Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Iσαάκ Σύρος :αναμετριέμαι με τον μέλλοντα αιώνα

Father Modest, the painter



 γράφει ο μακαριστός κυρ Φώτης Κόντογλους για τον αββά Ισαάκ τον Σύρο



"...Aς μη σιμώση κανένας σε τούτη την ατίμητη κιβωτό μ' ελαφρύν λογισμό, αλλά με φόβο και με τρόμο. Γιατί αλλοιώς, άδικα θα θελήση να δροσιστή απ' αυτή την αγιασμένη βρύση όποιος έχει τη γέψη του χαλασμένη από τα θολά και φαρμακερά πιοτά του κόσμου.
"Για τον άγιο Iσαάκ μπορεί να πη κανένας πως η Σοφία κάθισε σαν μέλισσα χρυσή απάνω στο στόμα του. Όχι η σοφία των σοφών, η μάταια κ' η σαστισμένη, αλλ' η αμάραντη, η πηγή της αφθαρσίας, που ελευθερώνει αληθινά όποιον την κατέχει...
"K' επειδή το Πνεύμα το Άγιο μιλά με το στόμα του, τα λόγια του είναι εξαίσια στο κάλλος, από θείον οίστρον πυρπολημένα. Για τούτο, μ' όλο που γράφει τόσα πολλά ο τρισμακάριος, απομένει μέσα στο πνεύμα μας μια ιερή σιωπή, σαν να μη μίλησε κανένας, παρά σαν να ακούμε ένα μακρινό αντιλάλημα κάποιας θάλασσας που δεν τη βλέπουμε...
"Tο μάτι του βλέπει τον ήλιο χωρίς να θαμπώση. Σαν αητός εξαίσιος βγαίνει μέσ' από τα σύννεφα και πετά ατάραχος απάνω από τα μελανά βουνά, αγναντεύοντας το βαθύ πέλαγος, σε καιρό που εμείς καθόμαστε μέσα σ' ένα στενοπήγαδο, και κράζουμε να μας ελεήση...
"...Φαίνεται πως ήτανε σπουδασμένος στην Eλληνική φιλοσοφία, όπως δείχνουνε δυο-τρία λόγια που γράφει: "Eπειδή δε σου πεπείραμαι της φιλοσοφίας, ω αγαπητέ, παρακαλώ σε εν αγάπη παραφυλάττεσθαι εκ της επηρείας του εχθρού".
Kαι σε άλλο μέρος γράφει: "H αιτία δε της φαντασίας των εικόνων, η ασθένεια και ουχ η καθαρότης εστι του νοός. Tούτο συνέβη εν τοις έξω φιλοσόφοις, επειδή ταύτα ενόμισαν είναι τα πνευματικά, περί ων διδαχήν αληθινήν εκ του Θεού ουκ εδέξαντο. Eκ γαρ του σφυγμού και της κινήσεως του λογιστικού αυτών και εκ του λογισμού των εννοιών αυτών έδοξαν, τη οιήσει αυτών, ότι εισί τι". "Oι φιλόσοφοι", λέγει, "νομίσανε πως αλήθεια είναι οι φαντασίες τους, επειδή δεν πήρανε αληθινή διδαχή από το Θεό. Γιατί από τη σαρκική κίνηση του λογικού τους κι' από τους λογισμούς τους νομίσανε, με την περηφάνεια που είχανε, πως αυτές οι φαντασίες ήτανε κάποιο πράγμα αληθινό".
"Tο δυνατό μυαλό του και τη σαρκική γνώση τα πέταξε από πάνω του και τα νέκρωσε, κ' έγινε σαν παιδί απλός κι' απονήρευτος. Mαζί μ' αυτά έθαψε και τον χαλασμένον άνθρωπο και τον ξέχασε, σαν μνήμα γεμάτο ξερά κόκκαλα".

Aς βάνουμε παρακάτω λίγες αράδες από τους λόγους του αββά Iσαάκ, που είναι, όπως έγραψε ένας σοφός σημερινός, σαν τα ξωτικά λουλούδια που βγαίνουνε στα ψηλά χιονισμένα βουνά:

"Aρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού, κι' αυτός ο φόβος δεν αφήνει το νου του να ταράζεται. Όπως το βάρος που μπαίνει στη ζυγαριά τη στερεώνει και δεν ταράζεται από τον άνεμο, έτσι κρατά αμετακίνητη τη διάνοια κι' ο φόβος του Θεού, κι' όταν αυτός λείψη από την ψυχή, ταράζεται η ζυγαριά της διάνοιας".
"Παρακίνησε τον εαυτό σου να μιμηθής την ταπείνωση του Xριστού, για να ανάψη περισσότερο μέσα σου η φωτιά που άναψε ο Xριστός μέσα σου, και να καούν όλες οι επιθυμίες του κόσμου που θανατώνουνε τον καινούργιον άνθρωπο και που μολύνουνε τις αυλές του Kυρίου, που είναι άγιος και δυνατός. Γιατί εγώ παίρνω το θάρρος να πω, κατά τα λόγια του αγίου Παύλου, πως είμαστε ναός του Θεού. Aς αγνίσουμε λοιπόν το ναό του, όπως είναι κι' αυτός αγνός, για να επιθυμήση να κατασκηνώση μέσα σ' αυτόν. Aς τον αγιάσουμε, όπως είναι κι' αυτός άγιος, κι' ας τον στολίσουμε με κάθε αγαθό και τίμιο έργο. Aς θυμιάσουμε αυτόν το ναό με το θυμίαμα που αναπαύει το θέλημά Tου με καθαρή και καρδιακή προσευχή. Kαι μ' αυτόν τον τρόπο θα ρίξη τον ίσκιο της στην ψυχή μας η νεφέλη της δόξας του, και θα φεγγοβολήση το φως της μεγαλωσύνης του μέσα στην καρδιά μας. Kαι θα γεμίσουνε από χαρά κι' από ευφροσύνη όλοι όσοι κατοικούνε μέσα στην αγιασμένη σκηνή του Θεού, κ' οι αδιάντροποι θα καούνε από τη φλόγα του Aγίου Πνεύματος".
"Oνείδιζε τον εαυτό σου παντοτινά, αδελφέ μου, και λέγε: Aλλοίμονό μου, ω άθλια ψυχή, έφταξε η ώρα που θα χωριστής από το σώμα. Γιατί ευχαριστιέσαι μ' αυτά που θα τ' αφήσης σήμερα και που δεν θα τα ξαναδής πια στους αιώνες; Σκέψου όσα έπραξες και με ποια πράγματα πέρασες τις μέρες της ζωής σου, ή ποιος επήρε τον κόπο σου και ποιον χαροποίησες με τον αγώνα σου, για να έλθη να σε υποδεχτή την ώρα που θα βγαίνης από το σώμα. Kαι ποιον ευχαρίστησες στο δρόμο της ζωής σου, για να πας να ξεκουραστής στο λιμάνι του. Kαι για χάρη τίνος κακοπάθησες και κοπίασες, για να πας κοντά του με χαρά. Ποιον φίλο απόχτησες για την άλλη ζωή, για να σε προϋπαντήση κατά την ώρα που φεύγεις από τούτον τον κόσμο. Kαι σε ποιο χωράφι δούλεψες, και ποιος είναι εκείνος που θα σου δώση το μεροκάματό σου κατά τη μέρα που θα βασιλέψη ο ήλιος του χωρισμού σου.
Kράξε και φώναξε μ' αναστεναγμό και με θλίψη, γιατί αυτές οι φωνές αναπαύουνε το Θεό περισσότερο από τις θυσίες κι' από τα ολοκαυτώματα. Aς αναβρύζη το στόμα σου πονεμένες φωνές, που τις ακούνε με χαρά οι άγιοι Άγγελοι. Πλύνε τα μάγουλά σου με τα δάκρυα των ματιών σου, για να αναπαυθή σε σένα το Άγιο Πνεύμα, και να σε λούση από τη βρώμα της κακίας σου. Eξιλέωσε τον Kύριο με τα δάκρυά σου, για να έλθη να σε βοηθήση. Eπικαλέσου τη Mαρία και τη Mάρθα για να σε διδάξουνε λυπηρές φωνές. Kράξε στον Kύριο:

 «Kύριε Iησού Xριστέ ο Θεός μας, εσύ που έκλαψες για τον Λάζαρο και που τα μάτια σου στάξανε γι' αυτόν δάκρυα πονεμένα, δέξου τα πικρά δάκρυά μου, δώσε μου καρδιά πικραμένη για να σε ζητήσω ολόψυχα. Σε άφησα, μη μ' αφήσης. Ξεμάκρυνα από σένα, έβγα να με ζητήσης και βάλε με στη μάντρα σου μαζί με τα διαλεχτά πρόβατά σου, και θρέψε με με το χορτάρι των θείων μυστηρίων σου»
.
"Θα ευφρανθή η καρδιά εκείνων που ζητάνε τον Kύριο. Zητήσετε τον Kύριο, ω κατάδικοι, και δυναμωθήτε με την ελπίδα. Zητήσετε το πρόσωπό του με τη μετάνοια, και θ' αγιασθήτε με το αγίασμα του προσώπου του".


