Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Οι κατά Θεόν ησυχαστές και οι εγκόσμιοι καθησυχαστές


              
Γέροντα, τα διάφορα κινήματα, οι διαμαρτυρίες πού γίνονται από τους Χριστιανούς έχουν κάποιο αποτέλεσμα;
- Ή παρουσία των Χριστιανών είναι πλέον ομολογία πίστεως. Μπορεί κανείς με την προσευχή να βοηθήσει περισσότερο, αλλά την σιωπή του θα την εκμεταλλευθούν οι άλλοι και θα πουν. «Ό τάδε και ό τάδε δεν διαμαρτυρήθηκαν, επομένως είναι με το μέρος μας· συμφωνούν μαζί μας». Αν δεν αρχίσουν μερικοί να χτυπούν το κακό, να ελέγχουν δηλαδή αυτούς πού σκανδαλίζουν τους πιστούς, θα γίνει μεγαλύτερο κακό. Έτσι θα τονωθούν λίγο οι πιστοί, άλλα και θα εμποδιστούν λίγο όσοι πολεμούν την Εκκλησία.
Ή Εκκλησία δεν είναι δικό τους καΐκι, να κάνουν βόλτες· είναι το σκάφος τού Χριστού. Αυτοί είναι κατακριτέοι. Το μόνο πού τους ενδιαφέρει είναι να έχουν μεγάλο μισθό, πολυτελές αυτοκίνητο, να τρέχουν στις διασκεδάσεις... Και ύστερα κάνουν νόμο να παντρεύονται με πολιτικό γάμο, νομιμοποιούν τις αμβλώσεις...
Τι θα κάνη ό Θεός, άλλο θέμα.
Και με τις βλάσφημες ταινίες πού παρουσιάζουν, θέλουν να γελοιοποιήσουν τον Χριστό. Το κάνουν, για να πουν «αυτός ήταν ο Χριστός, τώρα θα έρθει ό Μεσσίας», και να παρουσιάσουν μετά τον «Μεσσία» τους. Εκεί το πάνε.
- Οι άνθρωποι, Γέροντα, τα πιστεύουν και βλάπτονται!
- Ό βλαμμένος βλάπτεται. Τα πιστεύει, γιατί θέλει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και να ανάπαυση τον λογισμό του. Με όλα αυτά τα βλάσφημα πάνε να δικαιολογήσουν ηθικές αταξίες. Το έχουν παρακάνει. Είχαν κάνει μήνυση ότι ή ταινία «Ό τελευταίος πειρασμός» προσβάλλει την θρησκεία και οι εισαγγελείς είπαν. «Δεν είναι τίποτε». Τέτοιες βλασφημίες δεν ακουστήκαν ποτέ! Για μας ή διαμαρτυρία για την βλάσφημη εκείνη ταινία ήταν ομολογία πίστεως. Βέβαια με όλα αυτά τα βλάσφημα γίνεται και ένα καλό· χωρίζει ή ήρα από το σιτάρι, κοσκινίζεται ό κόσμος.
- Υπάρχουν, Γέροντα, κάποια θέματα για τα όποια πρέπει να αμύνεται κανείς, είτε ως άτομο είτε ως ομάδα, και κάποια για τα όποια δεν πρέπει; Π.χ. εσείς, όταν σας είπαν ότι είστε αιρετικός, απαντήσατε, ενώ σ' άλλες κατηγορίες σιωπήσατε.
- Αυτό το λένε οι Άγιοι Πατέρες, δεν είναι ότι το λέω εγώ. Οποιαδήποτε άλλη κατηγορία με βοηθάει στην πνευματική ζωή, ενώ το «αιρετικός» με χωρίζει από τον Χριστό.

- Γέροντα, πώς θα βοηθηθούν οι άνθρωποι με τόσα πού γίνονται στον κόσμο;
- Εκείνος πού θέλει να βοηθηθεί, βοηθιέται με τιποτένια πράγματα. Π.χ. κουνιέται ένα κανδήλι ή κουνιέται ό ίδιος ολόκληρος με έναν σεισμό και συνέρχεται. Όσοι δεν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, όταν ακούν ότι θα γίνει πόλεμος ή κάποια καταστροφή. «Δώσ' του, σού λέει, να γλεντήσουμε, γιατί χάνουμε την ζωή», οπότε το ρίχνουν τελείως έξω. Άλλοτε ακόμη και οι αδιάφοροι, όταν άκουγαν λ.χ. ότι θα γίνει πόλεμος, συνέρχονταν και άλλαζαν ζωή. Τώρα είναι πολύ λίγοι αυτοί. Παλιά το έθνος μας ζούσε πνευματικά, γι' αυτό και ό Θεός το ευλογούσε και οι Άγιοι μάς βοηθούσαν Με θαυμαστό τρόπο, και νικούσαμε τους εχθρούς μας, οι οποίοι πάντοτε ήταν περισσότεροι από εμάς. Σήμερα λέμε πώς είμαστε Ορθόδοξοι, άλλα δυστυχώς συχνά Μόνον το όνομα «Ορθόδοξος» έχουμε και όχι ζωή ορθόδοξη.
Ρώτησα έναν Πνευματικό με κοινωνική δράση,με ένα σωρό πνευματικοπαίδια κ.λπ.:
«Τι ξέρεις για μία βλάσφημη ταινία;» . «Δεν ξέρω τίποτε», μού είπε. Δεν ήξερε τίποτε και είναι σε μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν τον κόσμο. Τον αφήνουν έτσι, για να μη στενοχωριέται και να διασκεδάζει. Μην τυχόν πεις ότι θα γίνει πόλεμος ή ότι θα γίνει ή Δευτέρα Παρουσία και γι' αυτό πρέπει να ετοιμασθούμε, μην τυχόν στενοχωρηθούν οι άνθρωποι. Σαν Μερικές γριές πού λένε «Μη μιλάς για θάνατο· Μόνο για χαρές και για βαφτίσια να ΅ιλάς», σαν να ΅ην τις περι΅ένει θάνατος. Έτσι νιώθουν ΅ία ψεύτικη χαρά. Ενώ, αν σκέφτονταν ότι το τάδε γεροντάκι πού έ΅ενε λίγο πιο κάτω πέθανε χθες, ό άλλος είναι στα τελευταία του και θα πεθάνει, ΅εθαύριο θα γίνει τού τάδε το ΅νη΅όσυνο πού ήταν και πολύ νεότερος από αυτές, θα σκέφτονταν τον θάνατο και θα έλεγαν: «Πρέπει να εξο΅ολογηθώ, να ετοι΅ασθώ πνευ΅ατικά, γιατί ΅πορεί κι ε΅ένα σε λίγο να ΅ε καλέσει ό Χριστός για την άλλη ζωή». ιαφορετικά, έρχεται ύστερα ο θάνατος και τις παίρνει ανέτοι΅ες.
"Άλλοι πάλι από... «καλωσύνη» λένε: «Στους αιρετικούς ΅η λέτε ότι είναι στην πλάνη, για να δείξου΅ε αγάπη». Και έτσι τα ισοπεδώνουν όλα. Αν ζούσαν αυτοί στα πρώτα χρόνια τού Χριστιανισ΅ού, δεν θα είχα΅ε ούτε έναν Άγιο. Έλεγαν τότε στους Χριστιανούς: «Ρίξε ΅όνο λιβάνι στην φωτιά και ΅ην άρνήσαι τον Χριστό». εν το δέχονταν. «Κάνε ΅όνον πώς ρίχνεις». εν το δέχονταν. «Μη ΅ιλάς για τον Χριστό και πήγαινε ελεύθερος σε άλλο ΅έρος», και δεν το δέχονταν. Σή΅ερα βλέπεις έναν νερόβραστο κόσ΅ο.
Γέροντα, όταν λέει ό Απόστολος Παύλος «Ό καρπός τον Πνεύ΅ατος εστίν αγάπη, χαρά» εννοεί ότι ή χαρά είναι τεκ΅ήριο σωστής ζωής;
- Ναι, γιατί υπάρχει κοσμική χαρά και θεϊκή χαρά. Όταν κάτι δεν είναι πνευματικό, καθαρό, δεν μπορεί να υπάρχει αληθινή χαρά και ειρήνη στην καρδιά. Ή χαρά πού αισθάνεται ένας πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ή κοσμική χαρά πού επιζητούν πολλοί σήμερα. Να μην τα ΅πλέκουμε τα πράγματα. Οι Άγιοι είχαν τέτοιου είδους χαρά πού ζητάμε εμείς; Ή Παναγία είχε τέτοια χαρά; Ό Χριστός γελούσε; Ποιος Άγιος πέρασε από αυτήν την ζωή χωρίς πόνο; Ποιος Άγιος είχε τέτοια χαρά πού επιδιώκουν πολλοί Χριστιανοί της εποχής μας, πού δεν θέλουν να ακούσουν τίποτε δυσάρεστο, για να  μη στενοχωρηθούν, να μη χάσουν την ηρεία τους;
Αν θέλω να μη στενοχωρηθώ, για να είμαι χαρούμενος, να μη χαλάσω την ησυχία μου, για να είμαι πράος, τότε είμαι αδιάφορος! Άλλο πραότητα πνευματική και άλλο πραότητα από αδιαφορία. Λένε μερικοί: «Πρέπει να είμαι χαρούμενος, γιατί είμαι Χριστιανός. Να είμαι ήρεμος, γιατί είμαι Χριστιανός». Αυτοί δεν είναι Χριστιανοί. Το καταλάβατε; Αυτό είναι αδιαφορία, είναι κοσμική χαρά. Όποιος έχει αυτά τα κοσμικά στοιχεία, δεν είναι πνευματικός άνθρωπος.
Ό πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Πονάει δηλαδή για καταστάσεις, για ανθρώπους, αλλά ανταμείβεται γι' αυτόν τον πόνο με θεία παρηγοριά. Νιώθει πόνο, αλλά νιώθει μέσα του θεία παρηγοριά, γιατί κάνει ρίψεις με ευλογίες ό Θεός από τον Παράδεισο στην ψυχή και αγάλλεται ό άνθρωπος από την θεϊκή αγάπη. Αυτή είναι ή χαρά, ή πνευματική χαρά, πού δεν εκφράζεται και πλημμυρίζει την καρδιά. Το παράδειγμα μιλάει.
(Γ.Παϊσιος Λόγοι τόμος Β΄)

πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης


Ο πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης γεννήθηκε το έτος 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Περιπλανώμενοι μέχρι να εγκατασταθούν κάπου οριστικά, πέρασαν από την Λαμία, ενώ η μητέρα του ήταν έγκυος. Τότε γέννησε στον γυναικωνίτη του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Λαμίας. Οι ιερείς του ναού, μη θέλοντας το παιδί να φύγη αβάπτιστο από εκεί, το βάπτισαν και του έδωσαν το όνομα «Ευάγγελος» από το όνομα του ναού.

Η μεγάλη του επιθυμία και ο ζήλος που πλημμύριζε την ψυχή του από μικρό παιδί, ήταν ν’ ακολουθήση το δρόμο του Χριστού και να υπηρετήση την Εκκλησία Του. Είχε Πνευματικό του τον εσχάτως ανακηρυχθέντα άγιον Γεώργιον Καρσλίδην, ο οποίος τον καθωδηγούσε και τον προετοίμαζε για την ιερωσύνη.

Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου ενυμφεύθη την Μικρασιατικής καταγωγής Μελαχροινή Μητράρα από την Μυτιλήνη, η οποία αργότερα ως πρεσβυτέρα σήκωσε μαζί του τον Σταυρό και ήταν γι’ αυτόν ο καλός Κυρηναίος. Ο Θεός του χάρισε έξι παιδιά. Πέντε αγόρια και ένα κορίτσι.

Στην αρχή εργαζόταν στο εργοστάσιο Σιδηροδρόμων (μηχανουργείο του ΣΕΚ). Όταν ανακοίνωσε στους συναδέλφους του ότι θα γίνη παπάς, τον ειρωνεύοντο, χτυπούσαν τενεκέδες σαν θυμιατήρι και του έκαναν και άλλα πειράγματα, αλλά δεν τον επηρέασαν αυτά. Ο πόθος και η αγάπη του για την ιερωσύνη, ωδήγησαν τα βήματά του στον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα Α’ (Παπαγεωργίου). Στον Μητροπολίτη παρουσιάσθηκαν μαζί με τον κουμπάρο του Στέφανο Γιαννουλίδη, που ήθελε κι αυτός να ιερωθή.

