες κάθε
ημέρα και νύκτα, ώστε οί δυνάμεις μου δεν θα έφθαναν γι’ αυτές, εάν ό Θεός δεν
με βοηθούσε:
- Πρώτον, έχω δύο γεράκια, τα οποία προσπαθώ να κρατώ δέσμια και να τα εξημερώνω.
- Δεύτερον, έχω δύο λαγούς, τους οποίους φυλάγω για να μη φύγουν.
- Τρίτον, έχω δύο βόδια, τα οποία επιβλέπω για να εργάζονται.
- Τέταρτον, έχω ένα λύκο τον οποίον προσέχω δια να μη βλάψει κανένα.
- Πέμπτον, έχω ένα λιοντάρι, το οποίο προσπαθώ να κατανικήσω, και
- Έκτον, έχω ένα ασθενή, τον οποίον πρέπει πάντοτε να τον περιποιούμαι.
Ό Ηγούμενος αφού άκουσε αυτά γέλασε λίγο και είπε στον Μοναχό: Αυτά. παιδί μου,
δεν γίνονται, διότι είναι αδύνατον να εκτελεί κανείς τόσες εργασίες.
Και όμως, σεβαστέ μου πάτερ, απάντησε ό Μοναχός, σου είπα την αλήθεια.
Και ό Ηγούμενος, ό οποίος νόμιζε μέχρι ένα βαθμό επιπόλαια και χωρίς περιεχόμενο τα λόγια του Μοναχού, είπε: Εξήγησέ μου, παιδί μου, την παραβολή.
Και ό Μοναχός απάντησε:
Πρώτον, τα δύο γεράκια, Πάτερ μου, είναι τα δύο μάτια μου, τα
οποία πετούν, πηγαίνουν από δω και άπ’ εκεί και πρέπει να φροντίζω για να μη
δουν κάτι, το οποίο θα μπορούσε να με προτρέψει σε κάποια αμαρτία, πράγμα
δυστυχώς πού έπαθε ό προφήτης και βασιλιάς Δαβίδ, βλέποντας την γυναίκα του
Ούριου, την Βηρσαβεέ.
Δεύτερον, οι δύο λαγοί, είναι τα πόδια μου, τα οποία πρέπει
να εμποδίζω από το να τρέχουν στις ηδονές και τον δρόμο της αμαρτίας διότι εις
το βάπτισμά μου, όταν ό ιερεύς έχριε αυτά είπε: «Του πορεύεσθε τα διαβήματά
Σου» δηλαδή του Ιησού Χριστού. Φαντάζεσαι λοιπόν, Πάτερ μου, πόσους κόπους
χρειάζεται αυτό;
Τρίτον, τα δύο βόδια είναι τα χέρια μου, τα οποία επιβλέπω με
μεγάλη προσοχή για να εργάζονται. Να εργάζονται όμως το αγαθόν ως τα χέρια του
Κυρίου, πού πάλι στο βάπτισμά μου γι’ αυτά ό ιερεύς είπε’ «Αί χείρες σου
εποίησάν με και έπλασάν με».
Τέταρτον, ό λύκος είναι ή γλώσσα μου, ή οποία πάντοτε έχει
ανάγκη από χαλινάρι, για να μη δαγκάσει κανένα αδελφόν μου, με την κατηγορία,
πού είναι παρών ή απών και πεθάνει. Και αντιλαμβάνεσαι, πάτερ μου, όταν το Άγιο
Πνεύμα δια του Αδελφόθεου Ιακώβου για την γλώσσα λέγει: «Ει τις εν λόγω ου
πταιει, ούτος τέλειος ανήρ», και πάλιν’ «Ή γλώσσα πυρ, ό κόσμος της αδικίας,
ούτως ή γλώσσα καθίσταται εν τοις μέλεσιν ημών ή σπιλούσα (μολύνουσα) όλον το
σώμα…», και πάλιν: «Την γλώσσαν ουδείς δύναται ανθρώπων δαμάσαι ακατάσχετον
κακόν, μεστή ιού θανατηφόρου. Εν αυτή ευλογούμεν τον Θεόν και πατέρα, και εν
αυτή καταρώμεθα τους ανθρώπους τους καθ’ όμοίωσιν Θεού γεγονότος…» (Ίακ. γ’ 2,
6 και 8). Τι πρέπει να κάμνω εγώ με αυτό το θηρίο, τον λύκο πού έχω στο στόμα
μου;
Άλλα και ακόμη, πώς εγώ, πάτερ μου, να επιτύχω αυτό πού λέγει
ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος για την γλώσσα, για να μη λέγει περισσότερα ή
λιγότερα, αλλά όλα με το ζύγισμα να λέγω, για να είμαι δίκαιος χωρίς κόπου
μεγάλου; Δεν λέγει ό Άγιος ότι: ζυγαριά να εχομεν την γλώσσα μας ώστε με μεγάλη
προσοχή να ζυγίζομε τα λόγια μας και να μη λέμε περισσότερα ούτε λιγότερα αλλά
τα σωστά με ακρίβεια. Διότι, εάν ζυγίζομε με ακρίβεια και μεγάλη προσοχή τον
χρυσό και άλλα πράγματα, πρέπει, με μεγαλύτερη προσοχή και ακρίβεια, να
προσέχομε τα λόγια μας.
Και ακόμη, πάτερ μου, πώς να μη παλέψω με τον λύκο αυτόν, την γλώσσα μου, πού
διαβάζω τον Αββά Σισώη και λέγει’ «Αδελφέ, έχω τριάντα χρόνια όπου δεν κάμνω
πλέον δέησιν εις τον Θεόν περί αμαρτίας, αλλά αυτό μόνον λέγω εις την προσευχήν
μου Κύριε Ιησού Χριστέ σκέπασαν με από της γλώσσης μου, διότι τόσους χρόνους
έχω ασκητεύοντας και πάλιν σκοντάπτω με την γλώσσαν και αμαρτάνω».
