Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Λαρίσης Ιγνάτιος: Ενοχλεί η καμπάνα, γιατί ενοχλεί η φωνή της εκκλησίας


"Απ’ όλα τα λαλούμενα κάλλιο λαλεί η καμπάνα..." 

 του Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνατίου 

Μαθαίνουμε ότι ετοιμάζεται νομοθετική δέσμη και προτείνονται μέτρα για τις κωδωνοκρουσίες. Φθάσαμε λοιπόν και σ’αυτό. Να σιωπήσουν οι καμπάνες. Ενοχλούν τώρα οι καμπάνες. Κάπου αλλού απ’ το 1917 έως πριν λίγα χρόνια είχαν σιγήσει οι καμπάνες. Είχαν κατεβεί κάτω απ’ τα κωδωνοστάσιά τους. Πήγαινες και τις έβλεπες ξεκρέμαστες στις αυλές των Μοναστηριών και των Ιερών Ναών. Καί να, που ήλθε η ώρα που ξανανέβηκαν στα υψηλά καμπαναριά τους και ξαναχτυπούν.
 
Πηγαίνεις στις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου, και βλέπεις έξω απ’ τους μεγάλους Καθεδρικούς Ναούς συγκεντρωμένα πλήθη τουριστών που περιμένουν να συμπληρωθή η ώρα για να ακούσουν τις καμπάνες τους. Καί σ’ εμάς, μελετούν την φίμωσι. Ενοχλεί η καμπάνα. Δεν θάχαμε αντίρρησι για μια από μέρους των Ιερών Ναών ρύθμισι των ωρών των κωδωνοκρουσιών και της εντάσεώς των, κατά περίπτωσι, αλλά πιστεύουμε ότι το μήνυμα που έρχεται είναι ότι ενοχλεί η καμπάνα.

Ενοχλεί η φωνή της Εκκλησίας. Η καμπάνα η γλυκειά δημιουργεί τώρα ψυχολογικά προβλήματα στους ανθρώπους και νοιαζόμαστε τάχα για την ψυχολογική στήριξη των πολιτών.

Δεν τους έχει καταρρακώσει η ένδεια και η ανεργία, δεν παραμιλούν οι νέοι μας όταν ακούνε κάθε μέρα τα νέα μέτρα και τις ακρίβειες, αλλά ξεκουφαίνονται απ’ τις καμπάνες! Ο μουεζίνης στη Θράκη σε πόσα ντεσιμπέλ θα εκπέμπη τις προσευχές του απ’ τους υψηλούς μιναρέδες; Α, πιστεύω αυτός θα συνεχίζη ανενόχλητος, μ’ όση έντασι θέλει να φωνάζη τον Αλλάχ του, δέκα φορές την ημέρα.

Κι οι καμπάνες οι χαρμόσυνες του Πάσχα και των Χριστουγέννων, της Κυριακής και της γιορτής που θα καλούν τους πιστούς στην Ορθόδοξη χώρα μας, θα σιγήσουν, θα χαμηλώσουν την έντασί τους μέχρι και το επόμενο βήμα τους, που θάναι να σιγήσουν τελείως και να καταργηθούν. Γιατί; Γιατί ενοχλούν μερικούς. Ενοχλούν άραγε τις συνειδήσεις τους πιο πολύ απ’ τις ακοές τους; Ίσως. Ενοχλούν σαν δικαίωμα της Εκκλησίας. Έζησε η Εκκλησία μας εποχές δύσκολες με τις καμπάνες και τα σήμαντρά της βουβά και δεν βγήκε χαμένη.

Έχουν ρίζες μέσα στην πορεία της Πίστεως και της Εκκλησίας μας τα σήμαντρα, τα τάλαντα και οι καμπάνες. Ο Νώε πήρε ξύλο βαρύ και χτύπησε το τάλαντο και μπήκαν μέσα στην κιβωτό αυτοί που σώθηκαν.

Καλεί μέσα στην σωστική κιβωτό, ο ήχος ο γλυκύς της καμπάνας. Χτυπούν τους ίαμβους και τους ανάπαιστους τα άψυχα αυτά ξύλα και κύμβαλα. Χτυπούν τον Αδάμ, τον Αδάμ, τον Πρωτόπλαστο Αδάμ, τον Αδάμ, τον Αδάμ, τον Πρωτόπλαστο Αδάμ. Χτυπούν: Η κιβωτός, η κιβωτός, η κίβω, κίβω, κιβωτός. Το τάλαντο, το τάλαντο, το τάλα, τάλα, τάλαντο. Χτυπούν με ρυθμούς σωστικούς και καλούν στην σωτηρία, στην χαρά, στον αγιασμό.