Ο Δεσπότης αρχικά ήταν πολύ διστακτικός μέχρι αρνητικός, γιατί, ενώ ήσαν και οι δύο αγνοί και ενάρετοι άνθρωποι, ήταν όμως εντελώς αγράμματοι. Βλέποντας όμως ο Αρχιερεύς την απλότητά τους, την επιμονή τους και τον φλογερό πόθο τους για την ιερωσύνη, άρχισε να προβληματίζεται. Σ’ αυτό πολύ βοήθησε και η μαρτυρία δύο σπουδαίων κληρικών: Του π. Λεωνίδα Παρασκευοπούλου (μετέπειτα Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης) και του π. Φωτίου Σταμοπούλου, του πνευματικού του Ευαγγέλου, που πήγαινε μετά την κοίμηση του οσίου Γεωργίου Καρσλίδη. Ζήτησε, λοιπόν, ο Δεσπότης να του φέρουν ένα βιβλίο κι έβαλε τους δύο υποψηφίους να διαβάσουν. Αλλά τι να διαβάσουν, αφού δεν ήξεραν γράμματα; Τότε τους λέγει: «Μα εσείς δεν ξέρετε γράμματα. Πώς θα γίνετε παπάδες;». Ο Ευάγγελος τα έχασε. Έσκυψε το κεφάλι μη μπορώντας να πη κουβέντα. Τους έσωσε όμως το θάρρος του Στεφάνου, που απάντησε: «Δέσποτα, όταν πάη κάποιος στην αγορά, βρίσκει και φτηνά ψάρια, βρίσκει και ακριβά ψάρια, αλλά ψάρια είναι και τα δύο. Ε, εμείς είμαστε από τα φτηνά ψάρια». Αυτά τα λόγια έκαμψαν τον Δεσπότη και τους είπε: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε τα ράσα σας».

Ο πατήρ Ευάγγελος φοίτησε στο «Διετές Κατώτερον Εκκλησιαστικόν Φροντιστήριον» της Θεσσαλονίκης και ως ιεροσπουδαστής εχειροτονήθη διάκονος στις 2 Αυγούστου 1952 στον ιερό ναό Αναλήψεως Θεσσαλονίκης και πρεσβύτερος στις 13 Αυγούστου του ιδίου έτους στον Ιερό Μητροπολιτικό ναό Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά από τον βοηθό Επίσκοπο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Επίσκοπο Μυρέων κ.κ. Τιμόθεο Ματθαιάκη (τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής και μετά ταύτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας). Ο π. Ευάγγελος όχι μόνο έμαθε να διαβάζη, αλλά και να ψέλνη γλυκύτατα και να κηρύττη με απλά λόγια ώστε να μιλά κατ’ ευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων.

Αρχικά διωρίσθηκε εφημέριος του ιερού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Λοφίσκου της επαρχίας Λαγκαδά (τότε η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ήταν ενιαία), με την εντολή να εξυπηρετή τις θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών των χωριών Αρετής και Δρυμιάς και αργότερα της Μικροκώμης. Λειτουργούσε μία Κυριακή στον Λοφίσκο και μία στην Αρετή. Τότε τα δύο αυτά χωριά αποτελούσαν μία Κοινότητα. (Τα’ άλλα δύο ήταν μικρά χωριά).

Στην ενορία του Λοφίσκου συνάντησε πολλές δυσκολίες από την πρώτη μέρα που πήγε. Η ψυχρότατη υποδοχή, η πρωτοφανής αδιαφορία και το αφιλόξενο των κατοίκων δεν του έκαμψαν το φρόνημα· τ’ αντιμετώπισε με μεγάλη υπομονή και πολλή αγάπη.

Τόσο πολύ στενοχωρείτο για την θρησκευτική ακαταστασία που υπήρχε εκεί, ώστε εκλονίσθη η υγεία του κι έπαθε έλκος στομάχου. Αυτό τον ωδήγησε να ζητήση από το Μητροπολίτη μετάθεση σε άλλη ενορία. Πράγματι στις 31 Μαΐου 1956 ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τον απέσπασε στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεύκων και στις 23 Ιουνίου του ιδίου έτους τον μετέθεσε στον ιερό ναό αγίου Γεωργίου της Κοινότητος Αγίου Βασιλείου Λαγκαδά, όπου και υπηρέτησε με φόβο Θεού μέχρι τις 30 Ιανουαρίου 1987, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Ο πατήρ Ευάγγελος έζησε θεοφιλώς και θεαρέστως καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, αγαπώντας το ποίμνιό του και θυσιάζοντας την ζωή του υπέρ αυτού. Πλήθος κόσμου ανεπαύετο κάτω από το πετραχήλι του. Ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ. Σπυρίδων τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως, γιατί ήταν παράδειγμα ιερέως. Άφησε μνήμη αγαθού ανδρός. Ήταν όντως ενάρετος και μοσχοβολούσε αγιότητα.

Ήταν μία αγιασμένη μορφή. Το σώμα του ήταν ασκητικό, περιβεβλημένο με το φτωχικό του ράσο. Το πρόσωπό του φωτεινό. Ακτινοβολούσε την λαμπρότητα της ευλογημένης ψυχής του. Τα χείλη του ψέλλιζαν πάντοτε λόγια προσευχής.

Λίγοι άνθρωποι υπήρξαν τόσο ελεήμονες, όσο ο πατήρ Ευάγγελος. Χόρτασε νηστικούς, ξεδίψασε διψασμένους, έντυσε γυμνούς, βοήθησε αρρώστους κι αυτά πάντοτε κρυφά. Ήταν μία πνευματική τράπεζα, τα αγαθά της οποίας εγεύοντο όλοι όσοι τον πλησίαζαν.

Κατά τα έτη ’67-’68, τότε που ο κόσμος είχε φτώχεια και ξενητεύονταν, ένα πιάτο φαγητό ή ένα ρούχο χρησιμοποιημένο είχαν αξία για τους φτωχούς. Ο π. Ευάγγελος πήγαινε στις δώδεκα με μία τα μεσάνυχτα, με τα δέματα στην πλάτη του και τα άφηνε έξω από τις πόρτες των φτωχών οικογενειών που ήξερε στην Θεσσαλονίκη.

Κάποτε κατέβηκε στην αγορά να ψωνίση για την οικογένειά του και είχε στην τσέπη του μόνο 5 δραχμές. Στον δρόμο ένα γεροντάκι του ζήτησε βοήθεια και ο π. Ευάγγελος του έδωσε το τάλληρο. Γύρισε στο σπίτι του χωρίς ψώνια. Η παπαδιά που περίμενε τα ψώνια για να μαγειρέψη, τον ρώτησε πώς γύρισε τόσο γρήγορα και πού είναι τα ψώνια. Της απάντησε: «Ε, παπαδιά μου, τι να σου πω τώρα… άστα μην τα ψάχνης. Άλλη φορά θα ψωνίσω. Τώρα δεν έχω λεφτά». Σε λίγη ώρα χτυπά την πόρτα κάποιος που του ζητουσε να κάνη αγιασμό. Έκανε τον αγιασμό, και ο άνθρωπος του έδωσε 20 δραχμές. «Ταλληράκι έδωσα, εικοσάρικο πήρα», έλεγε χαμογελώντας και ψώνισε για την οικογένειά του.

Ο παπα-Βαγγέλης πήγαινε και ζητούσε από καταστήματα της Θεσσαλονίκης παπούτσια και ρούχα παλαιά που δεν επωλούντο, και τα μοίραζε σε φτωχές οικογένειες της ενορίας του. πήγε και στον Καρύδα (γνωστός μεγαλέμπορος υποδημάτων), αλλά εκείνος δεν τον πολυπίστεψε και είπε ότι θα πάει ο ίδιος την Κυριακή να τα μοιράση με τα χέρια του. Πράγματι την Κυριακή, μόλις τελείωσε την θεία Λειτουργία, όπως συνήθιζε, χτύπησε την καμπάνα και ήρθαν οι φτωχοί. Ο Καρύδας τους μοίρασε τα παπούτσια και συγκινήθηκε πολύ από την φτώχεια του κόσμου που είδε. Την επόμενη Κυριακή έφερε πάλι καλύτερα παπούτσια και στο εξής έγινε φίλος του π. Ευαγγέλου και πολύ πιστός.

Κάποια φορά ο Καρύδας κοινώνησε και, όταν πήρε αντίδωρο, είδε πάνω του δύο στίγματα από αίμα. Δεν το έφαγε και στο τέλος το έδειξε στον π. Ευάγγελο και ζητούσε μία εξήγηση. Ο π. Ευάγγελος δεν έβλεπε αίμα, ούτε και οι άλλοι. Τότε του είπε ο π. Ευάγγελος: «Το είδες μόνο εσύ το θαύμα, για να πιστέψης ότι το Αντίδωρο είναι αντί του Δώρου, που είναι η θεία Κοινωνία, αναίμακτος φαινομενικά για την αδυναμία μας, όμως είναι κανονική θυσία. Δίνεται από το χέρι του ιερέως που έκανε τη θυσία. Όλων το Αντίδωρο είναι ίδιο, όμως εσύ είχες την ευλογία να το δης με στίγματα αίματος».

Όταν ήταν εφημέριος στην Αρετή, η πολυμελής οικογένειά του ζούσε μέσα στην φτώχεια. Κάποια μέρα που επέστρεψε στο σπίτι, η πρεσβυτέρα του είπε πως έμειναν από ψωμί και τα παιδιά κλαίνε, γιατί πεινούν. Ο παπα-Βαγγέλης πήγε κατ’ ευθείαν στην Εκκλησία. Γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να προσεύχεται. Δεν πρόλαβε να τελειώση την προσευχή και μία χωριανή, που εκείνη την ώρα ξεφούρνιζε, πήγε ένα καρβέλι ψωμί στο σπίτι του παπα-Βαγγέλη. Γι’ αυτό ο ίδιος έλεγε: «Όσο εγώ προσευχόμουν μπροστά στην Αγία Τράπεζα, η γειτόνισσα χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού κρατώντας ένα ζεστό ψωμί».

Μία χειμωνιάτικη μέρα πήγε ο παπα-Βαγγέλης με δύο παιδιά του στο Σοχό για δουλειές. Τα παιδιά του περπατούσαν ξυπόλυτα πάνω στα χιόνια. Βλέποντάς τα κάποιος μαγαζάτορας που πουλούσε παπούτσια, τα λυπήθηκε. Φώναξε τον παπά και του έδωσε δύο ζευγάρια παπούτσια για τα παιδιά του. Αυτά χαρούμενα τα φόρεσαν και καμάρωναν για το δώρο τους. Λίγο πιο πέρα είδαν μία γριούλα που κρατούσε από το χέρι το εγγονάκι της, που κι αυτό περπατούσε ξυπόλυτο μέσα στα χιόνια. Τόσο πολύ το λυπήθηκε ο παπα-Βαγγέλης το παιδάκι, που έβγαλε τα παπούτσια από το ένα παιδί του και τα έδωσε στο ξένο παιδάκι, που τα πήρε με χαρά και τα φόρεσε.

Ο πατήρ Ευάγγελος ήταν ευλογημένος «εκ κοιλίας μητρός», γι’ αυτό και η Παναγία τον αξίωσε να γεννηθή μέσα στο ναό της. Αλλά κι αυτός την ευλαβείτο και την υπεραγαπούσε. Ήταν άκρως φιλομόναχος και φιλοαγιορείτης. Συχνά πήγαινε στο Άγιον Όρος. Έπαιρνε από την Θεσσαλονίκη ράσα, ζωστικά, κάλτσες, γυαλιά πρεσβυωπίας, φανέλλες και όποιον φτωχό μοναχό εύρισκε, όλο και κάτι του έδινε. Μπορεί ο ίδιος να μην είχε να φορέση καινούρια ράσα, αλλά τους Αγιορείτες πατέρες πάντοτε τους εφωδίαζε με ευλογίες. Η υπερβολική αγάπη του για την Παναγία ωδηγούσε τα βήματά του συχνά στην Πορταΐτισσα της Μονής Ιβήρων, που ήταν το αγαπημένο του μοναστήρι.

Ο παπα-Βαγγέλης ήταν κατ’ εξοχήν άνθρωπος της προσευχής και της ησυχίας. Όταν αξιώθηκε να χτίση σπίτι στον Άγιο Βασίλειο, έκτισε και οικογενειακό Εκκλησάκι που το αφιέρωσε στην αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια. Το Εκκλησάκι αυτό, που ευωδιάζει μέχρι σήμερα, θυμίζει ναούς αγιορείτικων καλυβών. Μέσα εκεί αγρυπνούσε καθημερινά κάνοντας τον κανόνα του, σαν να ήταν μεγαλόσχημος μοναχός. Ακόμα σώζεται δίπλα στο αναλόγιο το ακουμπιστήρι, που χρησιμοποιούσε στις αγρυπνίες του.

Πίσω από το σπίτι του, σε ανεξάρτητο κτίσμα, έκανε ένα δωμάτιο και μία κουζίνα, για να ζη, όπως έλεγε, «κατά μόνας» σε περιόδους νηστείας και όχι μέσα στην πολυκοσμία του σπιτιού του.

Το σπιτάκι του στο χωριό το ωνόμαζε Αγία Άννα, διότι έμοιαζε με τα Κελλιά της Σκήτης Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος, που τόσο αγαπούσε.