Πέμπτον, ό λέων, πάτερ μου, είναι ή καρδιά μου, κατά της
οποίας διεξάγω νύκτα και ημέρα πεισματώδη αγώνα και δυστυχώς με έλκει με μεγάλη
βία σε όλα όσα βλάπτουν και καταστρέφουν την ψυχήν μου. Βλέπεις, πάτερ μου,
«ότι έγκειται ή διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού»
(Γεν. η’ 21), και ακόμη, ότι ή καρδία μου είναι ακάθαρτος ως είπεν ό Κύριος
μου’ «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι,
πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιέ’ 19)’ και ότι πράγματι
έτσι είναι και πρέπει να κουρασθώ να την καθαρίσω, μου το επιβεβαίωσε ό
Προφήτης Δαβίδ πού λέγει εις τον Κύριον: «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν έμοί ό
Θεός, και πνεύμα ευθές έγκαινισον εν τοις έγκατοις μου» (Ψαλμ. 50, 12),
και Έκτον, πάτερ μου, ό ασθενής, είναι το σώμα μου, το οποίον
ποτέ δεν ευρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Άλλοτε θέλει τροφή και άλλοτε νηστεία.
Άλλοτε ανάπαυση και άλλοτε τυραννία. Άλλοτε περίθαλψη και άλλοτε όχι, και για
τον λόγον αυτόν είμαι αναγκασμένος να έχω την προσοχή μου διαρκώς γυρισμένη
προς αυτό, για να το περιποιούμαι όσο είναι δίκαιο, επειδή χρειάζεται και αυτό
όπως το τσούφλι για το αυγό.
Αφού άκουσε αυτά ό Ηγούμενος από τον σοφό του Μοναχό, τον
συγχάρηκε και είπε: «Εάν όλοι κάναμε όπως εσύ τέκνον μου, δηλαδή να εργαζόμαστε
δια να συγκρατήσομε τα πάθη μας και ενημερώσομε τον κακόν – εαυτό μας, ή γη θα
γινόταν ουρανός και ‘όλοι θα είμασταν ευτυχισμένοι και ειρηνικοί».
Δυστυχώς, αγαπητοί, εμείς δεν εργαζόμαστε για τον εαυτό μας,
και ή κοινωνία μας κατάντησε ζούγκλα, καιτοι στην Κυριακή προσευχή ό Κύριος μας
προτρέπει να λέμε: «Έλθέτω ή βασιλεία σου…, ως εν ουρανώ και επί – της γης».
Άλλα που χρόνος για την ψυχή μας, την αρετή, την πίστη, τον
Χριστό, την σωτηρία της ψυχής μας.
Βλέπετε τον κόσμον και τα του κόσμου ανόητα και αμαρτωλά τα
έχουμε περισπούδαστα, μόδα, καφενείο, χαρτί, γήπεδο, ταβέρνα, διαφθορά, χορός
και γενικά ότι έχει σχέση με την σάρκα. Γι’ αυτό και φθάσαμε τόσο χαμηλά και
ζούμε σαν να μην γνωρίσαμε Χριστόν και είμεθα άξιοι της τύχης μας.
Αυτό τιμωρούμεθα από τις επιλογές και τις αμαρτίες μας. Είθε
να θελήσουμε να δεχθούμε τον θείο φωτισμό, εργαστούμε, για την κάθαρση των
αισθήσεων : από τα πάθη, και την απόκτηση των αρετών του Ευαγγελίου για να
έχομε ελπίδα σωτηρίας, με τις πρεσβείες της Παναγίας και όλων των Αγίων.
πηγή:εδώ
Ο πρώην «Μηχανόβιος» και νυν Μοναχός πατήρ Σωφρόνιος
![]() |
Η θαυματουργή Ιερά Εικόνα
της Παναγίας «Φοβερά Προστασία»
Ι.Μ. Κουτλουμουσίου
|
Ο πρώην «Μηχανόβιος» και νυν Μοναχός πατήρ Σωφρόνιος
ζούσε την τρέλα της νεότητός του με μοτοσυκλέτα πολλών κυβικών και από ταχύτητα
μέγιστη 150 χιλιόμετρα ανά ώρα πού ήταν ρυθμισμένη, μετά από μεταποίηση της
μηχανής, έφτασε να τρέχει με 230 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Επιδιδόταν δε και σε αυτοσχέδιους συναγωνισμούς με άλλους
παρομοίους του με μεγάλα χρηματικά στοιχήματα 400 και 500 χιλιάδες δραχμές.
Όμως ένα απόγευμα στους είδικούς δρόμους πού επέλεγαν να
τρέξουν (τους υποτίθεται χωρίς μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων), κατά την ώρα
ενός αυτοσχέδιου συναγωνισμού παρά την προσπάθειά του να αποφύγει ένα
αυτοκίνητο, έγινε σφοδρή σύγκρουση και πετάχτηκε 10 μέτρα μακριά μέσα σε ένα
χαντάκι έξω από το δρόμο.
Η μοτοσυκλέτα βεβαίως διαλύθηκε και ο ίδιος υπέστη θανάσιμα
τραύματα. Τον περισυνέλεξαν και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Μετά από την
επιβεβαίωση των ιατρών, τον οδήγησαν κατευθείαν στο νεκροτομείο, όπου ένας
νοσοκόμος – νεκροτόμος ανέλαβε να τον πλύνει και να τακτοποιήσει τα εγχυμένα
σπλάχνα του προκειμένου να τον παραλάβει το γραφείο τελετών πού είχαν στείλει
οι συγγενείς του.
Είχαν περάσει περίπου 8 ώρες από το συμβάν. Εκείνη την
στιγμή ανοίγει τα μάτια του, σηκώνεται και κάθεται στο μαρμάρινο τραπέζι του
νεκροτομείου. Ο νοσοκόμος έντρομος βάζει τις φωνές και αρχίζει να τρέχει προς
την έξοδο πανικόβλητος.
Αμέσως καταφθάνουν οι ιατροί, τον παραλαμβάνουν και τον
οδηγούν στο χειρουργείο όπου μετά από τις απαιτούμενες προσπάθειες
«συναρμολόγησης» άρχισε να παρουσιάζει σημεία βελτίωσης.
Παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα εως ότου θεραπεύτηκε
πλήρως και εξήλθε από το νοσοκομείο υγιής. Στη συνέχεια δι΄ αγνωστους δι΄ ημάς
λόγους, γνωστούς όμως εις τον ίδιον, εξεδήλωσε την επιθυμία να γίνει μοναχός!