Ήχησαν οι καμπάνες της Ορθοδοξίας την απελευθέρωσι του Γένους μας, ήχησαν κι εκάλεσαν στην Κιβωτό της Σωτηρίας τους πιστούς όλων των αιώνων και τους ενεθουσίασαν στην πίστι τους και τους αγίασαν. Τώρα γιατί να σιγήσουν; Γιά να καταστείλουμε την Εκκλησία και να καταλάβη ότι αρχίζει να χάνει δικαιώματα; Τέτοια οπισθοδρόμησι για διεκδίκησι εξουσίας; Φοβερό!

Είθε ο Κύριος να μας φωτίση όλους μας. Πιστεύουμε όμως ότι θάρθη η ώρα που θα ηχήσουν σάλπιγγες φοβερές, όσο κι αν δεν τις θέλουν οι λίγοι και αδιάφοροι αυτοί συνάνθρωποί μας. Θα ηχήσουν σάλπιγγες για όλους μας γι’ αυτό διαμηνύουμε προς πάσα κατεύθυνσι πως για μας ο ήχος δεν είναι κάτι τόσο απλό, ο ήχος είναι ο Ίδιος ο Κύριος, εξ ου και κατήχησις. Κατήχησις σημαίνει ο ήχος που κατεβαίνει κάτω. Ο Κύριος ενηνθρώπησε και ήλθε ανάμεσά μας να μας μιλήση, να μας καλέση, να σημάνη πνευματικό συναγερμό για τη σωτηρία και τον αγιασμό μας.

Ο ήχος είναι ο λόγος του Θεού, που εισέρχεται μέσα μας και μας φωτίζη, μας θεραπεύει, μας λούζει, μας αγιάζει. Κι αν δεν ηχούν οι καμπάνες, θα ηχή ο λόγος του Θεού, όσο αυτή η Πατρίδα θάναι Ορθόδοξη κι όσο οι πιστοί της θα ακούν τις καμπάνες και θα σηκώνονται να σταυροκοπηθούν... 
http://www.briefingnews.gr

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΕΞΑΙΡΕΤΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ




Του Παναγιώτη Τελεβάντου
============

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος εξαπέλυσε μια σπουδαία εγκύκλιο μεστή θεολογικών νοημάτων για το Δεκαπενταύγουστο στην οποία κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην κατάργηση της αργίας της Κυριακής.

Στην εγκύκλιό του ο Σεβ. Μεσογαίας ξεκαθαρίζει πλήρως το τοπίο και δίνει απαντήσεις σε όλες τις παραμέτρους του προβλήματος.

Η κατάργηση της Κυριακής
1.) Είναι πράξη ασύνετη εκ μέρους των κυβερνώντων.

2.) Η αντίδρασή μας πρέπει να είναι πνευματική, δηλαδή να συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία με μεγαλύτερη ζέση την Κυριακή.

Αρχίζουμε δηλαδή από τον εαυτό μας και όχι από τις "σκοτεινές δυνάμεις".

3.) Δεν κάνουμε ψώνια την Κυριακή. Δεν είναι μόνον οι καταστηματάρχες που ανοίγουν τα καταστήματά τους που καταργούν την αργία της Κυριακής, αλλά και οι πελάτες που πάνε να ψωνίσουν.

4.) Πρέπει να υποστηρίζουμε οικονομικά τους καταστηματάρχες που τηρούν την Κυριακή ως αργία.

5.) Εντάσσει το μέτρο μέσα στο γενικό κλίμα της Εκκλησιομαχίας. 

Μεταξύ άλλων αναφέρεται και στην υποβάθμιση και στη διαστροφή του μαθήματος των Θρησκευτικών από ορθόδοξο Ομολογιακό σε πολυπολιτισμικό οικουμενιστικό.

6.) Ασκεί διακριτικά κριτική στον Αρχιεπίσκοπο για την προθυμία του να συντάσσεται με τους Εκκλησιομάχους.