Στην Αρετή υπήρχε παλιά ένα τζαμί, το οποίο οι κάτοικοι είχαν χωρίσει στα δύο. Το ένα μέρος το χρησιμοποιούσαν ως παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου και το άλλο ως Σχολείο. Ο π. Ευάγγελος πήγαινε τακτικά σ’ αυτό το παρεκκλήσι για να κάνη Όρθρο κι Εσπερινό. Πηγαίνοντας, λοιπόν, παραμονή του Ψυχοσάββατου του 1954 μαζί με μία ενορίτισσά του στο ναό για να αφήσουν ένα ψυχοχάρτι, είδαν το ναό φωτισμένο και κάποιον κληρικό να ψέλνη μελωδικότατα στο αναλόγιο, ο οποίος μόλις τους είδε, μπήκε στο Άγιο Βήμα, πήρε τα Τίμια Δώρα, τα ύψωσε στον ουρανό και χάθηκε. Ο παπα-Βαγγέλη έμεινε άναυδος. Παρακολουθούσε εκστατικός τα δρώμενα. Μπήκε μέσα στο Ιερό για να αφήση το χαρτί. Είδε ότι δεν υπήρχε κανείς. Κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Νικόλαος. Ταράχθηκε πολύ. Έτρεξε αμέσως στο σπίτι του και μόλις μπήκε μέσα, λιποθύμησε. Όταν αργότερα συνήλθε, δεν μπορούσε να μιλήση. Για τρεις ημέρες είχε χάσει την φωνή του. Του έμεινε μόνιμα ένα μικρό τσέβδισμα, για να του θυμίζη πάντα ότι με τα ίδια του τα μάτια είδε υπερφυσικές καταστάσεις.

Μία χρονιά ο παπα-Βαγγέλης με τον κουμπάρο του τον παπα-Στέφανο πήγαν στους Αγίους Τόπους. Την ημέρα που πήγαν στον Πανάγιο Τάφο, θα λειτουργούσε ο ίδιος ο Πατριάρχης κ.κ. Βενέδικτος πάνω στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου μας. Υπήρχαν χιλιάδες προσκυνητές μεταξύ των οποίων και πολλοί κληρικοί. Με πολύ πόθο και αγωνία στρέφεται ο πατήρ Ευάγγελος προς τον πατέρα Στέφανο και του λέει: «Αχ, παπα-Στέφανε, να μπορούσαμε να λειτουργήσουμε κι εμείς μαζί με τον Πατριάρχη πάνω στον Πανάγιο Τάφο!». Δεν πρόλαβε να τελειώση τα λόγια του και γυρίζοντας προς αυτούς ο Πατριάρχης και δείχνοντάς τους με το χέρι του τους λέει: «Εσύ κι εσύ ελάτε να λειτουργήσετε μαζί μου». Χαράς ευαγγέλια και για τους δύο ευλαβέστατους πατέρες. Όταν ανεφέρετο σ’ αυτό το γεγονός ο π. Ευάγγελος έλεγε με καμάρι: «Μεγάλη ευλογία. Μας διάλεξε ο Πατριάρχης ανάμεσα από τόσους ιερείς, για να λειτουργήσουμε μαζί του πάνω στον Πανάγιο Τάφο». Γι’ αυτό και στο σπίτι του, σε περίοπτη θέση, είχε μια μεγάλη φωτογραφία του μακαριστού Πατριάρχου, για να του θυμίζη πάντοτε αυτήν την μεγάλη ευλογία.

Ο π. Ευάγγελος λειτουργούσε συχνά. Συνήθιζε, όταν λειτουργούσε, να φορά λιτά άμφια και μάλιστα πολλές φορές διαφορετικού χρώματος. Δηλαδή, άλλο χρώμα στιχάρι, άλλο χρώμα πετραχήλι, άλλο φελόνιο κλπ.

Κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας απέφευγε να μιλά. Ιδίως μετά τον καθαγιασμό, κρατούσε σιωπή και είχε βαθειά κατάνυξη. Την ώρα που κοινωνούσε αναλυόταν σε δάκρυα. Προσπαθούσε να μην καταλάβουν οι άλλοι ότι έκλαιγε, αλλά καθώς σκούπιζε τα δάκρυα γινόταν αντιληπτός. Όταν τον ρωτούσε κάποιος: «Πάτερ, κλαις;», απαντούσε: «Όχι, παιδί μου. Φαίνεται κάποιο σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου». Αυτή η απάντηση επανελαμβάνετο συνεχώς. Οπότε μία φορά του είπε: «Πάτερ, σε κάθε Λειτουργία όλο σκουπιδάκια μπαίνουν στα μάτια σου;». Τότε ο ευλογημένος αυτός λειτουργός του Υψίστου χαμογέλασε και κατακόκκινος έσκυψε το κεφάλι του. Ποιος ξέρει τι θείες καταστάσεις και εμπειρίες είχε, ή τι έβλεπε κατά την ώρα του «Πρόσχωμεν» και έκλαιγε πάντοτε μετά πολλών δακρύων!

Είχε και μία καλή ιερατική στολή, την οποία κρατούσε για την ημέρα του θανάτου του, και πάντοτε έλεγε: «Όταν πεθάνω, να μου φορέσετε ολόκληρη τη στολή κι όχι μόνο το πετραχήλι. Εκεί πάνω που θα πάω, δεν θα πάω για αγιασμό αλλά για λειτουργία».

Την Μεγάλη Σαρακοστή κοινωνούσε στις Προηγιασμένες που τελούσε στην Εκκλησία του και μέχρι την επόμενη φορά που θα έκανε Λειτουργία δεν έτρωγε τίποτε άλλο παρά έβρεχε κουκιά και έτρωγε λίγα κάθε μέρα.

Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι ο π. Ευάγγελος ήρθε με το λεωφορείο από την ενορία του στην Θεσσαλονίκη. Είχε ένα σπιτάκι κοντά στην Παναγία Φανερωμένη, όπου έμεναν οικογενειακώς. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και ο ευλογημένος ιερεύς, κουρασμένος και ιδρωμένος καθώς ήταν, άνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστή. Καθώς το παράθυρο ήταν ανοιχτό, έμπαινε ο αέρας και ανέμιζε την κουρτίνα. Όπως ήταν σε κατάσταση ημιεγρήγορσης βλέπη να μπαίνη ξαφνικά από το παράθυρο ένα παλληκάρι και του λέει: «Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ». Του απαντά τότε ο παπα-Βαγγέλης: «Βρε, παιδί μου, πού να μείνης εδώ; Το σπίτι είναι μικρό. Έχω έξι παιδιά και δύο εγώ και η παπαδιά, είμαστε οκτώ άτομα. Εμείς δύσκολα χωράμε. Πού να σε βάλω να μείνης;». Το παλληκάρι επανέλαβε: «Πάτερ, ήρθα να μείνω στο σπίτι σου και θα μείνω». Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Πήγε και άνοιξε. Ήταν μία ηλικιωμένη μοναχή κι ένας επίσης ηλικιωμένος ιερέας. Η μοναχή κρατούσε στα χέρια της μία λειψανοθήκη. Του είπε: «Πάτερ, εδώ έχουμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος. Το είχαμε στο μοναστήρι μας. Εμείς κάποια μέρα θα πεθάνουμε και το Μοναστήρι θα κλείσει. Έχουμε ακούσει για σένα. Μάθαμε πως αγαπάς πολύ τους Αγίους και φέραμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος να σου το παραδώσουμε για να το φυλάξης». Τότε ο π. Ευάγγελος κατάλαβε ότι ο νέος που του είχε παρουσιασθή προ ολίγου ήταν ο άγιος Παντελεήμων.

Όταν πήγαινε σε αρρώστους έπαιρνε μαζί του και το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος για να τους σταυρώνη. Όποτε άνοιγε την λειψανοθήκη, τα Λείψανά του ευωδίαζαν.

Είχε αρκετά άγια Λείψανα που ήρθαν στην κατοχή του με θαυμαστό τρόπο. Συνήθως ενεφανίζοντο στον ύπνο του οι άγιοι και στον κάτοχο των ιερών λειψάνων και μ’ αυτόν τον τρόπο εγίνοντο οι γνωριμίες και οι ανταλλαγές των λειψάνων.

Μία ηλικιωμένη μοναχή που έμενε στην Καλαμαριά είχε άγια Λείψανα των πέντε Μαρτύρων. Ήταν μόνη και ήθελε να βρη κάποιον άνθρωπο ευλαβή να του τα δώση. Έκανε προσευχή με αυτό το αίτημα. Παρουσιάστηκαν οι Άγιοι σε όνειρο στην μοναχή και της είπαν ότι θα ‘ρθη ένας παπάς να του δώσης τα Λείψανα. Επίσης στον π. Ευάγγελο του είπαν να πάη στο τάδε σπίτι, τον περιμένει μία μοναχή για να του δώση τα Λείψανά τους. Πήρε το λεωφορείο βρήκε το σπίτι και την μοναχή να τον περιμένη στην αυλόπορτα. Ενώ από πριν δεν γνώριζε ο ένας τον άλλο, μόλις συναντήθηκαν ήταν σαν αν εγνωρίζοντο από χρόνια και του έδωσε τα άγια Λείψανα. Ο π. Ευάγγελος τα έβαλε σε ένα κελίφι (σαν μαξιλαροθήκη), τα έκρυψε κάτω από τα ράσα του και τα έφερε στο χωριό. Τα τοποθέτησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, αλλά δεν ήξερε ποιο Λείψανο ανήκει στον κάθε Άγιο. Έγραψε σε χαρτάκια τα ονόματα των Αγίων και τάβαλε μαζί με τα άγια Λείψανα. Έκανε Παράκληση και βρήκε το κάθε χαρτάκι να είναι μαζί με ένα Λείψανο. Με αυτόν τον τρόπο πληροφορήθηκε σε ποιον Άγιο ανήκει το κάθε Λείψανο.

Επειδή είχε πολλά Λείψανα Αγίων έκαιγε στο σπίτι του καντηλάκι ακοίμητο. Είχε ένα δοχείο με λάδι και έπαιρνε το λάδι για το φαγητό και για το καντήλι από ένα βρυσάκι που είχε στο κάτω μέρος του δοχείου. Κάποτε που το λάδι τελείωνε η παπαδιά του είπε ότι πρέπει να μαγειρέψη. Ο π. Ευάγγελος δεν της απάντησε, γιατί δεν ήθελε να μείνη το καντήλι σβηστό. Η παπαδιά ξαναρώτησε και της απάντησε κάπως δυσαρεστημένος: «Πάρε το λάδι που θέλεις και ας μεριμνήσουν οι άγιοι για το καντήλι τους». Δεν πέρασε πολλή ώρα και κάποιος του έφερε ένα δοχείο λάδι, λέγοντας: «Πάτερ, εμείς φεύγουμε για Γερμανία και σου φέραμε λαδάκι για τους Αγίους». Το βράδυ του εμφανίστηκαν οι Άγιοι και του είπαν: «Εμείς μεριμνήσαμε για το λάδι μας. Εσύ από τώρα και στο εξής θα παίρνεις και θ’ ανάβεις το καντήλι μας χωρίς να ξανανοίξης το καπάκι του δοχείου να δης αν έχη λάδι». Ανέφερε στην παπαδιά αυτό που είδε. Υπακούοντας δεν ξανάνοιξε το καπάκι να δη αν έχη λάδι. Για πολλά χρόνια δεν τελείωνε το λάδι από το δοχείο, και πλέον απ’ αυτό το λάδι δεν ξανάβαλε στο φαγητό.

Στους σεισμούς του 1978 έπαθε μεγάλη ζημιά ο ναός της ενορίας του και απεφάσισε να κτίση καινούρια Εκκλησία, αλλά στο μέσον του χωριού, διότι το χωριό είχε επεκταθή και μερικοί απομακρυσμένοι εδυσκολεύοντο να πηγαίνουν στην Εκκλησία. Τον παλαιό ναό, που ήταν κοιμητηριακός ναός, θα τον ανακαίνιζε. Συνάντησε πολλά εμπόδια. Μερικοί δεν ήθελαν να κτισθή η Εκκλησία. Ενώ ο παπα-Ευάγγελος γύριζε στα χωριά και μάζευε σιτάρι και καλαμπόκι, τα πουλούσε και με τα χρήματα αυτά πλήρωνε το συνεργείο για να ανοίξη τα θεμέλια. Τη νύχτα κάποιοι που αντιδρούσαν πήγαιναν και τα σκέπαζαν με χώμα. Εξωδεύοντο άσκοπα τα χρήματα που με τόσο κόπο συγκεντρώνοντο, αλλά βοήθησε ο Θεός και η Εκκλησία τελείωσε.

Κάποιος όμως δεν ησύχασε και συκοφάντησε τον καλό και άμεμπτο π. Ευάγγελο για ηθική πτώση και μάλιστα διέδιδε ότι ο ίδιος ήταν αυτόπτης μάρτυς. Το θέμα έφθασε στην Αστυνομία, στον Δεσπότη και έγινε δικαστήριο. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο π. Ευάγγελος ήταν στενοχωρημένος και πικραμένος. Προσευχόταν πολύ και απέφευγε να κυκλοφορή στο χωριό. «Μέχρι να γίνη το δικαστήριο είχα μεγάλη αγωνία. Δεν ήξερα τι να κάνω. Και αθώος ήμουν και είχα γίνη ρεζίλι», έλεγε.

