Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Οι Χρήσιμοι Ηλίθιοι Συριζαίοι που θέλουν να σε κυβερνήσουν ραγιά!


Υπάρχει καμιά χώρα που λέγεται «Ανεξάρτητη Θράκη» κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ;
Υπάρχει καμιά χώρα που λέγεται «Ανεξάρτητη Θράκη»;
 Έχει αποσχιστεί από την Ελλάδα το ελληνικό τμήμα και συνδέθηκε με το τουρκικό δημιουργώντας την τουρκική Θράκη;
Τα λάβαρα της «Ανεξάρτητης Θράκης» είναι επίσημα;
Αν στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε σύλλογος που είχε λάβαρα για την «Ανεξάρτητη Πόλη» δεν θα μπούκαραν μέσα οι Τούρκοι και θα τα έσπαγαν όλα;

Άραγε, αν ένας Τούρκος βουλευτής πήγαινε και φωτογραφίζονταν με Έλληνες που θέλουν την απόσχιση της Πόλης από την Τουρκία δεν θα του… έπαιρναν το κεφάλι;

Στην Ελλάδα όλα αυτά τα ερωτήματα δεν απασχολούν κανέναν γι’ αυτό και στη Θράκη γίνεται χαμός.

Έτσι, λοιπόν, μέσα στο… χύμα που επικρατεί και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στην Ξάνθη Χουσεϊν Ζεϊμπέκ πήγε στον «Σύλλογο Αλληλεγγύης και Αλληλοβοήθειας Τούρκων Δυτικής Θράκης» και τον «Πολιτιστικό Σύλλογο Τούρκων Δυτικής Θράκης του Φοχτβάγκεν», μίλησε και φωτογραφήθηκε με τις σημαίες της «Ανεξάρτητης Θράκης» από πάνω του. Ουδείς λόγος φυσικά για ελληνική σημαία, την οποία ο Συριζαίος βουλευτής υποτίθεται ότι υπηρετεί.

Άραγε ο κ. Ζεϊμπέκ δεν είδε τα… περίεργα αυτά λάβαρα; Δεν ξέρει τι σημαίνουν; Κι αν ξέρει γιατί δεν σηκώθηκε να φύγει ή δεν απαίτησε να κατέβουν;

Ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ έχει να πει κάτι για τον βουλευτή του o οποίος στη φωτογραφία διακρίνεται δεύτερος από αριστερά;


πηγή
Σχόλιο:Αυτήν την επικίνδυνη ηλίθια ανευθυνοτητά τους πρέπει να κοιτάζει κάποιος σοβαρός Έλληνας ψηφοφόρος και να μην παραμυθιάζετε με την δήθεν αντιμνημονιακή  πολιτική τους!

Διαβάστε επίσης:ΑΙΣΧΟΣ!!!..Γνωστός βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ,ντύθηκε παπάς και κοινώνησε βουλευτή της ΝΔ!!! (Φώτο + Βίντεο)

ΣΥΡΙΑ: Η μεγαλύτερη (μέχρι τώρα) σφαγή χριστιανών και η δολοφονική αδιαφορία της «ευαίσθητης» Δύσης



Η χειρότερη σφαγή των χριστιανών στη Συρία μέχρι στιγμής – ολοκληρωτική, με μαζικούς τάφους, βασανισμούς μέχρι θανάτου γυναικών και παιδιών και κατεστραμμένες εκκλησίες - έλαβε χώρα στις 21 Οκτωβρίου από τους υποστηριζόμενους από τις ΗΠΑ τζιχαντιστές "αντάρτες". Και η κυβέρνηση των ΗΠΑ και τα φερέφωνα της «μαζικής ενημέρωσης», ως συνήθως, έμειναν σιωπηλά (ή στην καλύτερη περίπτωση προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν το θέμα).