Αναφέρει μεταξύ άλλων ο Σεβ. Μεσογαίας:

“Παρὰ τὶς κραυγὲς ἀγωνίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀρκετῶν Μητροπολιτῶν, ἀγνοῶντας καὶ τὶς διαμαρτυρίες τῶν συνδικάτων τῶν ἐργαζομένων, τελικὰ κατάφεραν νομοθετικὰ νὰ ἀποδυναμώσουν καὶ τὴν ἀπὸ αἰώνων καὶ ἀπὸ Θεοῦ καθιερωμένη ἀργία τῆς Κυριακῆς. Ἡ πράξη αὐτὴ χτυπάει καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν φύση μας καὶ τὶς κοινωνικὲς ἀντοχές μας. Μᾶς ἀπομυζοῦν τὸν χρόνο τοῦ Θεοῦ, τὸν χρόνο τῆς ἀνάπαυσης, καὶ μᾶς στεροῦν τὸν χρόνο νὰ ζήσουμε λίγες στιγμὲς μαζὶ ὡς οἰκογένεια. Ὁ κατήφορος, ἀγαπητοί μου, φαίνεται πὼς δὲν ἔχει τελειωμό. Οὔτε καὶ ὁ παραλογισμὸς ὅρια. «Μωραίνει Κύριος ὃν βούλεται ἀπολέσαι».

Ἤδη φτιάχνεται ἕνας λαὸς ποὺ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν θέα τῶν ναῶν καὶ τοὺς ἤχους τῶν καμπανῶν. Οἱ ἁγιασμοὶ καὶ οἱ εὐλογίες περιορίζονται. Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἴτε διαστρέφεται εἴτε ἀποβάλλεται ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν ὡς ἀνεπιθύμητο. Μέχρι σήμερα, οἱ γιορτές μας ὅλες εἶναι θρησκευτικές, ἐκκλησιαστικές. Θὰ μᾶς τὶς ἀλλάξουν. Καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἀποβληθεῖ ἀπὸ τὴ ζωή μας κάθε τι ποὺ θυμίζει τὸν Θεό. Καὶ τὸ ὄνομά Του ἐνοχλεῖ. Αὐτὸ εὔκολα βλασφημεῖται καὶ πολὺ δύσκολα ὁμολογεῖται.
Τὸ μόνο ποὺ μᾶς μένει εἶναι νὰ ἀφυπνισθοῦμε καὶ νὰ ἀντιδράσουμε. Ὄχι βέβαια μὲ ἐμπαθεῖς καὶ κοσμικοὺς τρόπους, οὔτε πάλι γιὰ νὰ ἀναχαιτίσουμε τὸν ἐγκληματικὸ κατήφορο. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ καταφέρουμε. Αὐτὸ ποὺ μᾶς μένει καὶ μποροῦμε νὰ καταφέρουμε εἶναι νὰ κρατήσουμε τὴ μαγιὰ τῆς πίστης καὶ τοῦ αὐτοσεβασμοῦ μέσα μας καθαρὴ καὶ τὴ φλόγα τῆς ὁμολογίας ἀναμμένη.
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἐρχόμαστε στὶς Παρακλήσεις. Ἡ προσευχή μας στὴν Παναγία Μητέρα μας καὶ γιὰ τὰ προβλήματά μας καὶ γιὰ τὴ ζωή μας, κυρίως ὅμως γιὰ τὸ ἔθνος καὶ τὴν πίστη μας πρέπει νὰ βγεῖ καὶ φέτος πύρινη ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο.

Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπάντησή μας στὴν προσπάθεια κατάργησης τῆς Κυριακῆς ἀργίας πρέπει νὰ εἶναι δυναμικὴ καὶ πνευματική.
α. Μὲ περισσότερο ζῆλο ἐφ’ ἑξῆς νὰ ἁγιάζουμε τὴν Κυριακή μας. Μὲ προθυμία, ἀνελλιπῶς κάθε Κυριακή, νὰ προσερχόμαστε στοὺς ναούς μας, μάλιστα πιὸ νωρὶς τώρα. Ἡ κατάνυξη καὶ ἡ εὐλάβεια, ἡ μυστηριακή συμμετοχή, ἡ τάξη καὶ εὐπρέπεια, εἶναι ἀνάγκη ὅσο ποτὲ ἄλλοτε νὰ ἐπιβληθοῦν στὶς ἀκολουθίες μας. Ἐπίσης, ἡ παρακολούθηση ὁμιλιῶν ποὺ καλλιεργοῦν καὶ ἐνισχύουν τὴν πίστη, ἡ πνευματικὴ μελέτη, ἡ τόνωση τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου, ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι δράσεις ποὺ ἁγιάζουν τὴν Κυριακή, ποὺ τὴν καθιστοῦν μέρα  ξεχωρισμένη γιὰ τὸν Κύριο καὶ τὴν ψυχή μας.