Ο ίδιος διηγείται:… όταν μετά την σύγκρουση τραυματίστηκα
θανάσιμα (κατά την δήλωση των ιατρών) ένοιωσα ότι βγήκα από το σώμα μου και
αιωρούμενος πέρασα κατά περίεργο τρόπο ανάμεσα από μία κολόνα της ΔΕΗ χωρίς να
συγκρουστώ μαζί της.
Στη συνέχεια βρέθηκα σε ένα περιβάλλον με μισοσκόταδο και
τελείως κενό.
Ένοιωθα πανάλαφρος σαν πούπουλο να αιωρούμαι σ΄ αυτό το κενό
και πολύ περίεργος για το πού βρισκόμουν και τι μου ειχε συμβεί.
Ενώ περιπλανιόμουνα για αρκετό χρόνο, άρχισα να διακρίνω μία
φωτεινή γυναικεία μορφή να με πλησιάζει μέσα σ΄ ένα ολόφωτο λευκό νέφος. Όταν
πλησίασε αρκετά διέκρινα ότι είχε μία υπερκόσμια γλυκιά έκφραση.
Αμέσως την συνέκρινα με τις αγιογραφίες πού είχα δει στους
ιερούς ναούς όταν με πήγαινε μικρό παιδί η μητέρα μου και συμπέρανα ότι ήταν η
μορφή της Ύπεραγίας Θεοτόκου.
… ήρθα για τα δάκρυα της μάνας σου…. εσύ θα ζήσεις, θα
ζήσεις και θα Μας υπηρέτησης….
μού είπε με γλυκό και ειρηνικό ύφος και σιγά σιγά άρχισε να
χάνεται.
Μετά από αυτό όλα σαν να έσβησαν, ένοιωσα να διαλύομαι
και μία δύναμη να με απορροφά με ορμή και να με κατευθύνει κάπου.
Αμέσως ένοιωσα σαν να ξύπνησα από λήθαργο. Βρέθηκα γυμνός με
ένα πολυτραυματισμένο σώμα στο μαρμάρινο τραπέζι του νεκροτομείου, ενώ ταυτόχρονα
άκουγα κάτι (σαν ουρλιαχτά) από έναν άνθρωπο καθώς απομακρυνόταν τρέχοντας προς
την πόρτα…
Ο νέος αυτός μετά την πλήρη θεραπεία του, ηρθε στο Άγιον
Όρος, στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, όπου συνάντησε τον ηγούμενο πατέρα
Χριστόδουλο και αφού του διηγήθηκε το περιστατικό του ατυχήματός του εξεδήλωσε
την επιθυμία να γίνει μοναχός.
Πράγματι εκεί ο γέροντας μετά την απαραίτητη δοκιμασία τον
έκειρε μοναχό και του έδωσε το πατερικό όνομα «Σωφρόνιος».
Σήμερα είναι ένας ευλαβής μοναχός, ο οποίος δεν έπαυσε ποτέ
να διηγείται την παράξενη συνάμα και ψυχωφελή αυτή ιστορία της ζωής του.
Στη συνέχεια αναχώρησε για ένα ησυχαστήριο στην Καστοριά
όπου ήταν και η ιδιαίτερη πατρίδα του.
Πηγή: Αληθινές προφορικές διηγήσεις μετανοίας πού γράφονται
για την ψυχική ωφέλεια των Ορθοδόξων Χριστιανών, Επιμέλεια Έκδοσης «Φίλοι Αγίου
Όρους Λαμίας».
Κυριακή 3 Ιουνίου 2012
«Ἡ ἐλπίδα μας δὲν βρίσκεται στὶς ἐκλογὲς τῆς 17ης Ἰουνίου. Τὸ σύνολο τῶν ἐλπίδων μας βρίσκεται στὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς»
Μητροπολίτης Μεσογαίας π. Νικόλαος
Πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανοὺς τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
ΧΡΟΝΙΑ σας ΠΟΛΛΑ καὶ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ!
Πέρασε ἡ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ Τριωδίου, γιορτάσαμε τὸ Πάσχα καὶ τὴν
Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ ἤδη ὁλοκληρώνεται καὶ τὸ Πεντηκοστάριο. Γιορτὲς
γεμάτες νόημα, εὐκαιρίες πλημμυρισμένες ἀπὸ ἐπαγγελίες χαρᾶς καὶ
ἐλπίδας, χαραγμένες ἀπὸ ἀλήθεια καὶ προοπτικὴ πνευματικῆς ἐλευθερίας.
Ἀλήθειες ὅπως ἡ ψηλάφηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν Θωμᾶ, ἡ θέα τοῦ Ἀναστάντος ἀπὸ
τὶς Μυροφόρες, ἡ συνάντησή Του μὲ τοὺς μαθητές, ἡ συνομιλία καὶ ἡ
φανέρωσή Του μὲ τοὺς δύο πρὸς Ἐμμαούς, ἡ ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ
γιορτάζουμε σήμερα..
προσφέρονται ὄχι γιὰ νὰ τὶς ἀκούσουμε ὡς ἱστορικὲς
περιγραφές, οὔτε γιὰ νὰ τὶς παραδεχθοῦμε ὡς θρησκευτικὰ ἰδεολογήματα,
ἀλλὰ γιὰ νὰ τὶς πιστεύσουμε καὶ νὰ διηθήσουν ὅλες τὶς λεπτομέρειες τῆς
ζωῆς μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας προτείνει γιὰ
τὸν καθένα μας χωριστὰ καὶ γιὰ ὅλους μαζὶ ὡς κοινωνία καὶ ὡς οἰκουμένη.