Η σφαγή πραγματοποιήθηκε στην Sadad, μια αρχαία Συριακή Ορθόδοξη Χριστιανική κοινότητα, τόσο παλιά ώστε να αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη.
Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της περιοχής είναι φτωχοί, καθώς η Sadad βρίσκεται στην απομακρυσμένη έρημο μεταξύ Χομς και Δαμασκού (περιοχές της ερήμου, και μέχρι τώρα, προφανώς τα μόνα μέρη που οι χριστιανοί της Συρίας θα μπορούσαν να αισθάνονται ασφαλείς. 600 χριστιανικές οικογένειες είχαν νωρίτερα κατέφυγαν εκεί για να βρουν καταφύγιο από τους δολοφόνους της τζιχάντ, οι οποίοι όμως, τους ακολούθησαν).
Αποτέλεσμα της αγριότητας των τζιχαντιστών, ήταν να σκοτωθούν 45 χριστιανοί - μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά -, αρκετοί να βασανιστούν μέχρι θανάτου και 14 εκκλησίες, κάποιες αρχαίες, να λεηλατηθούν και να καταστραφούν. Τα πτώματα έξι ανθρώπων από μια οικογένεια, ηλικίας από 16 έως 90 ετών, βρέθηκαν στο κάτω μέρος του ενός πηγαδιού (μια όλο και πιο κοινή μοίρα για τους "υπανθρώπους" Χριστιανούς).
Οι τζιχαντιστές γύρισαν και βίντεο με τις αγριότητες, με εκείνους που έσφαξαν να φωνάζουν την κραυγή του Ισλάμ, «Allahu Akbar». Υπάρχουν και άλλα βίντεο που δείχνουν πιο μεγάλες φρικαλεότητες.
Ο Συρορθόδοξος Μητροπολίτης Χομς και Χάμα Selwanos Boutros Alnemeh, είπε:
«Αυτό που έγινε στην Sadad αποτελεί την πιο σοβαρή και σημαντική σφαγή χριστιανών στη Συρία στη διάρκεια αυτών των 2,5 ετών. 45 αθώοι πολίτες μαρτύρησαν χωρίς λόγο, μεταξύ των οποίων και πολλές γυναίκες και παιδιά, πολλοί ρίχτηκαν σε μαζικούς τάφους. Άλλοι πολίτες απειλήθηκαν και τρομοκρατήθηκαν. 30 τραυματίστηκαν, ενώ 10 εξακολουθούν να αγνοούνται.
«Για μία εβδομάδα, 1.500 οικογένειες παρέμειναν όμηροι και χρησιμοποιήθηκαν ως ανθρώπινες ασπίδες. Μεταξύ αυτών παιδιά, ηλικιωμένοι, νέοι, άνδρες και γυναίκες .... Όλα τα σπίτια στη Sadad λεηλατήθηκαν. Οι εκκλησίες καταστράφηκαν και βεβηλώθηκαν.. Αυτό που συνέβη στη Sadad είναι η μεγαλύτερη σφαγή χριστιανών στη Συρία και η δεύτερη στη Μέση Ανατολή, μετά εκείνη στην Εκκλησία της Παναγίας της Σωτηρίας στο Ιράκ, το 2010.»
Στην ιρακινή επίθεση του 2010, τζιχαντιστές εισέβαλαν στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, σκοτώνοντας περίπου 60 χριστιανούς προσκυνητές.
Ενώ ο αρχιεπίσκοπος είπε σωστά ότι αυτή είναι η "μεγαλύτερη σφαγή χριστιανών στη Συρία", δεν είναι όμως, παρά η κορυφή του παγόβουνου της δίωξης που υφίσταται η χριστιανική μειονότητα της χώρας - συμπεριλαμβανομένων αποκεφαλισμών, βομβιστικών επιθέσεων σε εκκλησίες, απαγωγών, βιασμών και ξεριζωμού εκατοντάδων χιλιάδων χριστιανών – από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος.
Ένα μήνα πριν από ΤΗΝ Sadad, μια άλλη αρχαία χριστιανική περιοχή, η Ma'loula, μία από τις πολύ λίγες περιοχές στον κόσμο που ακόμα οι κάτοικοι μιλούσαν Αραμαϊκά, την γλώσσα του Ιησού Χριστού, πολιορκήθηκε από τζιχαντιστές οι οποίοι βομβάρδισαν και λεηλάτησαν εκκλησίες, εξαναγκάζοντας τους κατοίκους ή να ασπαστούν το Ισλάμ ή να πεθάνουν.
Τα τελευταία λόγια ενός ανθρώπου που αρνήθηκε ήταν : «Είμαι Χριστιανός και αν θέλετε να με σκοτώσετε γι’ αυτό, δεν θα αντιταχθώ σε αυτό».
Ο αρχιεπίσκοπος κατέληξε στη δήλωσή του σχετικά με την Sadad ρωτώντας : «Φωνάζουμε για βοήθεια προς τον κόσμο, αλλά κανείς δεν μας ακούει. Πού είναι η χριστιανική συνείδηση; ​​Πού είναι η ανθρώπινη συνείδηση; ​​Πού είναι οι αδελφοί μου; Σκέφτομαι όλους εκείνους που πάσχουν σήμερα πενθώντας και θέλω να ζητήσω από όλους να προσευχηθείτε για μας».