β. Ὅσοι ἔχουμε μαγαζιὰ δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ νὰ ὑποχωρήσουμε στὸν πειρασμὸ νὰ τὰ ἀνοίγουμε. Νὰ μὴν τὸ κάνετε, ἀδελφοί μου. Οὔτε μετὰ τὴν ἐκκλησία. Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Τοῦ ἀξίζει ὁλόκληρη. Ἡ ἀργία τῆς Κυριακῆς εἶναι ἱερή. Καὶ νὰ εἶστε σίγουροι ὅτι ἂν αὐτὸ τὸ κάνετε γιὰ τὸν Θεό, δὲν θὰ σᾶς ἀφήσει. Θὰ ἀπαντήσει στὴ ζωή σας μὲ σημεῖα καὶ εὐλογίες ποὺ δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε. Δοκιμάστε καὶ θὰ δεῖτε.
γ. Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν θὰ πρέπει νὰ κάνει τὰ ψώνια του τὴν Κυριακή. Ὅπως ζήσαμε μέχρι τώρα, ἔτσι θὰ συνεχίσουμε νὰ μὴ συμμετέχουμε στὴν ἀσέβεια. Ἡ ἀργία καταργεῖται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν ἔμπορο ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πελάτη. Καὶ
δ. Ὅλοι μαζὶ σὰν ἕνα σῶμα θὰ πρέπει νὰ στηρίξουμε τοὺς ἐμπόρους ποὺ σέβονται τὸν Θεό καὶ δὲν παραβιάζουν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς. Ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ψωνίζουμε. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, καὶ αὐτοὶ θὰ βοηθηθοῦν καὶ ἐμᾶς θὰ εὐλογήσει ὁ Θεός.

Τέλος, ἐλπίζω ἡ κυρία ἀντιπεριφερειάρχης μας, γνωστὴ γιὰ τὸν σεβασμό της στὰ ἱερὰ καὶ τὰ αὐτονόητα, νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ τῆς ἀναλογεῖ, πειθαρχῶντας περισσότερο στὸν Θεό καὶ τὴ λογικὴ τῶν ἱερῶν ἀξιῶν παρὰ στὶς κομματικὲς ἐπιλογές ποὺ ἴσως τῆς προτείνουν. Καλὸ εἶναι νὰ ἀκούσει ὄχι μόνο τὴ φωνὴ τῶν ἀχόρταγων καταναλωτῶν ἀλλὰ καὶ τὸν στεναγμὸ τῶν μικρῶν καὶ ἀνίσχυρων ἐργαζομένων καὶ ἔτσι ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς Περιφέρειας νὰ βρεθεῖ στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας. Ἐξ ἄλλου αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς δίνει καὶ ὁ νόμος.

Ὁ Θεὸς μαζί μας καὶ βοήθειά μας ἡ Παναγία μας.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Εορτασμός Αγίου Παντελεήμονος στο Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης 27 & 28 7 2013

Οι Έλληνες προσπαθούν μάταια να διασωθούν ατομικά




Μόνο με συλλογική δράση και αντίσταση μπορούμε να διασωθούμε. Να διασώσουμε τις περιουσίες που τίμια φτιάξαμε. Να διασώσουμε τα παιδιά μας από τα σύγχρονα διεθνή σκλαβοπάζαρα.

Εκείνο που σε κάθε περίπτωση χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή προκειμένου να διασωθούμε είναι η συλλογική αντιμετώπιση της κρίσης. Το σάπιο «συνταγματικό τόξο» κάνει ακριβώς το αντίθετο. Επιλέγει μια - μια της κοινωνικές ομάδες και τις εξοντώνει. Κάνει επιλεγμένες απολύσεις και επιλεγμένες φορολογήσεις, εφησυχάζοντας τους υπόλοιπους, μέχρι να έρθει και η δική τους σειρά.