Στο δικαστήριο ο κατήγορος αισθάνθηκε την ενοχή του, ωμολόγησε ότι συκοφάντησε τον παπα-Βαγγέλη και ενώπιον όλων του ζήτησε συγχώρηση. Μόλις είπε αυτά ο κατήγορος στράβωσε η σιαγόνα του προς τα δεξιά, η γλώσσα έμεινε έξω κρεμασμένη σαν προβοσκίδα και δεν μπορούσε πλέον να μιλήση.

Ρώτησε ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον π. Ευάγγελο τι ήθελε να κάνουν τον κατήγορο και απάντησε: «Να τον αθωώσετε, δεν θέλω τίποτε άλλο». Πράγματι αθώωσαν τον κατήγορό του και ο ίδιος δεν ζήτησε κάποιο χαρτί που να πιστοποιή την αθωότητά του.

Τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια ο αείμνηστος πατήρ Ευάγγελος υπηρέτησε την ενορία του με φόβο Θεού. Πολεμήθηκε σκληρά από πολλούς πειρασμούς, ιδίως την περίοδο που έχτιζε το νέο ναό. Όσο όμως τον πίκραιναν και τον συκοφαντούσαν, τόσο ο Θεός τον βοηθούσε και τον χαρίτωνε. Πέρασε τόσο μεγάλες στενοχώριες, που πάντοτε έλεγε: «Τα γένια μου άσπρισαν μέσα σ’ ένα βράδυ. Κοιμήθηκα με μαύρα γένια και ξύπνησα με άσπρα».

Πολλά θαύματα συνέβησαν κατά την ανέγερση του ναού. Ο Θεός ποτέ δεν τον άφησε. Η βοήθειά Του ήταν εμφανέστατη, διότι του έστελνε απρόσμενα οικονομική ενίσχυση.

Δίπλα από το ναό περνούσε η εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που βλέποντας την ανέγερση του ναού, σταματούσαν κάποιοι διερχόμενοι και του έδιναν φακέλλους με χρήματα για να συνεχίση το έργο. Έπρεπε κάθε Σάββατο να πληρώνη τους μαστόρους, αλλά κάποιο Σάββατο δεν είχε χρήματα. Έλεγε στον αρχιμάστορα: «Το Σάββατο, παιδί μου, θα σε πληρώσω». Έκανε προσευχή και πίστευε ότι ο Θεός δεν θα τον αφήση χρεωμένο και εκτεθειμένο. Είχε φτάσει το απόγευμα του Σαββάτου και του π. Ευαγγέλου «εξέλιπον οι οφθαλμοί του από του ελπίζειν αυτόν επί τον Θεόν του». Καθόταν συγκινημένος και προσευχόμενος. Αλλά η ελπίδα «των πενήτων ουκ απωλείται εις τέλος». Ξαφνικά σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και ένα νέο ζευγάρι αναζήτησε τον π. Ευάγγελο. Του είπαν: «Πάτερ, εμείς είμαστε από Αλεξανδρούπολη. Αυτόν τον δρόμο τον κάνουμε συχνά και τώρα που παντρευτήκαμε, είπαμε να κάνουμε μία δωρεά για το ναό που κτίζετε. Περνούμε από δω πολλές φορές και το είχαμε τάμα». Και έδωσαν 50.000 δρχ. Πλήρωσε 40.000 τους μαστόρους και του έμειναν και 10.000 δρχ. Εδόξασε τον Θεό, ευχαρίστησε τους ανθρώπους και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη του στην θεία Πρόνοια.

Οι επίτροποι έλεγαν στον παπα-Βαγγέλη να μην δηλώνουν όλα τα χρήματα στην Μητρόπολη για να τελειώση η Εκκλησία. Ο παπα-Βαγγέλης δεν συμφωνούσε και τους έλεγε: «Όχι, βρε παιδιά, πρέπει να είμαστε καθαροί και τίμιοι». Και ενώ ήταν τόσο προσεκτικός, κάποιοι δυστυχώς τον κατηγόρησαν ότι καταχράστηκε χρήματα!

Ο ίδιος αρκείτο στον μισθό του, που ένα μέρος του το διέθετε για τους απόρους ενορίτες του. Όταν μάθαινε πως μία οικογένεια είχε ανάγκη, έδινε χρήματα σε δικά του πρόσωπα, τα έστελνε ν’ αγοράσουν τρόφιμα ή φάρμακα και να τα πάνε στην οικογένεια που είχε ανάγκη, βέβαια χωρίς να γνωρίζη κανένας άλλος, παρά μόνο ο Θεός. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που μέχρι και τα εισιτήρια του λεωφορείου έδινε σ’ αυτούς που τον επισκέπτοντο, για να λειτουργηθούν ή να εξομολογηθούν. Επίσης από τον μισθό του πάντα ένα μέρος το έδινε για την ανέγερση του ναού. Όταν δε, τότε που έχτιζε το σπίτι του, με επιμονή της πρεσβυτέρας του σταμάτησε να δίνη από τον μισθό του, γιατί οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες, ο ευλογημένος λευΐτης δεν ησύχασε. Η προσευχή του δεν πήγαινε καλά. Δεν ένιωθε αναπαυμένος. Έτσι είπε μία μέρα στην πρεσβυτέρα: «Βρε παπαδιά, δεν μπορώ έτσι. Νιώθω τις πόρτες του ουρανού κλειστές» και συνέχισε να δίνη. Άλλοτε με τα χρήματα που πήρε από τον μισθό του ως δώρο του Πάσχα, πήγε και αγόρασε ένα προσκυνητάρι για το ναό. Μέχρι σήμερα το προσκυνητάρι αυτό είναι γνωστό ως «το προσκυνητάρι του παπα-Βαγγέλη».

Έψαχνε να βρη εργασία στον γυιό του και σκέφθηκε τα διυλιστήρια Έσσο Πάπας. Όμως δεν ήξερε κανέναν και εδυσκολεύετο να πάη να ρωτήση. Κάποια μέρα εσκέπτετο το Τίμιο Ξύλο και τα λείψανα των Αγίων που είχε μέσα στον Σταυρό που φορούσε και του ήρθε μία εσωτερική ώθηση να πάη στον διευθυντή των διυλιστηρίων να τον παρακαλέση για τον γυιό του. Σκέφτηκε: «Άνθρωπος είναι κι αυτός σαν και μένα. Γιατί να διστάσω; Θα το πω και έχει ο Θεός». Πράγματι πήγε και οι φύλακες τον χαιρέτησαν, του άνοιξαν τις πόρτες και του έκαναν υπόκλιση. Τον ωδήγησαν στον διευθυντή και εκείνος τον άκουσε δέχτηκε το αίτημά του και προσέλαβε στην εργασία αμέσως τον γυιό του.

Κάποια ηλικιωμένη 85 ετών ταλαιπωρείτο χρόνια με τους γιατρούς. Τα πόδια της είχαν πληγές με πύον, πονούσε και δεν μπορούσε να περπατήση. Με έναν γνωστό της παρεκάλεσε τον παπα-Βαγγέλη να της διαβάση ευχή. Εκείνος πρόθυμος πήρε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος, την σταύρωσε και της διάβασε ευχή. Φεύγοντας της λέει: «Αν έχης πίστη θα γίνεις καλά». Απάντησε: «Έχω πίστη στον Άγιο που έφερες μαζί σου». Τα πόδια της κυρίας Αρτέμιδος άρχισαν να καλυτερεύουν μέχρι που έγιναν τελείως καλά.

Αρρώστησε η πρεσβυτέρα του με καρκίνο στον μαστό που έκανε μεταστάσεις σε όλο το σώμα της. Οι γιατροί είπαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα, σε λίγο καιρό θα πεθάνει. Ο παπα-Βαγγέλης πήρε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος και πήγε στο Νοσοκομείο να την διαβάση. Τον είδε ένας γιατρός, θύμωσε και του μίλησε περιφρονητικά: «Παπά μου, με τα κόκκαλα αυτά πας να κάνης την ασθενή καλά; Είσαι στα καλά σου;». Ο παπα-Βαγγέλης, χωρίς να απαντήση, ήρεμα έκανε την δική του θεραπεία στην άρρωστη παπαδιά, με αποτέλεσμα αν γίνη καλά και να ζη μέχρι σήμερα. Τη νύχτα παρουσιάστηκε στον γιατρό ο άγιος Παντελεήμων και αυτός άρχισε να τρέμη. Ο Άγιος του είπε: «Εσύ με έδιωξες, αλλά αν δεν μετανοιώσης, θα πάθεις χειρότερα». Αμέσως ξύπνησε και δεν μπορούσε να ησυχάση. Έψαξε, βρήκε τον π. Ευάγγελο αργά το βράδυ, ζήτησε συγχώρηση, προσκύνησε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος και σταμάτησε η τρεμούλα του, που «πριν έτρεμε σαν κομπρεσέρ», όπως είπε ο π. Ευάγγελος. Από τότε κάθε χρόνο ο γιατρός στην μνήμη του αγίου Παντελεήμονος πήγαινε να προσκυνήση το Λείψανό του και να τον ευχαριστήση γιατί τον έφερε κοντά στον Χριστό και έγινε πιστός, από άπιστος που ήταν.

Κάποια φορά επισκέφτηκε τον π. Ευάγγελο στο σπίτι του μία κυρία για να εξομολογηθή μαζί με τον γυιό της που ήταν πολύ καλό παιδί και εξωμολογείτο στον παπα-Βαγγέλη. Η μάννα πρώτη φορά πήγαινε από περιέργεια. Όταν μπήκε και την είδε ο π. Ευάγγελος, τα έχασε. Τα καθαρά και πνευματικά του μάτια έβλεπαν τα αθέατα στους πολλούς. Είδε να κουβαλά στην πλάτη της τον διάβολο, που είχε τρίχες στο πρόσωπο, μάτια άγρια, και δόντια σαν άγριος χιμπατζής. Εξαγριώθηκε ο π. Ευάγγελος και την έδιωχνε. Μάλωνε όχι αυτήν αλλά το δαιμόνιο, που δεν έφευγε από πάνω της. Αυτή είχε ασχοληθή με μάγια και ήρθε με πονηριά στον παπα-Βαγγέλη για να αποκόψη το παιδί της από την επικοινωνία του με τον πνευματικό του.

Επίτροπος που συνεργάστηκε μαζί του για πολλά χρόνια διηγήθηκε το εξής: «Κάποιο απόγευμα είδα να μπαίνη στο ναό ένα παλληκάρι που το βαστούσαν. Μόλις πατούσε στα πόδια του. Είχαν έρθει από τα χωριά του Λαγκαδά. Ο παπα-Βαγγέλης τον διάβασε και έφυγαν. Μεσοβδόμαδα τον έφεραν πάλι. Τώρα πατούσε καλύτερα. Άλλη μία φορά τον έφεραν και ύστερα έγινε τελείως καλά, αφού τον διάβασε πάλι ο παπάς. Ερχόταν έπειτα κάθε Κυριακή μόνος του και εκκλησιαζόταν εδώ. Μου έκανε εντύπωση ότι, όταν περνούσα με τον δίσκο, έβαζε το χέρι του στην τσέπη του και όσα χρήματα έπιανε, τα έδινε. Του έλεγα "βρε παιδί μου, πολλά είναι", αλλ’ αυτός συνέχιζε, γιατί εσκέπτετο ότι, αν ήταν παράλυτος, τι θα έκανε; Ενώ τώρα έγινε καλά και μπορούσε να εργάζεται και να προσφέρη με ευγνωμοσύνη στην Εκκλησία».

Δεν χάρηκε την σύνταξή του. Έμελλε ο Θεός να τον δοκιμάση σκληρά. Αρρώστησε από την βαριά ασθένεια του καρκίνου και νοσηλεύθηκε σε Νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Μόλις συνήλθε λίγο, ταξίδεψε για το αγαπημένο του Άγιον Όρος. Ήταν η τελευταία επίσκεψη. Ήθελε να μιλήση με την Παναγία από κοντά. Να πάρη την ευχή Της. Φεύγοντας από το Άγιον Όρος κοίταξε πάνω από το καράβι για τελευταία φορά τα Μοναστήρια κι έμεινε σιωπηλός, βυθισμένος σε σκέψεις. Ήξερε πως στο εξής θα έβλεπε το Περιβόλι της Παναγίας από ψηλά.

Σε λίγο καιρό έπεσε στο κρεββάτι. Υπέφερε πολύ. Η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Από τις κατακλίσεις είχε ανοίξει η πλάτη του. Μέχρι που την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 1987 παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Θεού.