Ο Σέρβος συγγραφέας Serge Trifkovic (και συνεκδότης του αμερικάνικου παλαιοσυντηρητικού περιοδικού ‘Chronicles’), που γνωρίζει την ισλαμική τζιχάντ – ανταποκρίθηκε στα λόγια του αρχιεπισκόπου ως εξής :
«Αυτή η έλλειψη «ανθρώπινης συνείδησης» που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο ή στα γραφεία σύνταξης των κορυφαίων δυτικών μέσων ενημέρωσης, είναι πλέον κάτι το κατεστημένο. Απλά προσπαθήστε να ψάξετε για "Sadad" στις ιστοσελίδες του Υπουργείου Εξωτερικών ή των The New York Times. Το ίδιο στις κορυφαίες ευρωπαϊκές εφημερίδες, το CNN / BBC / RTF, "ΜΚΟ" που «υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα» κλπ.
«Το πρόβλημα, το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Selwanos Boutros Alnemeh φαίνεται να αγνοεί, δεν είναι πλέον η αδιαφορία των Δυτικών ελίτ στην επικείμενη κατάρρευση του Χριστιανισμού στα εδάφη της γέννησής του, αλλά και η ενεργή, συνεχής και ανοικτή συμμετοχή τους στην εν λόγω εξαφάνιση.
«Η Κύπρος (1974) και τα Βαλκάνια (1991-9), ήταν η δοκιμή, το Ιράκ (2003 - σήμερα) η αδιάψευστη απόδειξη. Στην Συρία η κυβέρνηση Ομπάμα εξακολουθεί να στηρίζει τους ‘αντάρτες’, α, ναι, μόνο τους “μετριοπαθείς”, όπως είναι οι σφαγείς των χριστιανών του "Ελεύθερου Συριακού Στρατού".
Σε ένα από τα αραβικά βίντεο που δείχνουν τις συνέπειες από τη σφαγή στη Sadad, όπως ακρωτηριασμένα πτώματα μιας οικογένειας που βρέθηκε σε ένα πηγάδι, ένας μεσήλικας άντρα συγγενής, με δάκρυα στα μάτια  λέει :
«Το πιο πολύτιμο σε όλο το σύμπαν,  η οικογένειά μου, έχει πλέον φύγει, αφήνοντας με μόνο μου, αλλά δόξα τω Θεώ εξακολουθώ να περιβάλλομαι από αυτούς τους αγαπητούς ανθρώπους που παραμένουν. Θέλω να πω, αφήστε τους ανθρώπους [τους τζιχαντιστές] να επιστρέψουν στο μυαλό τους . . τα προβλήματα του κόσμου μπορούν να λυθούν μόνο με τη γνώση και μυαλό. Αρκετή παραφροσύνη, τα νεύρα των ανθρώπων είναι σπασμένα. Αρκετά, αρκετά – επιστρέψτε στο μυαλό σας. Εσείς οι άνθρωποι, εσείς οι άνθρωποι – επιστρέψτε στην ανθρωπότητα σας, αρκετά εγκλήματα».
Ως σημείο των καιρών, ένας Σύριος, ένας "ανατολικός", επικαλείται τον ορθολογισμό και την ανθρωπότητα - προϊόντα του χριστιανικού πολιτισμού - σε μια εποχή που η μετα- χριστιανική Δύση διέπεται από τίποτα άλλο παρά προπαγάνδα, φτηνό συναισθηματισμό, και βλακώδη κατήχηση.
ΚΟ: Στο πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Η πιο καταδιωκόμενη θρησκεία στον κόσμο», ο Νίκος Ράπτης, γράφει,μεταξύ άλλων,:
«Ο διωγμός κατά των χριστιανών δεν αφορά μόνο τη Συρία. Στο Ιράκ, το Πακιστάν, τη Νιγηρία, την Αίγυπτο, την Ινδία, την Κίνα, το Βιετνάμ, τη Βόρειο Κορέα κ.λπ. ο αντιχριστιανισμός εγκαθίσταται ως ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της διεθνούς πραγματικότητας. Πρόσφατα ο πρίγκιπας Κάρολος προειδοποίησε πως ο χριστιανισμός κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τη γενέτειρά του, τη Μέση Ανατολή. Η βρετανική κεντροαριστερή εφημερίδα Γκάρντιαν χαρακτήρισε τους διωγμούς κατά των χριστιανών «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας»….Γιατί αυτό; Αναφέρονται λόγοι κοινωνικοί, ιδεολογικοί, ιστορικοί, γεωπολιτικοί, οικονομικοί, πολιτισμικοί κ.ο.κ. Οι πάντες όμως συμφωνούν πως στους παράγοντες που διευκολύνουν το διωγμό των χριστιανών εξέχουσα θέση καταλαμβάνει η αδιαφορία των ομοθρήσκων τους στη δύση. Ναι, καλά το καταλάβατε: ανάμεσα στις αιτίες που 200 εκατομμύρια χριστιανοί καταδιώκονται (απολύονται, διώχνονται από τις γειτονιές τους, φυλακίζονται, κακοποιούνται, δολοφονούνται) για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, είναι που εμείς στη δύση, δεν δίνουμε δεκάρα. Δεν είμαστε αμέτοχοι, αλλά συμμέτοχοι».
ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / Πηγή