Δίπλα σὲ αὐτὴν τὴν πρόταση ζωῆς καὶ ἤθους στέκεται ἡ θλιβερὴ ἐμπει-ρία
τῆς κοσμικῆς πραγματικότητος, ὅπως τὴ ζοῦμε στὶς μέρες μας. Μιὰ
κατά-σταση χωρὶς ὅραμα, χωρὶς ἐλπίδα, χωρὶς φῶς. Ἡ ἀνθρώπινη ἀποτυχία σὲ
ὅλη της τὴν ἔκταση. Τὸ οἰκονομικὸ σύστημα σὲ κατάρρευση. Τὸ Εὐρωπαϊκὸ
ὅραμα μετατράπηκε σὲ ἐφιαλτικὸ ὄνειρο. Οἱ πολιτικὲς ὑποχέσεις
μεταμφιέστηκαν σὲ ἀνόητα ψέματα, ἀκατανόητα ἐπιχειρήματα καὶ
ἀδικαιολόγητες ἐπιλογές. Ἕνας κόσμος δίχως τόλμη καὶ ἡρωϊσμό, δίχως
ἐξυπνάδα καὶ πρωτοτυπία, δίχως ποιότητα καὶ πειστικότητα, δίχως πνεῦμα
καὶ ζωή. Ὁ ψευτοθεὸς τῆς δημοκρατίας καὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων
ἐκφυλίσθηκε σὲ δικαίωμα ἐκλο-γικῆς ἐπιλογῆς ἀνάμεσα σὲ καταστροφικὰ
σενάρια καὶ σὲ ἀνίκανους διαχειριστὲς τῆς καθημερινότητάς μας. Τὴν ἱστορικὴ δόξα τοῦ παρελθόντος μας τὴ
διαδέχθηκε ὁ παγκόσμιος διασυρμός μας καὶ οἱ συνεχεῖς ἀπειλές. Τὸ μόνο
ποὺ πλέον γεννᾶ ἡ χώρα μας εἶναι ἀδιέξοδα καὶ ἀναξιοπιστία, ἀσυνεννοησία
καὶ ἀκυβερνησία
Οἱ μισθοὶ καὶ οἱ συντάξεις περικόπηκαν, τὰ ἐπιδόματα ἀφαιρέθηκαν, τὰ
χρέη αὐξήθηκαν, τὰ σπίτια μας φορολογήθηκαν, τὰ συσσίτια πλήθυναν, ἡ
φτώχεια καὶ ἡ ἀνέχεια περίσσεψαν, οἱ ἄνεργοι συναγωνίζονται σὲ ἀριθμοὺς
τοὺς ἐργαζόμενους, οἱ γέροντες ἀγωνιοῦν, οἱ νέοι ξενητεύονται, οἱ
ἀναπνοές μας περιορίσθηκαν, οἱ ἐλπίδες μας στέρεψαν, τὰ ὁράματα πέθαναν.
«Τὰ γὰρ ἔθνη καὶ οἱ βασιλεῖς οἵτινες οὐ δουλεύσουσί σοι ἀπολοῦνται» (Ἠσ.
ξ΄ 12) καὶ «φυλὴ ἀνόμων ἐρημωθήσεται» (Σοφ. Σειρὰχ ιστ΄ 4). Αὐτὸ
πά-θαμε. Ἐγκαταλείψαμε τὸν Θεὸ καὶ ζοῦμε τὴν ἐρήμωση καὶ τὴν ἀπώλειά
μας. Ἡ παιδεία μας χωρὶς ἀγωγή, ἡ ἱστορία μας χωρίς δόξα, ἡ Ἐκκλησία μας
χωρὶς ὀμορφιά, ἡ ζωή μας χωρὶς ἀλήθεια, ἡ πορεία μας χωρὶς ἀξία. Αὐτὴ
εἶναι ἡ αἰτία τοῦ σημερινοῦ μας καταντήματος. Καὶ δὲν τὸ ἔχουμε
καταλάβει. Τὸ γκρέμισμα τῶν πνευματικῶν θεμελίων μας συνεχίζεται
ἀπρόσκοπτα. Κάναμε τὸ λάθος νὰ ἐλπίσουμε ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔπρεπε. Κάναμε τὸν
κόπο νὰ ψηφίσουμε αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν. Κάνουμε τὸ ἔγκλημα νὰ μὴ
μαθαίνουμε ἀπὸ τὰ λάθη μας. Τελικὰ οὔτε κυβέρνηση βλέπουμε οὔτε
ἀληθινοὺς ἡγέτες καὶ ἄρχοντες διακρίνουμε οὔτε λύσεις διαφαίνονται. Ὅπως
γράφει κάπου ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσὸς
οὐδαμοῦ, Χριστός καθεύδει», ἡ πορεία μας εἶναι στὸ σκοτάδι, φῶς πουθενά,
καὶ ὁ Χριστός κοιμᾶται...
Ὄχι, ὅμως ἀγαπητοί μου, ἀδελφοί∙ ὁ Χριστὸς δὲν κοιμᾶται. Ἐμεῖς
βυθι-σθήκαμε σὲ λησμοσύνη καὶ σὲ βαθὺ ὕπνο. Ἐμεῖς κοιμόμαστε. Γι’ αὐτὸ
«ὥρα ἡμᾶς ἐκ τοῦ ὕπνου ἐγερθῆναι» (Ρωμ. ιγ΄ 11). Καιρὸς νὰ ξυπνήσουμε. Ἡ
μέρα δὲν θὰ ἔρθει ἀπὸ μόνη της. Αὐτὴ τὴ μέρα θὰ τὴν φέρουμε ἐμεῖς∙ καὶ
μάλιστα ὄχι τόσο μὲ τὰ σωστὰ ἔργα ἢ τὶς ὀρθὲς ἐπιλογές μας, ὅσο μὲ τὴν
ὁμολογία τῆς πίστης καὶ τὴν προσευχή μας. Οἱ κοσμικὲς πολιτικὲς ἐπιλογές
προσδοκοῦν «πότε θὰ κάνει ξαστεριά»∙ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς βγάλουν ἀπὸ τὴ
νύχτα, ἐλπί-ζουν σὲ ἀστεράκια. Ἐμεῖς προσδοκοῦμε ἡμέρα μὲ ἥλιο, τὸν Ἥλιο
τῆς δικαιο-σύνης. Δὲν προσδοκοῦμε ἕναν θεὸ ποὺ θὰ μᾶς λύσει τὰ ἐπίγεια
προβλήματα γιὰ νὰ Τὸν ξαναξεχάσουμε∙ οὔτε θὰ ἀμνηστεύσει τὰ λάθη μας γιὰ
νὰ τὰ ἐπαναλάβουμε. Πιστεύουμε στὸν Χριστό, στὸν ἀληθινό Θεό γιὰ νὰ
δεχθεῖ τὴ μετάνοιά μας καὶ τὴν πίστη μας, γιὰ νὰ τὶς ποτίσει μὲ τὴ χάρι
Του καὶ ἔτσι νὰ φανερώσει τὴν παρουσία Του. Ναί! Εἶναι δυνατὸν μέσα ἀπὸ
τὸ σημερινὸ κατάντημα νὰ προκύψει δόξα καὶ μεγάλη εὐλογία, διότι
«Μακάριον ἔθνος οὗ ἐστι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ» (Ψαλμ. λβ΄ 12)∙ μακάριο καὶ
εὐλογημένο εἶναι τὸ ἔθνος ποὺ ἔχει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ ὡς Κύριό Του. Αὐτὴ
εἶναι μιὰ αἰώνια ἀλήθεια ποὺ δὲν ἑρμηνεύεται τόσο λογικά, ὅσο
ἐπαληθεύεται ἱστορικὰ καὶ δικαιολογεῖται πνευματικά. Ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ
παραμένει πάντα ἀνοιχτός.