Ταυτόχρονα τα καθεστωτικά ΜΜΕ, αντί να κρίνουν συνολικά την κρίση και να επισείουν συνεχώς το κίνδυνο για το σύνολο του λαού, παίζουν καθαρά το παιχνίδι του συστήματος, δηλαδή του «διαίρει και βασίλευε». Συνεχίζουν να βάζουν σε αντιπαράθεση τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες. Ευτελίζουν και διασύρουν την επαγγελματική ομάδα που κάθε φορά στοχεύει η κυβέρνηση. Μιλάνε μονίμως για τα «συνήθη υποζύγια» - μισθωτούς και συνταξιούχους, δείχνοντας έμμεσα ως εχθρούς της οικονομίας και ως φοροκλέφτες τους επιχειρηματίες και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Αντί να στραφούν με βία εναντίον των εξοντωτικών μέτρων που επιβάλλονται, προσπαθούν να μετατρέψουν τα επιβαλλόμενα μέτρα σε υπόθεση του κάθε πολίτη με την δήθεν ανάλυση σε πίνακες που κάνουν.

Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχουν ισχυρές κοινωνικές ομάδες (εξάλλου δεν τις αφήνει το καθεστώς να εμφανιστούν) για να ξεσηκώσουν το λαό. Ταυτόχρονα, ούτε ένα κόμμα του «συνταγματικού τόξου» δεν επιθυμεί τη λαϊκή αφύπνιση.

Έτσι, μέσα σε όλη αυτή την προπαγανδιστική επίθεση, ο πολίτης ωθούμενος και από την παραδοσιακή ατομικότητά του και την μη αποδοχή της άποψης του διπλανού του, προσπαθεί μόνος να διασωθεί υπολογίζοντας τα έξοδα που πρέπει να αντιμετωπίσει. Δεν αντιλαμβάνεται ο δύστυχος ότι το σύστημα θα έρθει να τον ξετρυπώσει όπου κι αν κρυφτεί και δεν πρόκειται να διασωθεί μέχρι να του πάρουν και το τελευταίο περιουσιακό αντικείμενο που έχει.

Μόνο με συλλογική δράση και αντίσταση μπορούμε να διασωθούμε. Να διασώσουμε τις περιουσίες που τίμια φτιάξαμε. Να διασώσουμε τα παιδιά μας από τα σύγχρονα διεθνή σκλαβοπάζαρα.


Παράδοση και νεωτερικότητα...

Φώτης Κόντογλου
"Ἀλλὰ πᾶμε καὶ παραπέρα: Στὶς ἐκκλησιές, καὶ κεῖ μοντερνισμός, καὶ μάλιστα πιὸ σιχαμερός.
Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, ὅλοι κοιτάζουνε ποιὸς θὰ ξεπεράσει τὸν ἄλλον... στὸν μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιοὺς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες καὶ σπανές, ἅγιους χαμογελαστούς, μὲ κεῖνο τὸ φαρισαϊκὸ μειδίαμα ποὺ ἔχουνε οἱ μοντέρνοι θεατρίνοι....  ἀδιάφοροι γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νεωτεριστὲς ποῦ δὲν θέλουνε τὸ ράσο ποῦ φοροῦσε ὁ Παλαιῶν Πατρὼν Γερμανός, μήτε τὸ καλυμμαύχι, μήτε τὸ τυπικό τῆς ἐκκλησίας, μήτε τὴν κατανυκτικὴ ψαλμωδία της, γιατί τοὺς κάνει νὰ νοιώσουνε τὸ χάλι ποῦ βρίσκεται ἡ ψυχή τους. 
Ἄξεστοι κι ἀμόρφωτοι ἀπὸ ἀληθινὴ θρησκευτικὴ γνώση, μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ νεωτερισμούς, γιὰ μεγάφωνα, γιὰ «αἴθουσας διαλέξεων», γιὰ «ὀρατόρια», γιὰ «ἀλτάρια» κλπ.
Ὅλοι αὐτοὶ ἔχουνε τὴν ἰδέα πῶς εἶναι οἱ κλειδοκράτορες «τῆς προόδου καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους», ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στὸ βράχο τῆς παράδοσης, «ἐχθροί τῆς προόδου», «στοιχεία ἄχρηστα καὶ πεθαμένα γιὰ τὴν μεγάλην ἀποστολὴν τοῦ ἔθνους μας»."
.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ - ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙΟΝ

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ, ΠΑΣΑ Η ΚΤΙΣΙΣ

Του Φώτη Κόντογλου
«Ἐσένα πού εἶσαι ζωντανή κιβωτός τοῦ Θεοῦ, ἄς μή σέ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλά χείλια πιστά ἄς ψάλλουνε δίχως νά σωπάσουνε τή φωνή τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδός θέλει νά πεῖ τή φωνή τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, πού εἶπε «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί») κι ἄς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα Παρθένε ἁγνή».