Αντίσταση


«…και προσεκύνησαν τον δράκοντα, όστις έδωκεν εξουσίαν εις το θηρίον, και προσεκύνησαν το θηρίον, λέγοντες· Τις όμοιος με το θηρίον; τις δύναται να πολεμήση με αυτό;» (Αποκάλυψις, 13:4) 


ΚΟ: Οι ηγέτες του δυτικού κόσμου μοιάζουν να συναγωνίζονται ποιος θα είναι αυτός που θα προδώσει πιο πολύ την χώρα του, το έθνος του, τον λαό του. Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρχαν ηγέτες τόσο συνένοχοι στην καταστροφή της ιστορίας, των παραδόσεων, της κουλτούρας και της ταυτότητάς του λαού τους. Οι ηγέτες της χώρας μας είναι σίγουρα, στις πρώτες θέσεις.


Η ‘Πολιτική Ορθότητα’ έχει έρθει και έχει καθίσει στο σβέρκο των λαών της Ευρώπης και του δικού μας λαού, μέσα από μια καλά ενορχηστρωμένη σκευωρία μια κάστας ανθρώπων που σκοπό έχουν να καταφέρουν «ήσυχα», «πολιτισμένα» και προπαντός «δημοκρατικά» να δέσουν τα χέρια των ιδεολογικών και πολιτικών αντιπάλων τους, να επιβάλλουν τα δικά τους αρρωστημένα ιδεολογήματα και να ανακηρύξουν ορισμένες λέξεις και σκέψεις ‘ταμπού’ ενοχοποιώντας και τις ίδιες τις λέξεις και εκείνους που τις προφέρουν (όλα στο όνομα της «ανεκτικότητας» και της «διαφορετικότητας»). Είναι οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που καλούν τον «αμαθή όχλο» να υποταχθεί στο «αλάθητο δόγμα» τους, αλλιώς τους περιμένει η πυρά στην οποία θα καούν ως «αιρετικοί». Τα media, αυτή η πιστή θεράπαινα του σάπιου συστήματος, έχει αναλάβει πιστά τον ρόλο του «διαμορφωτή γνώμης» των μαζών. Μίας γνώμης βέβαια, που θα πρέπει να συμφωνεί κατά πάντα με την κρατούσα ιδεολογία ή μάλλον «ορθοδοξία» του συστήματος. 
Το τέρας τους εδώ και πολύ καιρό έχει ξεφύγει από τα δεσμά του και σήμερα ζει και αναπτύσσεται μεταξύ των αφελών, οι οποίοι αδυνατούν να διακρίνουν τον έλεγχο της σκέψης και το επιδέξιο μανιπουλάρισμα από εκείνους τους «προοδευτικούς» με την πανομοιότυπη γλώσσα και τα «ξινά» πρόσωπα, που έχουν χίλιες μύγες να μυγιάζονται και απαιτούν το σύνολο της κοινωνίας να τροποποιηθεί έτσι ώστε να κατευνάσει τις νευρώσεις τους.


Τίποτα δεν παραξενεύει. Ο Τζορτζ Όργουελ το έθεσε πολύ ωραία στο «1984»: «Αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν. Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον». Έτσι, θα πρέπει να απαλλαγούμε από κάθε μνήμη και ιδιαίτερα από όλες εκείνες τις μνήμες, τις εικόνες και τις φράσεις που «προσβάλλουν τον άλλον» και έρχονται από το παρελθόν, άσχετα αν κάποιες από αυτές μας κράτησαν ζωντανούς ή άλλες είναι αθώες. Έτσι στο μέλλον, οι πολιτικοί μας θα είναι σε θέση να πουν ότι τίποτα από όλα αυτά τα «μισαλλόδοξα» και «διχαστικά» δεν υπήρξε ποτέ, αλλιώς φέρτε μας αποδείξεις.


Ο λαός μας δέχεται αδιάκοπο σφυροκόπημα προπαγάνδας και συστηματική πλύση εγκεφάλου προκειμένου να έρθει σε κατάσταση απόλυτου ελέγχου, δουλείας, διαφθοράς και βαρβαρότητας. Για αυτό αλλοιώνεται η ιδιοπροσωπία του, αφανίζεται η εθνική του αυτοσυνειδησία, κακοποιείται η γλώσσα του, γελοιοποιείται η παράδοσή του και η πίστη του, ενοχοποιείται η ιστορία του και τα σύμβολά του, υποβαθμίζεται και εξαφανίζεται κάθε ηθική, πνευματική και ανθρωπιστική αξία αλλά και κάθε ιδανικό της φυλής μας που μας έχει παραδοθεί από τους προγόνους μας. Την ίδια ώρα, όπως σε ολόκληρο τον ‘δυτικό’ κόσμο, προωθείται η πολυπολιτισμικότητα, η παγκοσμιοποίηση, η αποεθνικοποίηση των λαών και το ανακάτεμα των φυλών, ταυτόχρονα με την ομογενοποίηση στην ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά, ώστε να έχουμε "κλωνοποιημένους" και "μεταλλαγμένους" λαούς, ή μάλλον άθροισμα ατόμων που είτε θα ενδιαφέρονται μόνο για χρήμα, σάρκα, ύλη, τεχνολογία και διασκέδαση, είτε θα τρέμουν μήπως τους τα στερήσουν. Ηθικά και πνευματικά ανάπηρα όντα που δεν έχουν το σθένος μα αντιδράσουν στα νεοταξικά προγράμματα.


Ταυτόχρονα με αντιχριστιανικούς και αντεθνικούς νόμους υπονομεύουν συστηματικά τους δεσμούς που μας ενώνουν ως Έλληνες, «για ν’ αποξηρανθεί ηθικά ο λαός μας, να γίνει άμορφη και άβουλη μάζα, αγελαίο άθυρμα και καταναλωτικό σύνολο στην ακόρεστη βουλιμία της παγκοσμιοποίησης», όπως είχε πει ο πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής Π. Κρητικός ("Παρόν" 26/6/05).


Αξίζει να το επαναλάβουμε. Ποτέ δεν υπήρχε εποχή που μια χώρα να έχει ηγέτες τόσο συνένοχους στην καταστροφή της ιστορίας, των παραδόσεων, της κουλτούρας και της ταυτότητάς του λαού της.

Μπροστά μας υπάρχει ο δημοφιλής, πολύβουος δρόμος της υποταγής, του συμβιβασμού, της αποστασίας και της αδιαφορίας. Υπάρχει και ένας άλλος λιγότερο δημοφιλής και όχι πολυδιάβατος δρόμος. Αυτός της αντίστασης. Αντίστασης πνευματικής και έμπρακτης. Αντίστασης στους σχεδιασμούς και τις επιβολές της Νέας Τάξεως Πραγμάτων και των εγχώριων εντολοδόχων τους.


«Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο, ο καιρός θα δείξει ποιος έχει δίκιο, αν και δε χρειάζεται ολότελα αυτή η απόδειξη». 
                          - Φώτης Κόντογλου, «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» 
 
από ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης ο Βλογημένος (Διήγημα του Φώτη Κόντογλου)






O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες, καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.

Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...

Γέροντας Νεκτάριος Μουλατσιώτης: «'Οποιος διώχνει τον Χριστό από την καρδιά του, από το κράτος του, τότε δαίμονες και τύραννοι θα τον κυβερνήσουν»





Ξεχάσαμε όμως ότι όποιος διώχνει τον Χριστό από την καρδιά του, από το κράτος του, τότε δαίμονες και τύραννοι θα τον κυβερνήσουν. Γιορτάζαμε τόσα χρόνια Χριστούγεννα και όλες τις εορτές μας χωρίς Χριστό, δι’ αυτό επέτρεψε ο Θεός και ήλθε στον τόπο και την θέση του Χριστού ο Αλλάχ!!!


Τις Κυριακές ήμασταν δυστυχώς στα κρεβάτια μας, παρ’ ότι η ημέρα Κυριακή δεν ανήκει σε εμάς, αλλά είναι η ημέρα του Κυρίου μας. Δίναμε τον χρόνο της ημέρας αυτής στον εαυτό μας και όχι στον Χριστό, στον Κύριό μας και στην Εκκλησία Του, δι’ αυτό και ο Θεός επέτρεψε να γίνει εργάσιμη ημέρα, αφού εμείς πρώτοι του γυρίζαμε την πλάτη μας και δεν πηγαίναμε στον Ναό Του να τον Δοξολογήσουμε.






«Δεν θέλετε εμένα; Να πάτε για εργασία». Έτσι η Κυριακή χάθηκε εξαιτίας μας.


Ξεχάσαμε ότι ο άνθρωπος χωρίς Χριστό, σημαίνει άρνηση της χαράς και της ευτυχίας. Να γιατί χάθηκε η χαρά από τις καρδιές μας, διότι ζούμε χωρίς Χριστό. Δι’ αυτό η οικονομική κρίση, οι τύραννοι που μας κυβερνούν, τα δεινά που υποφέρουμε είναι πρώτα απ' όλα κρίση πνευματική, διότι ζούμε τόσα χρόνια χωρίς τον Χριστό και όταν φεύγει ο Χριστός, τότε ζούμε χωρίς ομπρέλα προστασίας.


Δι’ αυτό ας ζητήσουμε να επιστρέψει ο Χριστός στις καρδιές μας και στον τόπο μας και τότε θα φύγει ο Αλλάχ, που ήλθε χωρίς να τον καλέσουμε, θα φύγουν οι δαίμονες και οι τύραννοι που μας κυβερνούν, θα φύγει η θλίψη και θα έλθει πάλι η χαρά, διότι την    χαρά την γεννά ο Χριστός.      AΠΟ  HELLAS-ORTHODOXY
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Τρεις αληθινές ιστορίες Ορθοδόξων Χριστιανών που συνεχώς προσεύχονταν και αγρυπνούσαν





Του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου



Σήμερα χριστιανοί μου θα κάνουμε ένα διαφορετικό κήρυγμα από όσα μέχρι τώρα συνηθίζουμε να λέμε. Θα πούμε τρείς μικρές ιστορίες, από τις οποίες θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις μεγάλες γιορτές που έρχονται μεθαύριο. Βέβαια τις δύο τις είπα και σε μία βραδινή Λειτουργία, θα τις επαναλάβουμε με τις σωστές της λεπτομέρειες.

Μια κυρία μου διηγείτο, όταν ήτο επτά χρονών περίπου, συνέβη κάτι το συνταρακτικό την παραμονή των Χριστουγέννων.
Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, - δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
- Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
- Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
- Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία».
Και η κυρία αναλύθηκε σε λυγμούς.

Και τώρα να σας ρωτήσω χριστιανοί μου.
Ποιος άραγε από μας τους σημερινούς χριστιανούς, περιμένει τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά το βράδυ με προσευχή;
Πόσοι και πόσοι από τους σημερινούς παππούδες και γιαγιάδες, σηκώνονται για να προσευχηθούν κατά την διάρκειαν της νύχτας; Να ανάψουν το καντήλι και να θυμιατίσουν;
Πόσοι γονείς και πόσοι πατέρες και μητέρες αγρυπνούν την νύχτα για να κάνουν μετάνοιες, σταυρωτά κομποσχοίνια, να κλάψουν, να συντριβούν και να προσευχηθούν πολύ;
Αλήθεια, πόσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς που έχουν άλλοι παιδιά, και άλλοι παιδιά και εγγόνια, πονάνε, κλαίνε και αγρυπνούν, έστω για μια ώρα, για το ηθικό κατρακύλισμα των παιδιών μας, για την διαφθορά και τις εκτρώσεις, για την αναρχία και τα ναρκωτικά, για τα εύκολα διαζύγια, και τα νόθα παιδιά, για τις αιρέσεις και τα σκάνδαλα, που κλονίζουν κάθε τόσο χιλιάδες αδύνατες ψυχούλες;
Πόσοι αλήθεια χριστιανοί αγρυπνούν σήμερα;
Όχι αδελφοί μου. Δυστυχώς σήμερα οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν προσεύχονται. Και όμως περνούν ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι χαζεύουν και αποβλακώνονται και διαστρέφονται μπροστά σ’ αυτό το διαβολοκούτι. Έτσι όχι μόνον δεν προσεύχονται και δεν αγρυπνούν οι Νεοέλληνες σήμερα Ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά ούτε και εγκρατεύονται. Δεν νηστεύουν! Και αν δεν μπορούν λόγω υγείας, δεν νηστεύουν τουλάχιστον στις αισθήσεις τους. Δε νηστεύουν με τη γλώσσα τους. Δε θυμιατίζουν το σπίτι πρωί και βράδυ, δεν μελετάνε Αγία Γραφή, δεν κάνουν προσευχή στο τραπέζι, δεν εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή τουλάχιστον ένας από κάθε οικογένεια. Δεν εξομολογούνται. Δε συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Δεν σέβονται τις παραδόσεις. Δεν τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές και δεν πολεμούν τα πάθη και τόσα άλλα.
Και επειδή ακριβώς δεν σηκώνουμε τα χέρια μας κάθε βράδυ στο Χριστό με καθαρή καρδιά, γι’ αυτό και βλέπουμε τόσα ερείπια και τόσα ηθικά ναυάγια να συσσωρεύονται γύρω μας.
Πάμε δυστυχώς κάθε μέρα απ’ το κακό στο χειρότερο…
Ο Θεός να μας λυπηθεί.