Ἦρθε ἡ ὥρα ποὺ πρέπει νὰ ξυπνήσουμε. Ἂς ἀρχίσουμε μὲ ἐκτενεῖς προσευχὲς
καὶ λιτανεῖες. Ὄχι γιὰ νὰ γλιτώσουμε ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ὄχι γιὰ νὰ μᾶς
ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὰ μνημόνια. Ὄχι γιὰ νὰ μᾶς σβήσουν τὰ χρέη. Ὄχι γιὰ νὰ
μειωθεῖ ἡ ἀνεργία. Ὄχι γιὰ νὰ ξεφύγουμε τὴν χρεωκοπία. Αὐτὰ ξέρει ὁ Θεὸς
ἂν καὶ πῶς καὶ πότε θὰ τὰ φτιάξει. Αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε εἶναι πρῶτον∙
ὅσοι ἀληθινὰ πιστεύουμε νὰ μετανοήσουμε. Νὰ μετανοήσουμε διότι Τὸν
ξεχάσαμε, διότι Τὸν ἐγκαταλείψαμε, Τὸν περιφρονήσαμε, Τὸν πολεμή-σαμε,
ἀπορρίψαμε τὸν δρόμο καὶ τὶς ἐντολές Του. Ἀκόμη καὶ ὅσοι Τὸν ὁμολογοῦμε,
δυστυχῶς ἐπιλέξαμε νὰ ζήσουμε χωρὶς τὴ δύναμή Του.
Καλούμαστε νὰ Τὸν δοξάσουμε ὄχι γιὰ τὶς ἐπίγειες χαρές μας. Δὲν ὑπάρχουν
πλέον τέτοιες. Νὰ Τὸν δοξάσουμε γιὰ τὴν παρουσία καὶ τὴν ἀλή-θεια Του,
γιὰ τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη Του∙ γιὰ τὴ μακροθυμία Του.
Καλούμαστε νὰ Τὸν ὁμολογήσουμε σήμερα. Νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι «οὗτοι ἐν
ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν
μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. ιθ΄ 8). Ἐλπίδα μας καὶ ἐπιστηριγμός μας εἶναι τὸ
ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ μόνον. Αὐτὸς εἶναι τὸ μέλλον μας καὶ ἡ προοπτική
μας.
Καὶ τέλος, καλούμαστε νὰ ζητήσουμε ὁ Κύριος νὰ ἀναδείξει ἄρχοντες
ἱκανοὺς νὰ ἀναλάβουν τὶς εὐθύνες τοῦ τόπου μας, τὴν προστασία τῆς
ἱστορίας μας, τὸν σεβασμὸ τῆς πίστης καὶ τῆς παράδοσής μας∙ ἡγέτες μὲ
φόβο Θεοῦ, μὲ νοῦν Χριστοῦ, ἀνιδιοτελεῖς πατριῶτες μὲ ξεκάθαρη
προαίρεση, πολιτικὴ σύνε-ση καὶ ἡρωικὴ βούληση, διότι τέτοιους
χρειαζόμαστε, μόνο τέτοιους μποροῦμε νὰ ψηφίσουμε καὶ τέτοιους μόνο
ἀξίζει αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται Ἑλληνικὴ ταυτό-τητα καὶ Ὀρθόδοξη συνείδηση.
Παράλληλα, ἡ δική μας γενιά, ποὺ καὶ αὐτὴ φαίνεται ἀνίκανη νὰ
ὑλο-ποιήσει τὸ Τάμα τῶν προγόνων μας, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τὸ ἀνανεώσει
μὲ ἕνα νέο Τάμα. Τώρα ποὺ πεινᾶμε, τώρα νὰ κτίσουμε τὸν ναὸ τοῦ Τάματός
μας. Ὅπως ἡ Ὀρθόδοξη Ἀλβανία στὸ κέντρο τῶν Τιράνων αὐτὲς τὶς μέρες
ἐγκαι-νιάζει τὸ Πνευματικὸ Κέντρο τῆς πίστης της, ὅπως οἱ Σέρβοι στὸ
Βελιγράδι, οἱ Ρουμάνοι στὸ Βουκουρέστι καὶ οἱ Ρῶσοι στὴ Μόσχα, πρόσφατα
μέσα στὴ φτώχεια τους ἔκτισαν τοὺς ναοὺς τοῦ Σωτῆρος καὶ τῶν Ἁγίων τους,
κατὰ μείζονα λόγο ἐμεῖς τώρα πρέπει νὰ ἐκπληρώσουμε τὸ παλιὸ καὶ τὸ
σύγχρονο Τάμα μας. Αὐτὸ ἀξίζει περισσότερο καὶ ἀπὸ τὶς προσευχές μας.
Γιατὶ τὶς συνοδεύει καὶ μὲ ἔργα. Σήμερα πρέπει νὰ δείξουμε ὅτι
περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ συντηρήσουμε τὸ σῶμα μας ἔχουμε ἀνάγκη νὰ
ζωογονήσουμε τὴν πίστη μας. Αὐτὸ ποὺ μᾶς λείπει δὲν εἶναι ἡ ὑλικὴ τροφή,
ἀλλὰ ἡ σχέση μας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ τὴ
δοκιμασία μας δὲν εἶναι ἡ φτώχεια καὶ ἡ πεῖνα μας, ἀλλὰ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ
τὸν Θεὸ καὶ ἡ στέρησή Του.