Τον έντυσαν με ολόκληρη την ιερατική στολή, όπως είχε ζητήσει. Στο δεξί χέρι κρατούσε το κομποσχοίνι, δείγμα της συνεχούς και αδιαλείπτου προσευχής του. Την άλλη μέρα της εξοδίου ακολουθίας, στην οποία προεξήρχε ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ.κ. Σπυρίδων, τελέσθηκε συλλείτουργο.

Μετά την ακολουθία και παρά την καταρρακτώδη βροχή, λιτανεύθηκε το σκήνωμα μέχρι τον παλαιό ναό του Αγίου Γεωργίου, που προέβαλλε τραυματισμένος από τους σεισμούς του 1978. Κατ’ απαίτηση των κατοίκων και με την σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτου ετάφη πίσω από το Ιερό του νέου ναού, όπου, παραδόξως, κατά την ώρα της ταφής η βροχή σταμάτησε.

Δέκα χρόνια ύστερα, και με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου, έγινε ανακομιδή του πατρός Ευαγγέλου. Τα οστά του ήταν σαν κεχριμπάρι και μία ευωδία πλημμύρισε τον τόπο. Ο άνθρωπος που έσκαβε ενώ δεν ήταν πολύ της Εκκλησίας, αμέσως συγκλονίστηκε και φώναξε: «Άγιος. Αυτός είναι άγιος».

Οι ενορίτες του σήμερα τον θυμούνται με συγκίνηση. Ομολογούν ότι ήταν ενάρετος και καλός παπάς. Διηγούνται πολλά για την αρετή του.

Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

*[Για τον π. Ευάγγελο Χαλκίδη εκδόθηκε ένα Τεύχος από τις εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» με πολύ ωραία περιστατικά από την ζωή του. Τα γραφόμενα εδώ είναι αδημοσίευτα και είναι μαρτυρίες του Πρωτοπρεσβυτέρου Αναστασίου Παρούτογλου (Γεν. Αρχιερ. Επιτρόπου της Ι. Μητροπόλεως Λαγκαδά, Εφημερίου Ι. Μητροπ. Ναού Αγίας Παρασκευής Λαγκαδά και πνευματικού τέκνου του π. Ευαγγέλου), καθώς και άλλων πνευματικών του τέκνων. Τους ευχαριστούμε.]

πηγή:Εκ του βιβλίου ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΜΟΣ Β'

Βελίκα Τράικου, μία ηρωίδα δασκάλα του Μακεδονικού Αγώνα…


ελληνικό σχολείο στα Σκόπια

(προσέξτε την επιγραφή του σχολείου!)
ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ
Καυτές ἱστορικές μνῆμες κουβαλᾶ τοῦτος ὁ μήνας. Ζωντανεύει μπροστά μας καί τούς νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους τοῦ 1912-13. Πολλές πόλεις τῆς Μακεδονίας γιορτάζουν τοῦτες τίς μέρες τά ἐλευθέριά τους ἀπό τή μακρόχρονη τουρκική σκλαβιά καί παιανίζουν τή νίκη τους κατά τῶν βουλγάρων κομιτατζήδων. ᾿Αλλά, μέχρι νά φουντώσει καί νά θεριέψει ὁ Μακεδονικός ᾿Αγώνας, πόσοι καί πόσες δέν ἐργάστηκαν ἀνύσταχτα πολλές δεκαετίες πρίν, δέν ριψοκινδύνευσαν καί δέν ἔγιναν ὁλοκαυτώματα, σπέρνοντας ἀπό τό δικό του μετερίζι ὁ καθένας τό σπόρο τῆς λευτεριᾶς!

Νεαρή δασκάλα Μακεδονομάχος εἶναι ἡ Βελίκα Τράικου ἀπό τό Γραδεμπόρι, σημερινό Πεντάλοφο Θεσσαλονίκης. Δέν εἶναι τυχαία ἐκπαιδευτικός. ῎Εχει ἀποφοιτήσει ἀπό τό ξακουστό ἐκπαιδευτήριο, τό ᾿Ανώτερο Παρθεναγωγεῖο Θεσσαλονίκης. Σ᾿ ἐκεῖνο τό πνευματικό φυτώριο πυροδοτήθηκε ἡ καρδιά της κι ἄναψαν οἱ μεγάλοι πόθοι νά ὑπηρετήσει τή χειμαζόμενη μακεδονική γῆ, ὅπου καί νά τή στείλουν. Καί νά την, ἕτοιμη δασκαλίτσα, διορίζεται, στά 1900, σ᾿ ἕνα χωριό κυκλωμένο ἀπό κομιτατζῆδες, στήν Καρατζόβα, στά βόρεια τῆς ῎Εδεσσας. ῎Εχει ὑπεράνθρωπο ἔργο νά ἐπιτελέσει. Πόσο στενοχωριέται πού βλέπει τά μικρά ῾Ελληνόπουλα, τά μαθητούδια της, νά μή γνωρίζουν τήν ἑλληνική γλώσσα, τήν ἱστορία τῶν προγόνων τους! Συνειδητοποιεῖ γιά ἄλλη μιά φορά πώς ἡ ἀγαπημένη της Μακεδονία ψυχορραγεῖ, πώς ἡ βουλγαρική ἐξαρχία ἔχει βάλει στόχο νά τήν ἀποκόψει ἀπό τίς θαλερές της ρίζες, τόν ῾Ελληνισμό καί τήν ᾿Ορθοδοξία. ῾Η Βελίκα ἀνασκουμπώνεται. Τό σκοτάδι τῆς ἀμάθειας πρέπει νά διαλυθεῖ. Στίς παιδικές ὑπάρξεις μέ τά σπινθηροβόλα ματάκια ἐμφυσᾶ τά ἰδανικά τῆς φυλῆς μας.

Σέ ἀπόσταση ἀναπνοῆς ἀπό τή φωλιά τῶν κομιτατζήδων ἡ ἀτρόμητη δασκάλα ἐπιτελεῖ ἄλλου εἴδους μάχες, ἀφυπνίζοντας πνευματικά τά Μακεδονόπουλα. Χαρακτηριστικά εἶναι τά λόγια πού εἶχε ξεστομίσει σ᾿ ἐκεῖνο τό συνέδριο τῶν Μακεδονομάχων, πού ἔγινε στή Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τόν Αὔγουστο τοῦ 1901·

«῾Οπλίστε τούς χωρικούς!.. Κι ὅταν ἐμεῖς προετοιμάσουμε τό ἔδαφος, ἀπό παντοῦ θ᾿ ἀνάψει ὁ ἀγώνας!…».

᾿Αλλ᾿ ὁ ἡρωισμός μιᾶς τέτοιας ψυχωμένης δασκάλας παίρνει καταπληκτικές διαστάσεις, πού μᾶς ἀφήνει ἔκθαμβους.

Εἶναι φθινόπωρο τοῦ 1901. ῾Ο διπλωμάτης στό ἑλληνικό Προξενεῖο τοῦ Μοναστηρίου, ὁ ῎Ιων Δραγούμης, ἔχει κάνει ἔκκληση στό «Κέντρο» τῆς Θεσσαλονίκης νά τοῦ στείλουν ἕνα ταλαντοῦχο πρόσωπο γιά μιά πολύ σοβαρή, ἐχέμυθη καί ἐπικίνδυνη ἀποστολή. Θά ἀποτελοῦσε τό σύνδεσμο τοῦ ἑλληνικοῦ κομιτάτου ἀνάμεσα στό Μοναστήρι – Καστοριά – Θεσσαλονίκη. ᾿Αναρωτιέται ποιόν ἄραγε θά τοῦ στείλουν. Μένει βουβός, σάν ἀντικρύζει μπροστά του τή δεκαοκτάχρονη Βελίκα ἕτοιμη ν᾿ ἀναλάβει καθήκοντα. Κι ὅμως, ἡ γυναικεία καρδιά της κρύβει σπάνιους θησαυρούς.

Ποιά εἶναι ἐκείνη ἡ ἀξιολύπητη μές στά κουρέλια, δίχως παπούτσια, πού μιλᾶ τούρκικα κι ἀφήνει τό Μοναστήρι, διασχίζει δυσκολοδιάβατα μέρη, βουνά, ρεματιές, φαράγγια, λαγκάδια μέ προορισμό τήν ῎Εδεσσα ἤ τήν Καστοριά, τά Γιαννιτσά ἤ τή Θεσσαλονίκη; Κανείς δέν τῆς δίνει σημασία. ῞Ολοι τήν ἀποστρέφονται καί τήν οἰκτείρουν. Μέ μιά τρελή Τουρκάλα θά ἀσχοληθοῦν;

῾Ο φακός τῆς ἱστορίας φωτογραφίζει καί μία ἄλλη.

Εἶναι μιά φτωχή Βουλγάρα, πού ρίχνεται καθημερινά στόν ἀγώνα τῆς βιοπάλης. Τριγυρνάει στή φύση καί συνεχῶς σκυμμένη μαζεύει ραδίκια. ῎Επειτα πάει στά παζάρια τῶν Τούρκων ἤ τῶν Βουλγάρων νά πουλήσει τίς λιγοστές της πραμάτειες, χόρτα ἤ γάλα, γιά νά βγάλει «τόν ἐπιούσιον».

Στ᾿ ἀλήθεια, τί παράξενο! Εἶναι πολλές φορές πού ὁ φακός συλλαμβάνει τήν τρελή Τουρκάλα ἤ τή βουλγάρα ραδικοῦ ἤ γαλατοῦ ἔξω ἀπό Προξενεῖα, Μητροπόλεις, Διοικητήρια, ᾿Αστυνομίες, στρατόπεδα. Τί γυρεύει ἐκεῖ; Κι ὅμως, ποιός θά τό ὑποπτευόταν; ῾Η τραγική αὐτή φιγούρα γίνεται ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στόν ῎Ιωνα Δραγούμη, στόν Δεσπότη Καστοριᾶς Γερμανό Καραβαγγέλη καί στόν Πρόξενο τῆς Θεσσαλονίκης. Τί κι ἄν οἱ περαστικοί κουνοῦν τό κεφάλι τους καί τήν ἐλεεινολογοῦν; ῾Η Βελίκα ἔχει πλήρη συναίσθηση τῶν πράξεών της. ῾Υπηρετεῖ τό χειμαζόμενο ἔθνος της. Χαλάλι γιά τήν πατρίδα της νά κάνει τρομερές ὑπερβάσεις, νά χάσει καί τήν ὑπόληψή της.
Παριστάνοντας τήν Τουρκάλα ἤ τή Βουλγάρα, μέσα στίς πυκνές πλεξοῦδες της ἤ κάτω ἀπό τόν ξεφτισμένο ποδόγυρό της κρύβει καλοβαλμένα πολύτιμα ἔγγραφα τοῦ ᾿Αγώνα. Σκιαγμένη συνεχῶς μήπως τ᾿ ἁρπάξει ὁ ἐχθρός, τά μεταφέρει στούς κατά τόπους ὑπευθύνους τοῦ ἑλληνικοῦ κομιτάτου. Τούς ἐνημερώνει γιά ὅ,τι ἅρπαξε τό αὐτί της ἀπό τούς Βουλγάρους καί τούς Τούρκους, ἀφοῦ γνωρίζει καλά καί τίς δύο γλῶσσες. Κι ὅταν καταφθάνει στή μακεδονική γῆ ὁ σταυραετός τοῦ ᾿Αγώνα, ὁ Παῦλος Μελᾶς, κι οἱ μάχες πιότερο ἀνάβουν, ἡ λεπτεπίλεπτη δασκάλα συνεχίζει, παρ᾿ ὅλους τούς κινδύνους, νά «μεταμορφώνεται» καί νά ἀποτελεῖ «τό μάτι καί τό αὐτί τοῦ ᾿Αγώνα».

Ξαφνικά, στίς 28 Αὐγούστου τοῦ 1904, τό ἐθνικό ἔργο τῆς ἡρωίδας ἀνακόπτεται. ῞Ενας βούλγαρος κομιτατζής τήν ἀνταμώνει στά Γιαννιτσά καί μπήγει τό μαχαίρι του στό στῆθος της. Τή βασανίζει ἄγρια. Θέλει ν᾿ ἁρπάξει τά μυστικά της. Μά ἡ τρελή Τουρκάλα τά παίρνει μαζί της στήν αἰωνιότητα. Θρηνεῖ γοερά στήν κηδεία της ἡ Θεσσαλονίκη τό ἄξιο βλαστάρι της καί καταγράφει τό ὄνομά της στό πάνθεο τῶν ἡρώων.

Στή μνήμη σου, μαρτυρική ἡρωίδα δασκάλα, καταθέτουμε εὐγνωμοσύνης στεφάνι καί ὑποκλινόμαστε μπρός στό μεγαλεῖο σου. ῾Υπερέβης τά ὅρια τῆς γυναικείας ἀντοχῆς. Παραμέρισες ἀξιοπρέπειες καί κοσμιότητες. Προτίμησες νά ξευτελιστεῖ ἡ ἴδια σου ἡ προσωπικότητα γιά χάρη μιᾶς ἐλεύθερης ἑλληνικῆς Μακεδονίας.