Η δεύτερη ιστορία από την ίδια κυρία.
Η γιαγιά και ο παππούς όπως και οι γονείς των ήσαν πολύ ελεήμονες. Ελεούσαν τους πάντες, όσους ζητούσαν βοήθεια, στα μαύρα εκείνα χρόνια της Κατοχής. Ήσαν φτωχοί. Αλλά ελεούσαν όμως, όπως και όσο μπορούσαν.
Κάποτε πέρασαν από την γειτονιά τους δυο τρείς ρακένδυτοι ζητιάνοι. Φαινόντουσαν όμως πολύ καθαρά ότι ήσαν και άρρωστοι. Τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό τους, ήταν γεμάτο πληγές και πύον. Ήσαν μάλλον λεπροί. Γι’ αυτό και όλοι τους έκλειναν τις πόρτες. Όπως και στη γειτονιά τους.
Εκείνη την ώρα έφτανε ο παππούς που ήταν κάπου έξω, και είδε και είχε ακούσει τι είχε γίνει. Τους φώναξε, τους έβαλε στην αυλή γιατί ήταν καλοκαίρι, και με τη βοήθεια της γυναίκας του, της γιαγιάς, έπλεναν τις πληγές και το πύον, κατόπιν τους τάισαν, με ψωμί και ελιές και τους έδωσαν και το λίγο τυράκι που είχε απομείνει. Φεύγοντας τους έδωσαν και ένα μπουκάλι λάδι, το τελευταίο που υπήρχε απομείνει στο φτωχό ράφι της κουζίνας.
Τα παιδιά του βέβαια μουρμούριζαν όλα. Τα παντρεμένα παιδιά εννοώ.
- Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα ταΐσουμε τα μωρά μας; Τι θα δώσουμε στα παιδιά μας;
Και η απάντησις του παππού.
- Έχει ο Θεός!... Έχει ο Θεός.
«Έχει ο Θεός». Το πίστευε αυτό. Εμείς το λέμε αλλά δεν το πιστεύουμε.
Και ξεπροβόδησε τους τρείς αυτούς λεπρούς.
Οι γείτονες βγήκαν στις πόρτες, και άρχισαν να τον κακίζουν και να τον κατηγορούν. Όχι μόνον για την αδιακρισία του, όπως έλεγαν, αλλά γιατί μπορούσε και αυτός να κολλήσει αρρώστιες …
- Και μας θα μας κολλήσεις, του έλεγαν συνεχώς. Φτάνει που θα αφήσεις και τα παιδιά σου νηστικά.
Μπροστά σ’ αυτή τη διαγωγή, και του παππού βέβαια, και της γιαγιάς, όλοι είχαν μείνει, όλοι, με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς δεν είπε τίποτα. Έκανε το σταυρό του και μπήκε μέσα στο σπίτι.
Και σε λίγο βγήκε τρέχοντας! Τρέχοντας και φωνάζοντας:
- Τρέξτε παιδιά μου, τρέξτε γείτονες! Όλα τα ράφια είναι γεμάτα και από ψωμιά!, και από τυρί!, και λάδια! … Ο Θεός έκανε το θαύμα Του. Ο Θεός ελεεί τους πιστούς του δούλους Του. Ελάτε να πάρετε όλοι σας.

Ναι χριστιανοί μου. Ο Θεός, έκαμε το θαύμα του, όπως το κάνει και κάθε μέρα σε όλους εκείνους που ελεούν με όλη τους την καρδιά. «Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός». Και άλλωστε βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος ότι μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται.
Και τώρα σας ρωτώ χριστιανοί μου:
Είμαστε εμείς ελεήμονες; Δυστυχώς οι περισσότεροι από τους Νεοέλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς δεν είναι. Ελεήμονες σαν τον παππού και σαν τη γιαγιά, με αυτόν τον τρόπο εννοώ ελεήμονες. Δυστυχώς εμείς είμαστε οι κασιάρηδες. Άκαρδοι, άσπλαχνοι και τσιγκούνηδες. Και δεν ήσαν μόνο τα γερόντια αυτά, άνθρωποι της προσευχής, της αγρυπνίας και της ελεημοσύνης, αλλά ήσαν και σωστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, διότι τηρούσαν τις αργίες και τις νηστείες, έστω και στα γερατιά τους. Εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές. Εξομολογούντο και κοινωνούσαν των θείων μυστηρίων τακτικά. Έκαμαν πνευματικό αγώνα τη νύχτα και είχαν φόβον Θεού και πολλή αγάπη.