Σᾶς καλῶ λοιπὸν ὅλους, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσοι συμμερίζεστε αὐτὴ τὴν
ἀνάγκη, ὅσοι συντηροῦμε ψήγματα πίστης μέσα μας, νὰ ἐπιρρίψου-με τὴν
ἐλπίδα μας «ἐπὶ τὸν Κύριον», λιτανεύοντες καὶ προσευχόμενοι. Νὰ
ὁμο-λογήσουμε μὲ συντριβὴ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ
τὴ διάθεση τῆς ἐπιστροφῆς μας στὴν ἀδιάψευστη ἐλπίδα Του∙ στὰ δωμάτιά
μας μόνοι μὲ δάκρυα στὰ μάτια, στούς ναούς μας ὅλοι μαζὶ μὲ προσευχὲς
καὶ ὁλονύκτιες δεήσεις, ἐνδεχομένως στούς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες μὲ
κεριὰ καὶ λαμπάδες. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἄγνωστα στὴν ἱστορία μας, εἶναι
δοκιμασμένοι δρόμοι στὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ ἐλπίδα μας, ἀδελφοί μου, δὲν βρίσκεται στὶς ἐκλογὲς τῆς 17ης Ἰουνίου
-ἐκεῖ ἴσως βρίσκεται μέρος μόνον τῆς εὐθύνης μας. Τὸ σύνολο τῶν ἐλπίδων
μας βρίσκεται στὴ σημερινὴ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Γιατὶ στὰ αὐτιά μας
ἠχεῖ ἡ προτροπὴ τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ: «Μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας ἐπὶ
υἱοὺς ἀνθρώπων οἷς οὔκ ἐστι σωτηρία» (Ψαλμ. ιμε΄ 3). Γιατὶ δὲν
πιστεύουμε σὲ πολιτικοὺς ποὺ ἀλλάζουν τὶς ὑποσχέσεις τους, ἀλλὰ στὸ
Πανάγιο Πνεῦμα ποὺ ἀλλοιώνει τοὺς μαθητὲς καὶ «πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς
ἀναδεικνύει». Ὄχι σὲ αὐτοὺς ποὺ διχασμένοι δὲν μποροῦν νὰ φτιάξουν μιὰ
κυβέρνηση, ἀλλὰ σὲ Αὐτὸν ποὺ «εἰς ἑνότητα πάντας καλεῖ». Ὄχι στὴν
ἀλαζονικὴ σύγχυση τῆς σύγχρονης Βαβέλ, ἀλλὰ στὴν καθαρότητα τοῦ
θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὄχι στὶς ἄκαρπες προσπάθειες τῶν ἡγετῶν αὐτοῦ τοῦ
κόσμου, ἀλλὰ στὴν παγκαρπία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
«Ἀδελφοί, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε» (Α΄ Κορ. ιστ΄ 13)
«Εἰ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν οὐδεὶς καθ’ ἡμῶν»
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† ῾Ο Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Σάββατο 2 Ιουνίου 2012
Νεομάρτυς Κωνσταντίνος εξ Αγαρηνών
Ο άγιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε στην κοινότητα
Υψηλομετώπου της Λέσβου από γονείς μωαμεθανούς, αλλά αυτός όχι μόνο έγινε
χριστιανός, αλλά και μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού.
Ήταν τόσο καλός και τόσο ωραίος νέος, που
προκαλούσε το θαυμασμό, αλλά και το φθόνο των φθονερών ανθρώπων, μέχρι σημείου
μία γειτόνισσα του τούρκισσα να θελήσει να τον δηλητηριάσει. Ήταν τότε 15
χρόνων. Με το δηλητήριο, που του έδωκε σε γλύκισμα, δεν απέθανε, αλλά έμεινε
τυφλός και κατάκοιτος. Σ' αυτή την κατάσταση αρρώστησε από ευλογιά. Μια
χριστιανή τότε γυναίκα ζήτησε απ' την τούρκισσα μητέρα του παιδιού να της
επιτρέψει να νίψει το παιδί με άγιασμα. Η μητέρα του, αν και μωαμεθανή,
βλέποντας ότι το παιδί της πήγαινε απ' το κακό στο χειρότερο δέχτηκε το αγίασμα
και το θαύμα έγινε. Ο Κωνσταντίνος θεραπεύτηκε τελείως.
Σχετικά νωρίς ορφάνεψε από πατέρα. Η μητέρα του
ξαναπαντρεύτηκε. Ο νέος πατέρας του ήταν μέθυσος και κακός. Ο Κωνσταντίνος και
τρία αδέρφια του αναγκάστηκαν να φύγουν στη Σμύρνη και να πουλούν λαχανικά. Ο
Κωνσταντίνος μεταξύ των πελατών του είχε και τον Μητροπολίτη Σμύρνης. Έφερνε ο
ίδιος τα λαχανικά στη Μητρόπολη, αλλά οι τακτικές αυτές επισκέψεις του έδιναν
την ευκαιρία να ακούει συμβουλές, να παρακολουθεί τις γιορτές των χριστιανών
και να βρίσκει μοναδικές ευκαιρίες για ανώτερη πνευματική ζωή και χαρά. Μια
μέρα βρήκε μόνο του στη Μητρόπολη ένα γέροντα πνευματικό και τον παρακάλεσε, αν
είχε καιρό, να μείνει λίγο κοντά του και να του διαβάσει κάτι από θρησκευτικά
βιβλία. Όμως ο γέροντας είπε πως είχε ξεχάσει κάπου τα γυαλιά του. Ο
Κωνσταντίνος αμέσως έτρεξε με προθυμία και του τα έφερε, για να μη χάσει την
ευκαιρία να ακούσει τα λόγια του Θεού. Ο γέροντας ξεπλήρωσε την επιθυμία του με
πολύωρα διαβάσματα και ωφέλιμες συζητήσεις, που τόσο πολύ άρεσαν στον
Κωνσταντίνο και, όπως λέγει το Συναξάριο, «κατέγραφεν εις τα πλάτη της καρδίας
αυτού».
Ήταν παιδί με αγαθή ψυχή. Η αμαρτία τον φόβιζε.