῾Ελληνίς – Περιοδικό «Απολύτρωσις»
πηγή

η φωτογραφία αυτή αποδίδεται στην ηρωική δασκάλα Βελίκα Τράικου και προέρχεται από: ΕΔΩ!

«Αντιδυτικοί» Πατέρες, ευεργέται της Ευρώπης, του π. Γεωργίου Μεταλληνού

antidytikoi-pateres-eyergetai-tiseyrwphs-G.Metallhnos

Η ετοιμαζομένη «Μεγάλη Σύνοδος», οι τρεις Άγιοι, οι οποίοι έσωσαν την πιστότητα της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως, η Ουνιτίζουσα Δύσις και η μη αδρανοποίησης της Πατερικής Παραδόσεως.

«ΑΝΤΙΔΥΤΙΚΟΙ» ΠΑΤΕΡΕΣ, ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΒΩΣΗ τῶν πνευματικῶν σχέσεων Ἀνατολῆς–Δύσεως ὁ χῶρος τῆς θεολογίας, στόν ὁποῖον ἡ ἔνταση φθάνει συχνά σέ ὁριακά σημεῖα, ἐπιτρέπει ἀσφαλέστερες καί ὁπωσδήποτε σαφέστερες διαπιστώσεις. Ἰδιαίτερα πρόσφορες παρουσιάζονται, μάλιστα, οἱ περιπτώσεις προσώπων, πού ἔχουν χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀντιδυτικοί και ἀντιμετωπίζονται, ἀκόμη καί σήμερα, με ὑπερκριτικό πνεῦμα, ἐνίοτε δέ καί μέ σφοδρότητα ἀπό τή δυτική ἤ δυτικίζουσα ἱστοριογραφία.

Τέτοια πρόσωπα εἶναι κατ᾽ ἐξοχήν ὁ Μέγας Φώτιος († 891), ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς († 1357) καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός († 1444), γιά νά μείνουμε στήν περίοδο τῆς ἀποστασιοποιήσεως Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, δηλαδή στούς αἰῶνες μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ φραγκογερμανικοῦ στοιχείου στή Δύση[1]....

1. Ὁ ἀντιδυτικισμός τῶν Ἀνατολικῶν δέν ἦταν ἀθεμελίωτος, οὔτε ὀφειλόταν σέ ἁπλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σέ πολύ καλή γνώση τῆς Δύσεως καί τῶν ἀμεταβλήτων διαθέσεών της ἀπέναντι στήν Ἀνατολή.

2. Ἡ ἐκφράγκευση, ἄλλωστε τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης συνδέθηκε μέ ἀποστροφή πρός τήν Ὀρθοδοξία καί ἔντονο ἀνθελληνισμό, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνισμός (graecitas) ἦταν ὁ κύριος ἐκφραστής της. Εἶναι δέ γνωστά πλέον τά μέτρα, πού ἔλαβε ὁ Καρλομάγνος, ὁ μεγαλύτερος ὑβριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικότητος, γιά τή δυσφήμιση στή Δύση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ὅταν ἀπέτυχε ἡ προσπάθειά του, γιά ἑνοποίηση τῆς Εὐρώπης ὑπό τό σκῆπτρο του. Ὁ ἀντιδυτικισμός τῆς Ἀνατολῆς συνιστοῦσε περισσότερο αὐτοάμυνα καί αὐτοπροστασία. Εἶχε, πρῶτα, ἐρείσματα πνευματικά.
Την ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως τῆς Δύσεως καί τή μεταβολή τῆς Θεολογίας σέ μεταφυσική θεολόγηση (σχολαστικισμός), τοῦ δέ Χριστιανισμοῦ σέ θρησκευτική ἰδεολογία. Αὐτό ὅμως για τούς ἀκολουθοῦντες τήν πατερική παράδοση τῆς Ἀνατολῆς σήμαινε τέλεια διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ καί μεταβολή του σε ἀντιχριστιανισμό καί “εἰδωλολατρία”, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ δυτική θεολογία (σχολαστική) δεχόταν τήν ὕπαρξη “ἀρχετύπων” στό Θεό καί ἀναγκαιότητος (ἄς θυμηθοῦμε τή θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου περί «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης»). 
Ἔτσι ὅμως ἡ Δύση ἔφθασε σέ σημεῖο νά λατρεύει Θεό, πού δέν ὑπάρχει, με τό νά τοῦ ἀποδίδει στοιχεῖα, πού δέν ἔχει. Ἡ δυτική θεολόγηση, στηριζομένη στήν ἀρχαία φιλοσοφία και τόν Αὐγουστῖνο, θά κάμει δεκτή τήν “analogia entis” καί τήν “analogia fidei” στή σχέση Θεοῦ καί κόσμου. Ἡ προβολή τῶν ἰδίων ἀντιλήψεων στό Θεό θεοποιοῦσε τά κατασκευάσματα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, «δημιουργῶντας» Θεό ἀνύπαρκτο, διάφορο πρός «τον Θεόν τῶν πατέρων ἡμῶν». Ἡ ἀπόρριψη, ἐξ ἄλλου, τῆς διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας στό Θεό συνιστᾶ ἄρνηση τῆς προτεραιότητας τοῦ προσώπου. Σ᾽ αὐτά ἄς προστεθοῦν οἱ διαφοροποιήσεις τῆς Χριστιανικῆς Δύσεως στό συνοδικό σύστημα, τά παπικά δόγματα (ἐκκλησιαστική καταξίωση κάθε ἀπολυταρχίας) καί κυρίως τό Filioque (νόθευση τῆς τριαδολογίας).

Ἡ ἀντιδυτική θεωρία καί στάση τῶν Ἀνατολικῶν εἶχε ὅμως και προϋποθέσεις πολιτικοκοινωνικές. Τήν ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως στή φραγκογερμανική φεουδαρχία, μὲ τὴ βαθμιαία ἐκφράγκευση καὶ τοῦ πατριαρχείου τῆς Π. Ρώμης (μέχρι τὸ 1046). Τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς συνειδητοποίησε πρῶτος ὁ Μ. Φώτιος, διαισθανόμενος τὸ ρόλο τοῦ πολεμίου του πάπα Νικολάου Α´ [3] ὡς πρώτου πραγματικοῦ φραγκοφίλου πάπακουΐσλιγκ (π. Ρωμανίδης) [4] καὶ διέγνωσαν μὲ ἀκρίβεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, μετὰ μάλιστα τὴν ἅλωση τοῦ 1204 καὶ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439), ἀντίστοιχα. Ἔτσι, συγκροτήθηκε μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἡ συνείδηση τῶν Ἀνατολικῶν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ταυτότητα, ποὺ ἦταν γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς καὶ ἐθνική, δὲν ἠπειλεῖτο τόσο ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ὅσο ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς “ψευδαδέλφους”, κάτι ποὺ θὰ κωδικοποιηθεῖ τόν 18ον αἰώνα ἀπό τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό[5].

Εἶναι ὅμως σήμερα ἀπόλυτα σαφὲς ὅτι οἱ Ἀνατολικοὶ δὲν διέκριναν μεταξὺ Λατίνων καὶ Ρωμαίων ἤ Γραικῶν, ἀλλά μεταξὺ Τευτονοφράγκων (Λατινοφράγκων) καὶ Ρωμαίων ἀνατολῆς καὶ δύσεως[6].

Γι᾽ αὐτὸ τὴν Καρλομάγνεια προσθήκη στὸ Σύμβολο (809) κατεδίκασαν ὅλοι, ἑλληνόφωνοι καὶ λατινόφωνοι Ρωμαῖοι τῶν πέντε ρωμαϊκῶν (ὀρθοδόξων) Πατριαρχείων (Π. καὶ Ν. Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων)[7].

Οἱ πατερικοὶ θεολόγοι τῆς Ἀνατολῆς ἀγωνίζονταν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν Ρωμαίων, (Βυζαντινῶν). Εἶναι ἱστορικὰ ἀπόλυτα δικαιωμένη ἡ θέση τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη, ὅτι «οὐδέποτε ἔγινε σχίσμα μεταξύ τῶν Ρωμαίων Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἀλλὰ μεταξὺ Φράγκων καὶ Ρωμαίων ἀπό τὸν θ' αἰώνα». Τὸ σχίσμα «μετεφέρθη γεωγραφικῶς μόνον εἰς τὴν πρεσβυτέραν Ρώμην, ὅταν οἱ Φράγκοι ἐξέβαλαν τούς Ρωμαίους ἀπὸ τόν παπικὸν θρόνον καὶ ἐπέβαλον τοὺς Τευτονοφράγκους (Γερμανούς), Λατινοφράγκους (Φραντζέζους) καὶ Ἰταλολογγοβαρδοφράγκους, οἵτινες καὶ τελικῶς ἐπεκράτησαν καί ἐπικρατοῦν μέχρι σήμερον»[8].

2. Στούς τρεῖς αὐτοὺς μεγάλους Πατέρας μας ὀφείλουμε τὴν ὀρθὴ διάγνωση τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς ἀλλοτριώσεως. Ὁ Μέγας Φώτιος, ὅπως δείχνει καὶ τὸ ἔργο του “Λόγος περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας” [9], διέκρινε στήν προσθήκη τοῦ Filioque τὴ συντελεσθεῖσα ἤδη ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως στὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως καὶ σύνολη τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία καὶ πράξη.

Ὁ Φώτιος διαισθάνθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἦταν ἔργο τῶν Φράγκων. Ἄλλωστε, αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Καρλομάγνου στὴ σύνοδο τοῦ Ἄαχεν τὸ 809. Γι᾽ αὐτό, φειδόμενος τῶν Ρωμαίων “Βυζαντινῶν” τῆς Δύσεως, δὲν ἀναφέρει ὀνομαστικά τούς Φράγκους, κάτι ποὺ θὰ συμβεῖ καὶ στὴ Σύνοδο τοῦ 879, 8η Οἰκουμενικὴ Ἱ. Σύνοδο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ κατεδίκασε τὸ Filioque καὶ τοὺς ἐπιχειρήσαντες τὴν προσθήκη του στὸ ἱερό Σύμβολο. Ἂν ὅμως ὁ Μ. Φώτιος διέγνωσε πρῶτος τὴν ἀλλοτρίωση τῆς “χριστιανικῆς” Δύσεως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς εἶναι ἴσως ἐκεῖνος, ποὺ εἶχε ἐναργέστερη τὴν ἐπίγνωση, ὅτι στὴν περίπτωση τῶν καινοτομιῶν τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας δὲν ἔχουμε ἁπλῶς μιὰ νέα “αἵρεση” τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά ριζικὴ ἀλλοτρίωση τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως.

Οἱ αἰῶνες, ποὺ ἀκολούθησαν, συνέθεσαν μία τραγικὴ ἐμπειρία, ποὺ ἐπιβεβαίωσε τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ὁ Ντοστογιέφσκυ, λ.χ. ἔχοντας σαφέστατη πλέον ἐντύπωση γιὰ τὴν ἀλλοτριωμένη Δύση, θὰ καταλήξει ἀβίαστα στὸ συμπέρασμα, ὅτι «ὁ ρωμαϊκὸς καθολικισμὸς δὲν εἶναι πιὰ χριστιανισμός: «Ὁ καθολικισμὸς τῆς Ρώμης –παρατηρεῖ– εἶναι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸν ἀθεϊσμὸ (...). Ὁ ἀθεϊσμὸς κηρύττει μονάχα τὸ μηδέν, ὁ καθολικισμὸς ὅμως προχωράει πιὸ πέρα ἀκόμα: κηρύττει ἕνα διαστρεβλωμένο Χριστό, ἕνα Χριστὸ ἀντίθετο τοῦ Χριστοῦ. Κηρύττει τὸν Ἀντίχριστο[10]».

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, τέλος, ἐματαίωσε τὴν θεσμικὴ ἀναγνώριση καί, συνεπῶς, καταξίωση τῆς δυτικῆς ἀλλοτριώσεως, μὲ τὴν ὡς οἰκουμενικὴ συγκληθεῖσα σύνοδο Φεράρρας-Φλωρεντίας (1438/9). Ἀπέδειξε, ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας, δὲν κλείσθηκε στὸν 14ο αἰώνα, ἀλλὰ συνεχίσθηκε, διασυνδέοντας τὴν Ὀρθοδοξία τῆς ἐποχῆς του μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα.
Τὸ “Γένος τῶν Ρωμαίων” (Ὀρθοδόξων) διακράτησε μέσω αὐτοῦ τὴν ὑπαρκτική συνέχεια καὶ συνοχή του καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν θὰ παύσει νὰ ἔχει τὴ συνείδηση τῆς ριζικῆς διαφοροποιήσεως τῆς Δύσεως, μὲ κορυφαίους ἐκφραστὲς της τὸν Ἱεροσολύμων Δοσίθεο (†1707), τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ (†1779) καὶ τοὺς Κολλυβάδες Πατέρες[11]. 
Ἂν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διέσωσε τὴν ἀλήθειά της, ὀφείλεται κυρίως στοὺς τρεῖς παραπάνω Πατέρες (Φώτιο, Γρηγόριο καὶ Μᾶρκο). Αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπρωτοστάτησαν στὸν ἀγώνα νὰ διαφυλάξουν τὴν προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ συνέχεια, διασώζοντας τὴν Ἐκκλησία ὡς “Ἴατρεῖον Πνευματικὸν” καὶ τὴ Θεολογία της ὡς καρπὸ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ ἀπλανή ὁδηγὸ πρὸς τὴ θέωση.