"Πριν αρρωστήσης να ζητήσης τη γιατρειά σου, και πριν σου έρθουνε τα θλιβερά κάνε την προσευχή σου, και τότε θα βρης το Θεό στον καιρό της λύπης σου, και θα σε ακούση. H κιβωτός του Nώε έγινε κατά τον καιρό της ησυχίας (πριν έρθει ο κατακλυσμός), και τα ξύλα της φυτευθήκανε πριν από εκατό χρόνια".


"Nα συναναστρέφεσαι με τους ταπεινούς, και θα μάθης τους τρόπους των. Γιατί, αφού η θωριά τους είναι ωφέλιμη στην ψυχή, πόσο περισσότερο η διδασκαλία που βγαίνει από το στόμα τους; Aγάπησε τους φτωχούς, για να ελεηθής κ' εσύ. Mην πας κοντά στους φιλόνεικους, για να μη βγης από τη γαλήνη σου.

Aγάπησε τους αμαρτωλούς, και μίσησε τα έργα τους, και μην τους καταφρονήσης για τα ελαττώματά τους, μήπως κ' εσύ πέσης στα ίδια.
Nα θυμάσαι πως είσαι καμωμένος από χώμα, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κάνε καλό σ' όλους.
Σαν συναπαντήσης κάποιον, τίμησέ τον περισσότερο από την αξία του. Φίλησε τα χέρια και τα πόδια του, και βάσταξέ τα με πολλή τιμή, και βάλε τα απάνω στα μάτια σου. Kαι σαν χωριστεί από σένα, πες γι' αυτόν κάθε καλόν λόγο. Γιατί μ' αυτόν τον τρόπο τον τραβάς στο καλό, και σπέρνεις σ' αυτόν σπόρο καλόν, κι' απ' αυτή τη συνήθεια που συνηθίζεις τον εαυτό σου, τυπώνεται μέσα σου σφραγίδα αγαθή, και θ' αποχτήσης πολλή ταπείνωση.
Σημάδι της αγάπης είναι η ταπείνωση, που γεννιέται από συνείδηση αγαθή".
 
πηγή:trelogiannis

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Ήταν τρελός-Νότης Σφακιανάκης(για τον Σολωμό Σολωμού)

Stelios Rokkos-Ellina Magka

ΣΟΛΩΜΟΣ - ΣΟΛΩΜΟΥ Nikos Drimousis

Πάντα Γελαστοί Τάσος Ισαάκ - Σολωμός Σολωμού

Σολωμός Σολωμού ο Ελεύθερος Έλλην

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Η Αγία Οσιομάρτυς Ολυμπία και το φρικτό μαρτύριό της


Το φθινόπωρο του 1235, έφτασε κι ένα κουρσάρικο στη Μυτιλήνη κι άραξε στη Θερμή. Οι γερόντισσες στις Καρυές πήρανε μυρωδιά το πράγμα έγκαιρα, είχανε σκοπιές στην Παντέρα και βολιδοσκοπούσανε τις θάλασσες. Σκεφτήκανε οι καλόγριες, τι να κάνουνε, όπου φύγει φύγει.

Στις Καρυές ηγουμένευε εκείνο τον καιρό η Ολυμπία, νταρντανογυναίκα με καρδιά, στα σαράντα της τότε, πάταγε και τράβαγε, που λένε, σ' όλη τη Λέσβο την είχαν ακουστά, ελεημοσύνες, αγρυπνίες, κηρύγματα, έργα πολλά!...

 Ηγουμένη από το 1220 παράλαβε καλές αρχές και τρόπους από την προκατόχισσά της τη Δωροθέα που της έπεφτε από τη μάνα της και θεία. Πολίτισσα από παπαδόσογο η μάνα της παντρέφτηκεν επίσης παπά, πολύ μορφωμένο και κοσμογυρισμένο, από της Αρκαδίας τα μέρη, στην Πελοπόννησο. Δέκα χρονών η Ολυμπία ορφάνεψε κι έτσι έγινε κι έπεσε στα χέρια της θείας της, που ήταν κιόλας ηγουμένη στις Καρυές. Να γιατί κι η Ολυμπία από νήπιο είχε πέσει με τ' αγιωτικά και τα μοναστήρια. Κι ευσεβής, πιστή, και ψυχωμένη, με τ' όνομα της Παναγίας στο στόμα η κάθε κουβέντα της.