Τον συγκινούσε η αρετή και η αγάπη του Χριστού στον κάθε άνθρωπο. Έβαλε σαν
σκοπό της ζωής του να γίνει χριστιανός. Ζήτησε τότε να μεταβεί στο Άγιον Όρος
και ήλθε εκεί στη Νέα Σκήτη. Εκεί εξομολογήθηκε και φανέρωσε την απόφαση του να
βαφτιστεί. Ο εξομολόγος του τον κράτησε κοντά του λίγες μέρες και ανέφερε
σχετικά στους προϊσταμένους του στο Μοναστήρι του Αγίου. Παύλου. Όλοι χάρηκαν
και δόξασαν το Θεό, όμως έπρεπε να σκεφθούν σοβαρά, γιατί θα είχε φοβερές
συνέπειες για όλους να μαθευτεί πως τόλμησαν να βαφτίσουν ένα μωαμεθανό.
Αποφάσισαν να τον στείλουν στην Ιερά Μονή Μεγίστης
Λαύρας, που ήταν το κέντρο του Αγίου Όρους και είχε εκεί πολλούς σοφούς καί
αγίους πατέρες. Πήγε, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος στη Λαύρα, τον κράτησαν, τον
περιποιήθηκαν, τον ενίσχυσαν αδελφικά και με πολλή αγάπη, χωρίς όμως να
τολμήσουν να τον βαφτίσουν. Βρισκότανε εκεί τότε ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε',
που αργότερα κρέμασαν οι Τούρκοι. Σ' αυτόν έστειλαν το μωαμεθανό, αφού του
έδωκαν για βοήθημα και πέντε αργύρια. Φαίνεται ότι όλοι φοβότανε μήπως ο νεαρός
Τούρκος, που ζητούσε να βαφτιστεί, ερχότανε να τους στήσει παγίδα και να γίνει
αιτία να κάψουν το Άγιο Όρος οι μωαμεθανοί.
Ο Κωνσταντίνος, αντί να πάει να συναντήσει τον
Πατριάρχη Γρηγόριο, πήγε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, όπου γνώρισε τον άγιο
πνευματικό πατέρα Χρύσανθο και έμεινε κοντά του, φιλοξενούμενος για τρεις
ημέρες. Από εκεί, χωρίς να ξέρει που πάει λόγω ομίχλης, άλλα στην
πραγματικότητα γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός, πήρε το δρόμο για τα Καυσοκαλύβια,
μια μεγάλη σκήτη του Αγίου Όρους. Πηγαίνοντας σ' αύτη κοιμήθηκε στο δρόμο και
είδε όραμα την Παναγία, που του είπε να μη λυπάται, αλλά να συνεχίσει το δρόμο
του για τα Καυσοκαλύβια. Εκεί γνώρισε τον άγιο γέροντα Γαβριήλ, όμως ο
προϊστάμενος της Σκήτης φοβήθηκε να τον βαφτίσει χωρίς τη γνώμη ανωτέρων του
και τον έστειλε με συνοδεία μοναχού στη Μονή Ιβήρων, όπου βρισκότανε τότε ο
Πατριάρχης Γρηγόριος. «Τι προσήλθες προς ημάς τους καταφρονεμένους», του είπε ο
Πατριάρχης για να τον δοκιμάσει. «Τι ζητάς από εμάς, που καθώς βλέπεις δεν
έχουμε τίποτε; Ημείς δεν είμεθα ταπεινότεροι από όλα τα έθνη; Σεις έχετε το βασίλειο
και τη δόξα και κάθε απόλαυση ζωής και συ την καταφρονείς; Έλα στον εαυτό σου».
Ο Κωνσταντίνος τα άκουγε αυτά και έκλαιγε. Βλέποντας τον ο Πατριάρχης θέλησε να
τον παρηγορήσει λέγοντας: «Μετ' ολίγον έρχομαι εγώ μόνος στα Καυσοκαλύβια και
βαφτίζω σε, μόνον προετοίμασον τον εαυτόν σου με αγνείαν και προ πάντων να
είσαι κεκρυμμένος».
Επέστρεψε ο άγιος στα Καυσοκαλύβια και
παρέμεινε έξι μήνες. Σ' όλο αυτό το διάστημα έκαμε σ' όλους εκεί εντύπωση η
θερμή πίστη και η αρετή του.
Τέλος αποφάσισαν να τον βαφτίσουν. Την ώρα που
έλεγε ο ιερεύς «βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος» το πρόσωπο του
Κωνσταντίνου έλαμπε, ώστε οι άλλοι μοναχοί με δυσκολία μπορούσαν να τον
βλέπουν.
Ήταν πια καιρός να κάνει το τάμα που είχε, να
έλθει δηλαδή στην Ι. Μονή Ιβήρων και να προσκυνήσει και να ανάψει λαμπάδα στην
Παναγία Πορταΐτισσα και μετά να έλθει στη Σκήτη του Προδρόμου. Εκεί είχε την
ευκαιρία να προσκυνήσει και λείψανα νεομαρτύρων. Τούτο άναψε στην ψυχή του την
επιθυμία να δώσει και αυτός τη ζωή του στο Χριστό. Φανέρωσε τη σκέψη του στον
πνευματικό του μοναστηρίου, αυτός όμως δεν τον ενθάρρυνε, αλλά τον προέτρεψε να
συνεχίσει να αγωνίζεται σαν μοναχός τον αγώνα της πίστεως και της αρετής και,
αν είναι θέλημα Θεού, θα τον καλέσει ο Θεός στο μαρτύριο.
Στεναχωρημένος απ' αυτό επέστρεψε στα
Καυσοκαλύβια. Εκεί είδε ένα θείο όραμα. «Εδόκει μοι, ελεγεν, ότι ευρέθην εν τη
Αγία Σοφία και επάνω εις το ύψος του τρούλλου εκάθητο ο Δεσπότης Χριστός εις
θρόνον υπέρλαμπρον, κύκλω δε αυτού πλήθος στρατιάς ουρανίου. Εις δε διαφέρων των
άλλων, ένδοξος λίαν (ίσως να ήτο ο Μέγας Δημήτριος), πλησιάσας με και κρατήσας
της χειρός μου, ως προς τον Δεσπότην Χριστόν, ένευσέ με χαριέντως να υπάγω, και
ευθέως ο Χριστός αφήκε φωνήν λέγουσαν: «Άφες αυτόν, ούπω έστι καιρός» και
απέλυσε με, εγώ δε εγερθείς εκ της κλίνης διελογιζόμην εν εμαυτώ τι άρα θέλει
είσθαι τα οραθέντα».