3. Ἡ σφοδρή, συχνὰ κριτικὴ τῶν Ἁγίων μας αὐτῶν στὴ Δύση δὲν πρέπει νὰ νοεῖται ὡς ἐμπάθεια ἤ καθολικὴ ἀπόρριψη, ἀλλ᾽ ὡς ἀντίσταση στὴν προσπάθεια ἐπεκτάσεως τῆς ἀλλοτριώσεως, δηλαδὴ τῆς πνευματικοκοινωνικῆς νόσου, καὶ στὴν Ἀνατολή.

Ὁ Μ. Φώτιος ἀπέρριψε τὶς δογματικοκανονικὲς καινοτομίες τῆς Δύσεως, γιὰ νὰ σώσει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Κυριακοῦ Σώματος[12]. Καὶ ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα στηρίζεται ἐπί τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένης Παναληθείας. Ἑνότητα, ἑδραζομένη ἐπί τῆς αἱρέσεως, οἱασδήποτε αἱρέσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει.
Γι᾽ αὐτὸ ἡ λειτουργική μας πράξη συνδυάζει «τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως» μὲ «τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ μετοχὴ ἐν ἀληθείᾳ στὴν ἁγιοπνευματικὴ χάρη εἶναι ἡ βάση τῆς ἑνότητος στὴν πίστη, πιστότητα δηλαδὴ στὴν «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις παραδοθεῖσαν πίστιν»(Ἰούδα 3).

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀπέκρουσε τὸν κίνδυνο τοῦ σχολαστικισμοῦ καὶ τῆς ἐκφιλοσοφήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, γιὰ νὰ σώσει τὴν αὐθεντικότητα τῆς ἐκκλησιαστικότητος καὶ τὴ δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὁ δυτικὸς πλέον Βαρλαὰμ μετέθετε ἀπό τὴν χάρη στὴν ἀνθρώπινη γνώση (φιλοσοφία)[13]. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν πρόκειται γιὰ ἀπόρριψη συλλήβδην τῆς Δύσεως καὶ τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης, ἀλλὰ γιὰ ἀγαπητική προσπάθεια ἀναπροσανατολισμοῦ καὶ ἐπιστροφῆς των στὴν παραδοθεῖσα διὰ τῶν Ἁγίων χριστιανικότητα.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν διετήρησε γιὰ μία ἀπό τὶς κρισιμότερες φάσεις στὴ συνάντηση Ἀνατολῆς–Δύσεως. Δὲν ἦταν μισαλλόδοξος, ἀντιδυτικός, οὔτε προκατειλημμένος κατὰ τῆς Ἑνώσεως. Ἔβλεπε ὅμως τὴν ἕνωση ὡς συνάντηση στὴν ἀποστολικὴ παράδοση καὶ ὄχι ὡς ὑποταγὴ στόν παπισμὸ καὶ τὴν ἀλλοτρίωση. Αὐτὸ φαίνεται στὶς συζητήσεις, ποὺ διεξήγαγε στὴ Σύνοδο μὲ τοὺς αὐθεντικότερους ἐνσαρκωτές καὶ ἐκφραστὲς τοῦ δυτικοῦ πνεύματος[14].
Ἡ ἔκκλησή του στὴν παπικὴ πλευρὰ εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτική: «Μὴ περιίδετε κενοὺς καὶ ἀπράκτους ἡμᾶς ἀπελθόντας»[15]. Ἀποκρούοντας, συνεπῶς, καὶ οἱ τρεῖς Πατέρες τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως, ἐργάζονταν εὐεργετικὰ ὑπὲρ αὐτῆς, ὑποδεικνύοντας τὴ νόσο της καὶ προτείνοντας θεραπεία. 
ΟΙ ΤΡΕΙΣ Ἅγιοί μας ὅμως ἔσωσαν τὴν πιστότητα στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὡς συνέχεια τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως, μὲ τὸ νὰ ἀναδειχθοῦν οἱ ἴδιοι φορεῖς καὶ ὁδοδεῖκτες τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Ἡ προσφορά τους στὴν Εὐρώπη εἶναι γι᾽ αὐτὸ ἀνυπολόγιστη. Δὲν ἔσωσαν μόνο τὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως μέσω τῆς θεραπευτικοασκητικῆς ἐμπειρίας, ἀλλὰ καὶ τὰ αὐθεντικὰ κριτήρια κατανοήσεως τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων[16]. 
Ἔξω ἀπὸ τὴν ασκητικὴ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ σχῆμα: κάθαρση-φωτισμὸς-θέωση, οἱ σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα οἱ οἰκουμενικές, χάνουν τὸ ἀληθινό τους νόημα, ἐκλαμβανόμενες ὡς φιλοσοφικὰ ἤ νομικὰ συμβούλια, γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἐνδοϊστορικῶν σκοπιμοτήτων. Ἀποκρούοντας, τὶς δυτικὲς διαφοροποιήσεις, ἀπέρριψαν ταυτόχρονα a priori καὶ ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐρωπαϊκὲς ἐξελίξεις, ποὺ γέννησε ἡ παραχάραξη τῆς ἀποστολικότητος καὶ πατερικότητος στὴ μετακαρλομάγνεια Εὐρώπη. 
Γι᾽ αὐτό, μὲ κανένα τρόπο δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν “πατέρες” καὶ “πρόδρομοι” τῆς σημερινῆς Εὐρώπης, τὴν ὁποία εἶναι φυσικὸ νὰ ἀντιμετωπίζουν κριτικὰ ὅσοι βαδίζουν στὰ ἴχνη τῆς παραδόσεως τῶν τριῶν Ἁγίων, ἀπορρίπτοντας κάθε οὐνιτίζουσα καὶ δυτικίζουσα τάση καί, συνεπῶς, συρρίκνωση ἤ καὶ ἀδρανοποίηση τῆς πατερικῆς παραδόσεως. ΕΔΩ ἀκριβῶς ἐντάσσεται καὶ ὁ σχετιζόμενος μὲ τὴν ἑτοιμαζομένη “Μεγάλη Σύνοδο” προβληματισμός. 
Ἂν τυχὸν μείνει ἔξω ἀπό τὶς προϋποθέσεις τῶν τριῶν αὐτῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ δὲν ἀποδεχθεῖ τὴ στάση τους ἔναντι τῆς Δύσεως, καταφάσκοντας τὴ Δύση, ὡς ἔχει, δὲν θὰ εἶναι παρὰ θλιβερὴ ἐπανάληψη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Φλωρεντίας. Τὸ θεολογικό μας πρόβλημα στὸν ἑνωτικὸ διάλογο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐκτίμηση καὶ διακρίβωση τοῦ κατὰ πόσον ἡ Δύση δέχθηκε τὴν ἀγαπητική καὶ εὐεργετικὴ κριτικὴ τῶν Τριῶν αὐτῶν Πατέρων καὶ συμμορφώθηκε μὲ αὐτήν.

treis neoi ierarhes-antidytikoi-pateres-eyergetai-tiseyrwphs-G.Metallhnos

Ὑποσημειώσεις:

1. Γιά τά προβλήματα αὐτά βλ. James C. Russel, The Germanization of Early Medieval Christianity (A sociohistorical Approach to Religious Transformation), New York-Oxford 1994 (πλούσια βιβλιογραφία). π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη και Τοῦ ἰδίου, Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

2. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἕλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, Ἀθήνα 19984, σ. 86 ἐ.ἑ.

3. Βλ. τήν ἀλληλογραφία τοῦ Μ. Φωτίου μαζί του (PG 102, 585 ἐ. ἑ.).

4. π. Σ. Ρωμανίδου,Δογματική και Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α´, Θεσσαλονίκη 1973, σ.35

5. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ὅπ. π., σ.87

6. π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαῖοι…, σ.66.

7. Στό ἴδιο.

8. Στό ἴδιο, σελ. 67.

9. PG 102, 263-391.

10. Ὁ Ἠλίθιος Δ,VIII–Οἱ δαιμονισμένοι Β, I, VIII.

11. Βλ. π. Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές. Πνευματική ἀκμή καί κοινωνική κρίση στόν Βυζαντινό 14ο αἰώνα, στόν τόμο τοῦ ἰδίου, Ἑλληνισμός μαχόμενος, Ἀθήνα 1995, σ. 13-41 (ἐδῶ: 34 ἐ.ἑ.).

12. Τό πρόβλημα τῆς συνεχείας τῆς παραδόσεως, ὡς δυνατότητος σωτηρίας, θέτουν συνεχῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως λ.χ. ὁ Μ. Φώτιος (ΡG. 102, 389 Α): «Σὺ δὲ οὔπω βούλει συνιδεῖν, εἰς οἵους σὲ κρημνοὺς καὶ βάραθρα ψυχικῆς διαφθορᾶς ἐναπορρίπτει καὶ κατορύττει τό μὴ βούλεσθαί σε Χριστῷ μηδὲ τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς πείθεσθαι, μηδὲ ταῖς οἰκουμενικαῖς ἕπεσθαι συνόδοις, μηδὲ πρὸς τὰς λογικάς ἑφόδους, καὶ αὐτάς διὰ τῶν ἱερῶν προϊούσας λογίων μηδαμῶς τὸν νοῦν ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ κατηγορεῖς μὲν τοῦ κοινοῦ Δεσπότου, καταψεύδῃ δὲ τοῦ γενναίου Παύλου, κατεξανίστασαι δὲ τῶν οἰκουμενικῶν καὶ ἁγίων συνόδων, διασύρεις δὲ Πατέρας καὶ τοὺς σοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πατέρας ὡς ἀληθῶς Πατέρων τῆς διανοίας ἐξοστρακίζων ἐς κόρακας ἀποπέμπεις καὶ πρὸς τὰς λογικάς κωφεύεις θεωρίας・ καὶ πάντα σοὶ κατεπόθη τὰ σωτήρια εἰς τὸ τῆς ἐπισφαλοῦς προλήψεως πόθος…». Καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος: «Πρῶτον μὲν ἐστιν ἀναγκαιοτάτη ἡ εἰρήνη (...) καὶ ἡ ἀγάπη・ δεύτερον δὲ ὅτι παρέβλεψεν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν ἀγάπην καὶ διελύθη ἡ εἰρήνη・ τρίτον ὅτι ἀνακαλουμένη νῦν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν τότε καταλειφθεῖσαν ἀγάπην, ἐσπούδασεν ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ ἐξετάσωμεν τὰς μεταξὺ ἡμῶν διαφοράς・τέταρτον, ὅτι ἀδύνατόν ἐστιν ἀνακαλέσασθαι τὴν εἰρήνην, ἐάν μὴ λυθῇ τὸ τοῦ σχίσματος αἴτιον καὶ πέμπτον, ἵνα καὶ οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀναγνωσθῶσιν, ὡς ἄν φανῶμεν καὶ ἡμεῖς σύμφωνοι τοῖς ἐν ἐκείναις πατράσι καὶ ἡ παροῦσα σύνοδος ἐκείναις, ἀκόλουθος≫. (Νικ. Π. Βασιλειάδη, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀθῆναι 1972, σ. 85-86).

13. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές, ὅπ. π.

14. Βλ. V. Laurent, Les Memoires du grand Ecclesiarque de l’ Eglise de Constantinople SYLVESTRE SYROPOULOS sur le concile de Florence (1438-1439), Paris 1971. Πρβλ. Νικ. Βασιλειάδη, ὅπ. π.

15. Καί συνεχίζει: «Μή ἀτιμάσητε τήν πρεσβείαν (πρβλ. Β´ Κορ. 5, 20), μή τάς εὐχάς ἀκάρπους ἀπελέγξητε, μή τό θέλημα τῶν ἐχθρῶν ἐκπληρώσητε (…). Μή τόν Θεόν καί το Πνεῦμα τό Ἅγιον λυπηθῆναι παρασκευάσητε. Μετέωρός ἐστι πᾶσα ψυχή καί ἀκοή πᾶσα τήν ὑμῶν ἀναμένουσα γνώμην, ἥν ἐθελήσητε νεῦσαι πρός τήν ἀγάπην καί τά σκάνδαλα ἐκ μέσου περιελθεῖν».