Τρίτη ιστορία από την ίδια κυρία.
Ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς – και αυτό το έζησα παιδί.
Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. Αφενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Ένα πρωί λέγει ο παππούς:
- Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος.
- Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς. Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς;
- Όχι, θα πάω.
Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε.
Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου.
Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα.
- Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος.
Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα.
Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τάκοψε.
Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς.
Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει:
- Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί.
-Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος.
- Ποιος ξένος;
- Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα.
- Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα.
- Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή.
- Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα.
Και στάθηκε για λίγο.
Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει:
- Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν.
Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα.
Αυτές είναι οι ζωντανές ιστορίες των αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών.
Αυτή ήταν η Τρίτη ιστορία.
Ιστορίες γεμάτο πίστη! Και αγάπη, και προσφορά και θυσία αλλά και σκέπη αγία του Αγίου μας Θεού.

Χριστιανοί μου, ο Θεός τα πιστά Του παιδιά δεν τα εγκαταλείπει. Τα βοηθάει ποικιλοτρόπως. Τα βοηθάει κάθε μέρα με θαύματα ανεξήγητα. Άλλη φορά φανερά και άλλη φορά κρυφά. Διότι Αυτός είναι η σκέπη μας, η βοήθειά μας, το καταφύγιό μας. Αυτός είναι το φώς, είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι η Ανάστασις. Αυτός είναι ο Άρτος της Ζωής ο εκ του Ουρανού καταβάς. Αυτός είναι το Ύδωρ το ζον, που ξεδιψάει τη διψασμένη ψυχή μας. Αυτός είναι ο Πλάστης και Δημιουργός μας. Αυτός είναι ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός, ο Σωτήρας του καθενός από μας χωριστά, ο οποίος εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη για την ημών σωτηρία. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι λοιπόν που μας τρέφει με το Σώμα Του και το Αίμα Του. Αυτός που συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Κάθε φορά που αμαρτάνουμε αλλά και μετανοούμε, που μας ελεεί, που μας αγαπά μέχρι Σταυρού.
Και που θα Τον βρούμε αυτόν τον Χριστόν; Που θα Τον βρούμε; Μα στην Εκκλησία! Στην Ορθόδοξη πίστη, στον εκκλησιασμό και στην Θεία Κοινωνία, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Στην Ιερά Εξομολόγηση και στα υπόλοιπα των Αγίων Μυστηρίων. Στην προσευχή, στις Ευαγγελικές εντολές, στην ελεημοσύνη, στην αγάπη προς τους εχθρούς, στην ήσυχη συνείδηση, στην ήρεμη καρδιά… Ναι, τον Χριστό θα Τον βρούμε μέσα στις καρδιές μας, διότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.

Χριστιανοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Να ψάξουμε όλοι μας να βρούμε τον Χριστόν, γιατί χωρίς Χριστόν, Χριστούγεννα και Πάσχα και κάθε άλλη γιορτή ΔΕΝ μπορούμε να γιορτάσουμε. Όχι λοιπόν στα μοντέρνα Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν!
Αλλά ναι, στα Ορθόδοξα Χριστούγεννα, με καθαρές καρδιές, με δάκρυα χαράς και μετανοίας, με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία, με προσευχή στα χείλη, με Δοξολογία στην καρδιά,
-
Αμήν!
 

Ένα κείμενο του 1896 του Αλ.Παπαδιαμάντη για το Νέο Έτος



Χρόνια Πολλά... Καλή Χρονιά!!! 

Υπάρχει ένα όχι πολύ γνωστό φιλολογικό σημείωμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο υπό μορφή πρωτοχρονιάτικου άρθρου δημοσιεύθηκε πριν από 115 χρόνια στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις».

Έχει τον τίτλο «Οιωνός», τίτλος ο οποίος σχετίζεται με την περίφημο ομηρικό στίχο –αποφθεγματική ρήσι/ομολογία φιλοπατρίας- (στο Μ 243) της Ιλιάδος: ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ, ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ (= Ένα είναι το καλύτερο σημάδι, ο καλύτερος οιωνός: το να πολεμάει κανείς υπερασπιζόμενος την πατρίδα του).

Σε αυτό το πρωτότυπο (και απίστευτα επίκαιρο) δημοσίευμα, ο άγιος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ενώ ξεκινά με μια διάθεσι φιλολογική (στην εισαγωγή του κάνει τρείς κειμενικές αναφορές σε αντίστοιχους κλασσικούς συγγραφείς, Όμηρο, Κικέρωνα και Πλάτωνα), συνεχίζει με μια σύντομη διήγησι, την οποία χρησιμοποιεί ως παράδειγμα (λίαν τολμηρό και στην σύλληψι καί στην διατύπωσι –ειδικά στο β’ μέρος του- όπως ίσως καταφέρουμε να καταδείξουμε σε προσεχή αναφορά μας) για το άστοχο της αναζήτησης «οιωνών, καλών δηλ. σημαδιών και ευνοϊκών προβλέψεων.