Τα αδέρφια του αγίου βρισκότανε τότε στη
Μαγνησία της Μ. Ασίας. Θερμός πόθος του αγίου, ήταν να τους συναντήσει και να
τους κάνει και αυτούς χριστιανούς. Για το σκοπό αυτό πήρε αδεία από το γέροντα
του να έλθει στο Αϊβαλί και από κει στη Μαγνησία. Ο Πατριάρχης μάλιστα
Γρηγόριος Ε' του έδωκε συστατικά γράμματα για το σοφό δάσκαλο των Κυδωνιών
(Αϊβαλιού) τον κυρ Γρηγόριον (Σαράφην). Αλλά εκεί στην πολυσύχναστη τότε πόλη
των Κυδωνιών, τον γνώρισε κάποιος Τούρκος. Ο Κωνσταντίνος το κατάλαβε και
προσπάθησε να φύγει στη Σμύρνη, αλλά μέσα στο πλοίο τον συνέλαβαν οι Τούρκοι
και τον έφεραν στον αγά της πόλεως. Εκεί ο άγιος με θάρρος ομολόγησε ότι έγινε
χριστιανός. «Μωαμεθανός ήμουν, είπεν, αλλ' εφωτίσθην παρά του Θεού και
επληροφορήθην, ότι ματαία είναι η πίστις των αγαρηνών, και μόνη η των
χριστιανών πίστις είναι αληθής και αμώμητος. Δια τούτο γνωρίσας το συμφέρον
μου, έγινα χριστιανός, δια να κερδίσω την αιώνιον ζωήν».
Ο αγάς των Κυδωνιών κάλεσε τον αγά των
Μοσχονησίων, για να προσπαθήσουν και οι δυο να τον ξαναφέρουν στη θρησκεία
τους. Όμως ούτε οι φυλακίσεις ούτε οι απειλές ούτε οι υποσχέσεις ούτε οι
βασανισμοί ήταν δυνατόν να μεταπείσουν τον άγιο. Οι χριστιανοί των Κυδωνιών εν
τω μεταξύ με αγρυπνίες και παρακλήσεις ικέτευαν το Θεό να τον ενισχύσει.
Τα βασανιστήρια που του έκαμαν ήταν φρικτά. Τα
είχε κάνει ένας «χαλκοκατσίβελος» πριν δέκα χρόνια βασανίζοντας τον Άγιο
Γεώργιο τον Χιοπολίτη που μαρτύρησε στο Αϊβαλί. Σιδηρένια περικεφαλαία κοκκινισμένη
στη φωτιά έθεταν στο κεφάλι του. Έστριβαν με λουριά μολυβένιες σφαίρες γύρω στο
κεφάλι του, ώστε τα μάτια του να βγαίνουν απ' τις κόγχες τους. Μερόνυχτα
έσφιγγαν τα πόδια σε ξύλα ή τον κρέμαζαν από τα πόδια για ολόκληρες νύχτες και
έσχιζαν τις σάρκες του. Οι χριστιανοί έβλεπαν θείο φως να βγαίνει τη νύχτα από
το ναό του Αγίου Γεωργίου και να μπαίνει στο κελί της φυλακής. Στη φυλακή είδε
όραμα την Παναγία, που του φανέρωσε ότι θα λάβει μαρτυρικό τέλος στην
Κωνσταντινούπολη.
Μετά τα βασανιστήρια ξανάφεραν τον άγιο μπροστά
στους Τούρκους άρχοντες, με την ελπίδα να τον μεταπείσουν. Του έλυσαν τα χέρια,
και τότε αμέσως ο Άγιος έκαμε το σημείο του σταυρού. Ο αγάς των Μοσχονησίων
έγινε έξω φρενών, όρμησε και με το ξίφος του άρχισε να ξεσχίζει το στήθος του
αγίου και τότε σχηματίστηκε στο στήθος του ένας φωτεινός σταυρός. Ο αγάς των
Κυδωνιών, μην μπορώντας να φέρει αποτέλεσμα, έστειλε με συνοδεία τον άγιο στην
Κωνσταντινούπολη. Εκεί υπέφερε πολλά άλλα βασανιστήρια. Από τη φυλακή έστειλε
με ένα πνευματικό, που τον επισκέφθηκε, επιστολή στον Οικουμενικό Πατριάρχη
Γρηγόριο τον Ε', που βρισκότανε ακόμα στο Άγιον Όρος, όπως επίσης και στους
εκεί γνωστούς του.
Σε νέα ανάκριση, που τον οδήγησαν, φώναζε ο
άγιος: «Ω ηγεμών, άμποτε να εγνώριζες και συ το συμφέρον της ψυχής σου και να
εγινόσουν χριστιανός». Ο ηγεμών μην υποφέροντας «την ύβριν» διέταξε να τον
απαγχονίσουν και να τον θάψουν στα τουρκικά μνήματα εξακολουθώντας να θεωρεί
τον άγιο σαν μωαμεθανό, αλλά και για να μη τον πάρουν οι χριστιανοί και τον
τιμήσουν σαν άγιο.
Μαρτύρησε στις 2 Ιουνίου του 1819.
Το Άγιον Όρος έστειλε μοναχούς στο Αϊβαλί να
μάθουν λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια, που υπέφερε ο άγιος, για να τα
καταγράψουν. Έπειτα οι ίδιοι πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσαν να
εξαγοράσουν τα φορέματα, που φορούσε κατά το μαρτυρικό θάνατο ο άγιος. Αυτά
βρίσκονται στο Άγιον Όρος, στα Καυσοκαλύβια και πολλοί άρρωστοι, που τα έφεραν
επάνω τους ζητώντας την πρεσβεία του Αγίου, βρήκαν την υγεία τους.
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Πάσαν ηύφρανας πιστών
χορείαν
και κατήσχυνας, τους
Άγαρ γόνους,
ανακηρύξας λαμπρώς την
ευσέβειαν
και υπομείνας ανύποιστα
βάσανα,
ω Κωνσταντίνε μαρτύρων
αγλάισμα.
Ως ουν έτυχες, ούπερ
επόθεις αοίδιμε,
και τι εστι καρδία ελεήμων;
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος:
πηγή:ορθόδοξη φωνή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