16. Βλ. π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Church Synods and Civilisation, Θεολογία, τ. 63, 1992, σ. 423-450. Καί Ἑλληνικά: Θεολογία, τ. 66 (1995) σ.646-680

Από την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», 28/1/2011. zoiforos.gr. «Αντιδυτικοί» Πατέρες, ευεργέται της Ευρώπης του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

Παιδί και βυζαντινή εικόνα


Το έχουμε τονίσει επανειλημμένως ότι από τα σχολικά εγχειρίδια, τα βιβλία Γλώσσας, τα Αναγνωστικά του Δημοτικού -όπως τα ονομάζαμε παλαιότερα- είναι τα κρισιμότερα και από πλευράς συγγραφής, τα δυσκολότερα. (Μία διευκρίνηση. Τα βιβλία Γλώσσας, ονομάζονταν Αναγνωστικά, όχι μόνο γιατί μέσω των βιβλίων αυτών, μάθαινε ο μαθητής ανάγνωση, να συλλαβίζει, να διαβάζει. Αυτό τελειώνει στην Α’ Δημοτικού. Με τα παλιά, ωραία Αναγνωστικά, γινόταν ανάγνωση του πολιτισμού μας. Ξεφυλλίζοντάς τα ο μαθητής περιδιάβαινε και οικειωνόταν τα, καθ’ ημάς, τιμαλφή. Τα βιβλία περιείχαν γνώσεις ιστορικές, γεωγραφικές, λαογραφικές. Τα μυρίπνοα άνθη της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, αρωμάτιζαν τα «φυλώμματά» τους. Γι’ αυτό και η συγγραφή τους ανατίθετο σε τρανούς και σπουδαίους λογοτέχνες και επιστήμονες και όχι, ως είθισται σήμερα, σε σκύβαλα και περιτρίμματα της εθνοαποδόμησης).
 
Τα βιβλία, λοιπόν, Γλώσσας, αλλά και ο δάσκαλος αποτελούν για τον μικρό μαθητή ενσάρκωση της κοινωνίας στην οποία το σχολείο τον οδηγεί. Στα βιβλία αντικατοπτρίζεται το ποιόν της κοινωνίας στην οποία καλείται ο μικρός μαθητής να ενηλικιωθεί και να προκόψει. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στα ανούσια και επικίνδυνα κείμενα που περιέχουν τα βιβλία Γλώσσας. Τα βιβλία όμως έχουν και εικαστική διάσταση. Και μέσω της εικόνας περνούν μηνύματα, κάποτε δραστικότερα από τον λόγο. (Η λέξη εικόνα προέρχεται από το ρήμα είκω, που σημαίνει ομοιάζω, εξ ου και ο σύγχρονος όρος «εικαστικές τέχνες»).

Πριν όμως ακροθίξουμε το περιεχόμενο των βιβλίων, μια αναφορά στον εικαστικό καλλωπισμό των τάξεων. Θυμάμαι πριν από αρκετά χρόνια, υπηρετούσα στο σχολείο των Άνω Σουρμένων, χωριό σκαρφαλωμένο στους πρόποδες του καταπράσινου και πανέμορφου όρους Μπέλλες, στα σύνορα με τα Σκόπια. Συνηθίζω να έχω αναρτημένα, στους τοίχους της αίθουσας, κάδρα των ηρώων της ιστορίας μας, καθώς και λίγες εικόνες, βυζαντινές αγιογραφίες. Επισκέπτεται το διθέσιο σχολείο-έκλεισε πια-σχολικός σύμβουλος, «προοδευτικής» κοπής. (Ήταν τα χρόνια της σοσιαληστρικής λαίλαπας και φαυλοπραξίας).

Μου ζήτησε να κατεβάσω τις εικόνες και τα κάδρα των ηρώων, διότι δεν δημιουργούν «παιδαγωγική ατμόσφαιρα», τρομάζουν τα παιδιά και να αναρτήσω τοπία, ζώα και λοιπές χαζοχαρούμενες παραστάσεις. Πρώτον, του απάντησα, η αίθουσα δεν είναι προέκταση του παιδικού δωματίου, πρέπει ο χώρος να αναδίδει σοβαρότητα. Δεύτερον, αν στρέψουν το βλέμμα τους τα παιδιά αριστερά αντικρίζουν το Μπέλλες και, αν κοιτάξουν δεξιά, την ωραιότατη λίμνη Δοϊράνη. Τι δουλειά έχουν τα τοπία, όταν έχεις, ζωντανό μπροστά στα μάτια σου τον... τόπο. Τρίτον, οι ήρωες, οι ανέσπερες μορφές τους, δεν «κατεβαίνουν», γιατί αυτοί μας ελευθέρωσαν, τα παιδιά τους συνήθισαν, έγιναν «φίλοι» τους. Δεν κατάλαβε, σηκώθηκε και έφυγε. Δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί μία φωτογραφία με γατάκια που παίζουν, είναι παιδαγωγικώς τελεσφερότερη από την παράσταση, γιά παράδειγμα, της Εξόδου του Μεσολογγίου. Αντίθετα η δεύτερη διδάσκει μια πολύ υψηλή έννοια, την θυσία, ενώ η πρώτη είναι ένα ρηχό «μπακλαβούργημα», που θα έλεγε και ο Κόντογλου. Δεν θυμάμαι που το εντόπισα, αλλά σημείωσα ένα σπουδαίο κείμενο του Παλαμά, γι’ αυτήν την υποτίμηση ουσιαστικά του μαθητή, του παιδιού.

«Έχω για του παιδιού τον νου μια ιδέα κάπως διαφορετική από άλλους. Πιστεύω πως το μυαλό του, μπορεί να χωνέψει τροφή πιο λεπτή και πιο βαθιά απ’ όση συνηθίζουμε να του προσφέρουμε. Μέσα στον μικρόκοσμο της ψυχής του γίνονται πράγματα πιο πολλά κι απ’ όσα φαντάζονται του κόσμου οι ψυχολόγοι. Οι πιο μεγάλοι άνθρωποι μου φαίνεται πως είν’ εκείνοι που από τα πρώτα χρόνια τους γρικούσανε κουβέντες και αναστρεφότανε με ιδέες πιο ψηλές από το παιδακίσιο μπόι τους». (Σοφές κουβέντες. Γιατί για παράδειγμα, να μην υπάρχουν στα βιβλία Γλώσσας αποσπάσματα από τα εξαίσια έργα του Πλούταρχου, του Μεγ. Βασιλείου-σε στρωτή νεοελληνική-του Παπαδιαμάντη και βρίσκεις ανοητολογήματα του τύπου «η Φρικαντέλα η μάγισσα»;).

Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια τα γνωστά, σκοτεινά κέντρα των Χριστομάχων, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του λεγόμενου ουδετερόθρησκου σχολείου, βάλθηκαν να αποκαθηλώσουν από τις σχολικές τάξεις τις εικόνες. Στα σχολικά βιβλία Γλώσσας, οι σύγχρονοι αυτοί Εικονομάχοι, σχεδόν πέτυχαν τον εξοβελισμό της ορθόδοξης αγιογραφίας. Μετά βίας σ’ όλα τα βιβλία Γλώσσας του Δημοτικού θα συναντήσεις 5-6 εικόνες. (Ακόμη και στις εορταστικές ενότητες-Χριστούγεννα, Πάσχα-παρελαύνουν οι φραγκοζωγραφιές, κάρτες, αυγά και χιονάνθρωποι ενώ δεν θα βρεις, για παράδειγμα, εικόνα της Γέννησης του Χριστού στο κεφάλαιο για τα Χριστούγεννα της Ε’ Δημοτικού). Κατ’ αυτούς το λιτό, «ανεξίκακον και αθεάτριστον» της βυζαντινής αγιογραφίας, δεν συνάδει με την παιδική ηλικία. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Χρησιμοποιώντας την εξαίρετη έκδοση της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέας, «τι ξέρεις εσύ για τις εικόνες» σημειώνουμε τα εξής:

Αν βάλουμε το παιδί να ζωγραφίσει π.χ. ένα δέντρο, εκείνο θα ακολουθήσει φυσικότατα τη βυζαντινή ζωγραφική. Θα ζωγραφίσει το δέντρο με κάθε του φύλλο χωριστά, ευδιάκριτα, τον κάθε καρπό ολόκληρο, συγκεκριμένο. Διότι το παιδί έχει έμφυτη την αίσθηση της ενότητας, ενώ η δυτική τέχνη, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της την αποσπασματικότητα, του δημιουργεί διλήμματα. Το παιδί δηλαδή δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι μισό, π.χ. ένα σπίτι ή ένα βουνό μισό και το άλλο μισό να χάνεται μέσα στη σκιά. Στο παιδικό σχέδιο, όπως και το βυζαντινό, όλα φαίνονται, όλα παρατίθενται. Όλα τα φύλλα είναι πάνω στα δέντρα, τίποτε δεν είναι πεσμένο κάτω.

Επίσης το παιδί δεν δεσμεύεται από τους νόμους της οπτικής και της προοπτικής. Αν του πεις να ζωγραφίσει την οικογένειά του, θα ζωγραφίσει μεγαλύτερο τον πατέρα, λίγο μικρότερη τη μητέρα και τα παιδιά ακόμη μικρότερα. Θα ζωγραφίσει δηλαδή αξιολογικά, όπως κάνει και η βυζαντινή τέχνη. Έχουμε δει εικόνες στις οποίες το πρόσωπο που κυριαρχεί, ζωγραφίζεται μεγαλύτερο. (Η Θεοτόκος στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού, ο Παύλος και ο Πέτρος στην εικόνα της Πεντηκοστής). Ζωγραφίζονται μεγαλύτεροι αξιολογικά, σύμφωνα με την πνευματική προοπτική. Απ’ αυτά γίνεται κατανοητό ότι στο παιδί η βυζαντινή ζωγραφική ταιριάζει περισσότερο, διότι δεν το βάζει σε διλήμματα σκιοπλαστικά, ανταγωνισμούς στο θέμα όλου και μέρους, στο προοπτικό βάθος και το βοηθά να εκφράσει αυτό που έχει μέσα του.

Ένα άλλο σημείο ταυτίσεως παιδικού σχεδίου και βυζαντινού, είναι η θέα των αθεάτων. Η βυζαντινή εικόνα ιστορεί, όχι μόνο τα θεατά, αλλά και τα αθέατα ακόμη, πράγμα που δεν μπορεί να το κάνει η δυτική φαινομενοκρατική τέχνη. Π.χ. στην εικόνα της ιάσεως του Παραλυτικού του Ευαγγελίου, εικονίζονται έξω από το σπίτι όσα διαδραματίζονται μέσα στο σπίτι, του οποίου οι άνθρωποι που μετέφεραν τον Παραλυτικό διέρρηξαν τη στέγη. Επειδή δεν ήταν δυνατόν να παρουσιαστούν καταλεπτώς τα γεγονότα, αν ζωγραφίζονταν μέσα στο σπίτι και θα παρέμεναν αθέατα, η βυζαντινή τέχνη βρίσκει αυτή τη λύση, τα παρουσιάζει σαν να διαδραματίζονται έξω. Ή σαν να γίνονται διάφανοι οι τοίχοι και να αποκαλύπτονται όλα.

Το ίδιο κάνει και το παιδί στη ζωγραφική του. Η θέα των αθεάτων είναι πολύ φυσική για το παιδί, γιατί μέσα του έχει μία ολοκληρωμένη θεώρηση του κόσμου, που δεν δεσμεύεται από τους νόμους της προοπτικής. Έτσι, αν το βάλεις να ζωγραφίσει το σπίτι του, το ζωγραφίζει σαν διάφανο. Οι άνθρωποι, τα έπιπλα, τα λουλούδια, είναι θεατά. Οι τοίχοι δεν εμποδίζουν τη θέα και της πιο μικρής λεπτομέρειας. Ή αν του πεις να ζωγραφίσει τη θάλασσα, θα τη ζωγραφίσει έτσι ώστε τα ψάρια όλα ναι είναι ορατά, όπως το κάνει και η βυζαντινή τέχνη, στην εικόνα της Βάπτισης.

Είναι φανερό λοιπόν ότι η τέχνη αυτή είναι πολύ οικεία στο παιδί, δεν του δημιουργεί διλήμματα, δεν το κοντράρει και το ωριμάζει με τα μυστικά μηνύματα που του εμπνέει η αισθητική της: Ότι δηλαδή όλη η κτίση είναι δώρο του Δημιουργού. Όλα είναι καμωμένα «καλά λίαν». Όλα είναι συμφιλιωμένα μεταξύ τους, και το όλο και το επί μέρους, η ηρεμία, η ειρήνη και η αρμονία ξεχύνονται από τη συνύπαρξή τους. Και έτσι το δοξολογικό βίωμα κτίζεται μυστικά και υπαρξιακά στην παιδική ψυχή.

Και, συνοψίζοντας, τα παιδιά αντικρίζουν τις αξίες σαρκωμένες σε πρόσωπα. Έτσι μαθαίνει και όχι με τις αερόπλαστες ιδεολογίες και τιποτολογίες…