(«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων· χείλη δέ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω: Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή»)


Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιό πολλοί σήμερα, τώρα πού ἔπρεπε νά προσπέσουμε μέ δάκρυα καυτερά στήν Παναγία καί νά ποῦμε μαζί μέ τό Θεόδωρο Δούκα τό Λάσκαρη, πού σύνθεσε μέ συντριμμένη καρδιά τόν παρακλητικό κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρῖον, Παρθένε». «Σάν τά μελίσσια πού τριγυρίζουνε γύρω στήν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μέ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καί πέσανε ἀπάνω στήν καρδιά μου καί τήν κατατρυπᾶνε μέ τίς φαρμακερές σαΐτες τους. Ἄμποτε, Παναγία μου, νά σέ βρῶ βοηθό, νά μέ γλυτώσεις ἀπό τά βάσανα».


Μά ποιός ἀπό μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπό τήν Παναγία, ἀπό τό Χριστό κι’ ἀπό τούς ἁγίους; Γυρεύουμε βοήθεια ἀπό τό κάθε τί, παρεκτός ἀπό τό Θεό. Ἀλλά τί βοήθεια μποροῦνε νά δώσουνε στόν ἄνθρωπο τά εἴδωλα τά λεγόμενα «ἐπιστήμη» καί «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ ἀναχωρητής λέγει: «Σ’ ὅλους τοὺς δρόμους πού πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σέ τοῦτον τόν κόσμο δέ βρίσκουν σέ κανένα τήν εἰρήνη, ὥς πού νά σιμώσουμε στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο, οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι εἶναι «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι’ αὐτό κι’ ὁ ὑμνογράφος πού εἴπαμε, λέγει στήν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, καί τήν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καί ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τά δοκίμασα, μά κανένα πράγμα δέ μπόρεσε νὰ μέ ξαλαφρώσει. Γιά τοῦτο φωνάζω ἐσένα μέ θρῆνο πικρό, καί λέγω: Πρόφτασε καί δῶσε τή βοήθειά σου σέ μένα τόν ταπεινό κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν πικραμένων, τό ραβδί τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καρφώθηκε ἀπάνω στό ξύλο· κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σέ τοῦτον τόν κόσμο. Γι’ αὐτό καταφεύγουμε σέ κείνη πού τήν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καί χίλια ἄλλα ὀνόματα, πού δέν βγήκανε ἔτσι ἁπλά ἀπό τά στόματα, ἀλλά ἀπό τίς καρδιές πού πιστεύανε καί πού πονούσανε.

Μονάχα στήν Ἑλλάδα προσκυνεῖται ἡ Παναγία μέ τόν πρεπούμενο τρόπο δηλ. μέ δάκρυα μέ πόνο καί μέ ταπεινή ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπό κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπό τούτη τήν αἰτία τό ἔθνος μας στά σκληρά τά χρόνια βρίσκει παρηγοριά καί στήριγμα στά ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καί παραπάνω ἀπό ὅλα στό Σταυρωμένο τό Χριστό καί στή χαροκαμένη μητέρα του, πού πέρασε τήν καρδιά της σπαθί δίκοπο.
Σέ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τήν Παναγία μέ τραγούδια κοσμικά, σάν νἆναι καμιά φιληνάδα τους, μά ἐμεῖς τήν ὑμνολογοῦμε μέ κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μά μέ συστολή, μέ ἀγάπη μά καί μέ σέβας, σάν μητέρα μας μά καί σάν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας νά τή δεῖ τί ἔχει μέσα καί νά μᾶς συμπονέσει.

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρά τῆς Ὀρθοδοξίας, «τό χαροποιόν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμός ὁ γλυκερός τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καί ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικό περιβόλι πού μοσκοβολᾶ ἀπό λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καί τά πιό μυρουδικά, τά πιό ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καί μαζί της χαίρεται μέ μία χαρά πνευματική:«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ᾖς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν».
Ἀπορεῖς τί νά πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτή τήν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πώς ὁ ἀγέρας, τά βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τά χωριά οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματική ἀπ’ αὐτό «τό χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτή «τήν μανναδόχον στάμνον» πού ἔχει μέσα «μύρον τό ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μέ τ’ ὄνομά της, τά βουνά μας, οἱ κάμποι, τά νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπό τά ξωκλήσια της, τά καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στή μάσκα καί στήν πρύμνη τό γλυκύτατο τ’ ὄνομά της. Ἀληθινά στήν Ἑλλάδα μας «ἐπί Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «γιά Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση». Στή κοίμησή σου, θαρρεῖς πώς ἡ χαρά γίνηκε πιό μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σέ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντί νά ἀποσκιάσει καί πλημμύρησε τίς καρδιές μας.

Τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στά κουρασμένα πρόσωπά μας, τά δέντρα σάν νά γενήκανε πιό χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σάν νά ἀρμενίζει πιό δροσερό μέσα στό πέλαγο καί ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπό χαρά μεγάλη, τό κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται.. Ὤ! Τί θάνατος λοιπόν εἶναι αὐτός, πού γέμισε τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας! Καί καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδός: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἡμῶν». Ἀληθινά λέγει καί σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».

Ἀλλά τό ξαναλέγω. Τί νά πεῖ κανένας πρῶτα καί τί ὕστερα, ἀπό τά τόσα πνευματικά ὑμνολογήματα πού προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιές στήν Παναγία, στό «Ρόδον τό ἀμάραντον», πού μοσκοβόλησε καί ἁγίασε τήν καταβασανισμένη τήν Ἑλλάδα! Τήν ὑμνολογήσανε μέ τά λόγια, μέ τήν ψαλμωδία, μέ τή ζωγραφική, μέ τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τ’ ἀσήμι, μέ τό μάλαμα, μέ τό κηρομάστιχο, μέ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμένο πράγμα πού μπορεῖ νά χρησιμέψει στόν ἄνθρωπο γιά νὰ μπορέσει νά δείξει τήν ἀγάπη του, τό σέβας του, τή χαρά του, τήν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνό αἴσθημα ἔχει μέσα στά φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τό νά πιάσει κανένας νά τά ἱστορήσει καταλεπτῶς, θά ἤτανε σάν νὰ ’θελε νά μετρήσει τήν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιά τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστά λουλούδια ἀπό τῆς ὑμνωδίας τό ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς»

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἄς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπό τίς Καταβασίες τοῦ Ἀκάθιστου ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου», πού εἶναι τό βυζαντινότατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικά πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλά ἐκείνη τήν ἐξαίσια γ’ ὠδή πού λέγει: «Τούς σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καί ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καί ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τούς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, πού συγκροτήσανε ἕναν πνευματικό θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσύ πού εἶσαι ζωντανή ὡς ἄφθονη πηγή. Καί μέ τή θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νά φορέσουν τῆς δόξας τά στέφανα»· ἡ θ’. ὠδή πού λέγει: «Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τά ἱερά θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καί βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»

Ἐκεῖνα τά πανηγυρικά αὐτόμελα πού ψέλνουνε στόν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μέ μέλος θριαμβευτικό καί μέ πνευματική μεγαλοπρέπεια! Ποιός χριστιανός Πίνδαρος τά σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καί κλῖμαξ πρός oυραvόv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τό ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τόν Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τό μέγα ἔλεος.»

Ποταμός μέγας καί βουερός ἀναβρύζει καί μᾶς δροσίζει, καί πίνουνε νερό δροσερό ψυχές ξερές καί διψασμένες! Κοίταξε πάθος καί μεράκι πού ξεχειλίζει ἀπό καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντί νά κλάψει γιά τήν Παναγία πού εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στήν κλίνη της, τυλιγμένη μέ τό μαφόρι της μέ κλεισμένα τά μάτια της πού δίνανε παρηγοριά στήν ἀνθρωπότητα, μέ σταυρωμένα τά ἄχραντα χέρια της, πού βαστάξανε τό Χριστό καί τόν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σάν τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀντίς λέγω νά κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς κείτεται στό μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μέ δάκρυα στά μάτια, πλήν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, πού ἔχεις θησαυρισμένο τό ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ’ ὕστερα στρέφει στούς χριστιανούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία καί τούς λέγει μέ τόν ἴδιο πνευματικό οἶστρο. «Ἄς κράξουμε ὅλοι μαζί στήν Παναγία, ἔχοντας γιά πρωτοψάλτη τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού τή χαιρέτισε μέ τά ἴδια λόγια κατά τή χαρούμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἄς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, πού δωρίζει στόν κόσμο μέ ἐσένα, τό μέγα ἔλεος».