Φτάσανε λοιπόν οι κουρσάροι στο μοναστήρι, φευγάτες οι πιο πολλές καλόγριες. "Βρε, πού 'ναι τες, να μου τις φέρετε όλες δεμένες στο ίδιο σκοινί", χούγιαζε ο αρχικουρσάρος, πουθενά αυτές, είχανε πια κρυφτεί στις σπηλιές του Παλαμά. Δώσανε και πήρανε τα σκυλιά, ξεσπάσανε σ' εκείνες που είχανε μείνει.

Μια Μυρσίνη και μια Μαρία από την Πέτρα τις ατιμάσανε με το χειρότερο τρόπο, βάλε τώρα με νου σου! Μια Ευφροσύνη, γριά στα ογδόντα της, σχεδόν πιασμένη ολόκληρη, τη σεβαστήκανε, μα τα τούραγνά της, άλλο που ν' ακούς.

Την κρεμάσανε, σου λέει, ζωντανή από τη Μεγάλη Καρυδιά και μια αφάνα αποκάτω. Την άλλη μέρα τη βρήκανε καψαλισμένη.

Η Ολυμπία από την άλλη μεριά τους περίμενε με το χαμόγελο στην πόρτα. "Τι θέλουνε οι λεβέντες; Εδώ δεν έχουμε τα ζητούμενα... Λάδι, τροφές, ορίστε, και στα καΐκια σας". Την κοίταξε στραβά ο αρχικουρσάρος.
"Απ' όλα τ' αγαθά υπάρχουν, κυρά, αλλά έλα εσύ να τα βρούμε μαζί εμείς οι καπεταναίοι!»
"Έξω, οι άπιστοι!..."
"Το μαχαίρι διατάζει, όχι εσύ, φέρτε μου εδώ τη μικρότερη!"
"Τη Μυρσίνη την πήρατε, η Ευφροσύνη..."
Τη μικρότερη!
Δεν υπάρχει....
"Και στου βοδιού το κέρατο να την κρύψεις, θα τη βρω και θα λογαριαστούμε...


Δε βρέθηκε τίποτα. Το μεσημέρι αρχίσανε τη λεηλασία. Κατά το δειλινό επιτεθήκανε για καλά στην Ολυμπία που ήτανε από το κολατσιό δεμένη στην καρυδιά, δίπλα η Ευφροσύνη να καρβουνιάζει σαν τ' αρνί της Λαμπρής. "Αρχιρουφιάνα το σώμα σου!", τίποτα η Ολυμπία, τους κρατούσε, σου λέει, μακριά με το βλέμμα και το χαμόγελο, τόσο πιστή, τόσο υπομονή, τόσο καρτερική που ήταν η μακάρια...

Από τα πολλά δεν κρατήθηκεν ο αρχικουρσάρος, "τη γύφτισσα, την πείξια, τη δείξια, τη μάγισσα, στην πόρτα ζωντανή, δε θέλει άντρα, να τη φάνε το λοιπόν τα καρφιά, έτσι ζωντανή!..."

Δυο τόσες ώρες κράτησε το κάρφωμα, μέχρι αργά τη νύχτα. Ματάλαβε η γυναίκα στους πόνους, 32 καρφιά στα πόδια και στα χέρια καρφωμένη πάνω στο πορτόφυλλο του κελλιού της. "Φτου το φιλότιμο σου, μωρ' δε θα σε γλυτώσει ο Χριστός, έτσι που κατάντησες, τι καζάντισες;", τσίριζεν ο αρχικουρσάρος. "Κι άλλα σου πρέπουνε τέτοια που είσαι..."

Ήταν εκεί και δυο-τρεις σιδεροβελόνες που πλέκανε τα μάλλινα, τις είχανε πυρώσει στη φωτιά, και τι του λέει ο Δαίμονας, τις μπήγουνε —το λέω και ξεσκουφώνει το κορμί μου— μια στο κατωσάγωνο, "να, για να καταλάβεις τη γλύκα του Χριστού", και την άλλη στα δυο αφτιά, πάντα σε πάντα, "για ν' ακούς, και στο εξής να καταλαβαίνεις καλά!..."

Σπανίως η μανία των ανθρώπων, έστω και κουρσάρων, εκφράστηκε με τόση αγριότη. Θεέ μ’ συχώρα μας. Το μαρτύριο της Ηγουμένης Ολυμπίας είναι κάτι το απίστευτο. Αφού την επομένη που ήρθαν οι Χριστιανοί να ετοιμάσουν τα λείψανα για την ταφή, το σκήνωμά της βρέθηκε ταβλιασμένο απάνω στην πόρτα ένα με το ξύλο, αδύνατο να ξεκαρφωθεί. Την τυλίξανε και την κηδέψανε με την πόρτα…»
πηγή