Θάνατος δέν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καί ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη πού ἔχει ἀπιθωμένο πάνω της τόν ἄρτο τῆς ζωῆς καί τό κρασί τῆς ἀθανασίας, καί πίνουνε οἱ χριστιανοί καί μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καί δέν βρίσκονται πιά μπροστά σ’ ἕνα λείψανο πού τό κηδεύουνε, ἀλλά βρίσκονται στή Ναζαρέτ, στό σπίτι τό χαρούμενο καί τό μοσκοβολημένο ἀπό τήν παρθενική εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε πού ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατά κείνη τήν ἡμέρα πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καί κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σά νὰ ’ναι ἀθάνατοι, μαζί μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ : 

«Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σέ χαρά!
Ναί, Δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, παρά μονάχα στό Χριστό κι’ αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πού ἔχει τή ρίζα του στόν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρές εἶναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα.

Τά μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπό τά δάκρυα τώρα πού γράφω αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ μας. Αὐτά τά λίγα λόγια τά φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στήν καρδιά της καί μ’ αὐτά κλαίει καί μ’ αὐτά χαίρεται. Αὐτά τά λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί μεταλλαχτήκανε σέ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καί βγήκανε ἀπό τίς καιόμενες καρδιές τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί εὐωδιάσανε τόν κόσμο. Ἀπό τόν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπό τόν ἄλλον εἰκονίσματα, σέ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σέ ἄλλον ψαλμός, σέ ἄλλον ἐκκλησιά μέ κουμπέδες καί μέ ἁγιατράπεζα, σέ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καί βουβή κατάνυξη. Αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ σταθήκανε πηγή καί ἔμπνευση καί γιά τό θρηνητικό ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νά πῶ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σέ ὅσα ἔγραψε γιά τό «Χαροποιόν πένθος»: «Ὅποιος κλαίει, λέγει αὐτός ὁ ἅγιος, καί πικραίνεται γιά τό Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νά δεῖ στή ψυχή του τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτή ἡ οὐράνια παρηγοριά εἶναι κάποια ἀνακούφιση καί θεϊκή ἀλάφρωση, πού παρηγορά τήν πονεμένη καί πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό μέ τίς ἁμαρτίες της. Καί τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τά πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, πού εἶναι καταφαρμακωμένη, σέ κάποια παρηγοριά θαυμαστή.

Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτή τή λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τό ἅγιο καί θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, πού γυρεύει μέ μεγάλη θέρμη τό Θεό ὅπου τόν ἐπιθυμᾶ πάντα της.

Κράτα λοιπόν καλά τή χαριτωμένη καί τήν ἥμερη καί τήν ἅγια λύπη, πού κάνει τή ψυχή σου νά θλίβεται ἀντάμα καί νά χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλά τήν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ζεσταίνουμε καί θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο πού λέγεται κλάψιμο καί λύπη, καί πού φαίνεται πολύ πικρό κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καί σμιγμένη τή χαρά, καί τήν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τό κερί μέ τό μέλι στήν μελόπιτα. Καί σέρνει ἐκείνους πού τήν ἀξιωθήκανε μέ πόθο μεγάλο καί μέ πολλήν ἀγάπη, καί φοβοῦνται νά μήν τήν χάσουνε, καί τήν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβά πετράδια καί τ’ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μία ἤμερη χαρά κ’ ἕνα θεϊκό χάρισμα. μέ τό ὁποῖο στολίζει ὁ Θεός τούς φίλους του, καί κάνει νά ἔχουνε μίαν ἀληθινή χαρά καί ὄρεξη γιά τό Θεό, ποὺ ’ναι συντροφιασμένη μέ κάποια θεραπευτική λύπη ὅπου δέν ἔχει μέσα της καμιά σαρκική ἀγάπη, παρά μονάχα μιὰ παρηγοριά ἀγγελική καί οὐράνια. Μέ τήν ὁποία παρηγορά ὁ Θεός κρυφά ἐκείνους πού συντρίβουνε μέ πόνο καί μέ ταπείνωση τήν καρδιά τους.»

Ἄμποτε νά τήν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη τῆς Παναγίας πού γιορτάζουμε. Ἀμήν.