«Οι μόνοι αληθείς οιωνοί είναι τα πράγματα» επισημαίνει ο Παπαδιαμάντης και κλείνει το άρθρο του με μια σύντομη αναφορά στα εν εθνικά ζητήματα.

Σ’ αυτό το κομμάτι (που αναδεικνύει το όλο δημοσίευμα σε μαρτυρία μνημειώδους για τον μέγα Σκιαθίτη συγγραφέα πολιτικής τόλμης) με μια σειρά ρητορικών ερωτήσεων και κατάλληλων κριτικών τοποθετήσεων σε γλώσσα που σφύζει από το πάθος της φιλοπατρίας, αποδεικνύει πως «το αμύνεσθαι περι πάτρης» δεν συγκινεί την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας.

Αντίθετα, για την πνευματική και κοινωνική παρακμή, τον ηθικό εκφυλισμό, την πολιτική φαυλότητα ακόμα και αυτήν την οικονομική καταστροφή με την συντελεσθείσα (και ακόμα πρόσφατη τότε) χρεοκοπία της ορφανεμένης από φιλοπάτριδες ηγέτες χώρας μας, καταδεικνύει ως υπεύθυνους τους άστοργους (σαν …τις μητριές! -όπως λέει) πολιτικούς.

«Οἰωνός» Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος


Tὸ ἐκήρυξεν ὁ θεῖος Ὅμηρος πρὸ ἐτῶν τρισχιλίων: Εἷς οἰωνὸς ἄριστος !...

Εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ Ἕκτορος ὅλην τὴν ἀηδίαν, ὅσην τοῦ ἐνέπνεον κατὰ βάθος οἰωνοὶ καὶ οἰωνοσκόποι, καίτοι, λόγῳ τοῦ ἐπικοῦ ἀξιώματος, ἦτο ἠναγκασμένος, ὁ θεσπέσιος, νὰ περιγράφῃ μετὰ μεγάλης σοβαρότητος ὅλας τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις τῶν θυσιῶν, καὶ τῶν οἰωνῶν, καὶ τῶν μαντευμάτων.

Καὶ ὁ Κάτων, ὁ ἄκαμπτος Ρωμαῖος, εἶπε, χίλια ἔτη ὕστερον: Si augur augurem...

Δηλαδή, ἐὰν οἰωνοσκόπος συναντήσῃ οἰωνοσκόπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κράτησῃ τὰ γέλια...

Οἱ μόνοι ἀληθεῖς οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα. Πλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι συμβολικοί, ἐναέριοι ἢ ἐπίγειοι οἰωνοί, ἔρχονται ἐπικουρικῶς μόνον, διὰ ν' ἀνοίξουν τὰ ὄμματα τῶν τυφλῶν, ὅσοι δὲν βλέπουν τὰ πράγματα.

Ἀφοῦ αἰτήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀναγνώστην διὰ τὸ βάναυσον καὶ ὄχι πολὺ κόσμιον ἴσως τοῦ συμβόλου ἐνταῦθα, θὰ διηγηθῶ ἕνα οἰωνόν.

Ἕνα καιρόν, δύο νέοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μοὶ ἐτύγχανε, διὰ νὰ εἴπω κατὰ Πλάτωνα, ἐγγύτατα γένους ὤν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν, ἔκαμναν τὸν ἔρωτα εἰς μίαν νέαν, ἥτις δὲν εἶχεν εἴδησιν τοῦ πράγματος. Διότι εἶχεν ἴσως τόσους λατρευτάς, ὅσας χιλιάδας προῖκα. Δὲν εἶχε καιρὸν ἡ ἰδία, μὲ τὰς ἁβρὰς καὶ τρυφερὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τοὺς μεγάλους τακεροὺς ὀφθαλμούς της, νὰ μετρήσῃ οὔτε τὸν σωρὸν τῆς μιᾶς οὔτε τὴν ἄγελην τῶν ἄλλων.

Ἴσως οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἦσαν τόσον ὑγιῶς προικοθῆραι, ὅσον νοσηρῶς αἰσθηματικοί. Ἡ κόρη ἦτο χαριεστάτη. Μετεῖχε καλῶν αἰσθημάτων καὶ δὲν ἦτο ἄμοιρος καλῆς ἀγωγῆς. Ἐξαιρέσει τῆς οἰήσεως καὶ τοῦ ἐξιππασμοῦ τῶν νεοπλούτων, κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἄμεμπτος. Ἀδιάφορον ὅμως.

Ἓν δειλινόν, ἢ μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, φθινοπώρου ἀρχομένου, οἱ δύο νέοι ἐκάθηντο ὑπαίθριοι, χωριστὰ ὁ καθείς, ἔξωθεν ζυθοπωλείου, καὶ ἐκοίταζαν ἀντικρὺ τὸν ἐξώστην της. Ἐπερίμεναν πότε νὰ φανῇ. Ἤλπιζον νὰ πέση ἐπ' αὐτοὺς ἡ ματιά της ἢ ποθεινή.

Τὸ ἐλάχιστον τυχαῖον βλέμμα της ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὸ ἐκλάβουν ὡς σκόπιμον καὶ σημαντικόν, καὶ πλάττον εὐτυχίαν δι’ αὐτούς. Μωρότεροι τοῦ Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο ὄχι εἰς τὸ φεῦγον ρεῦμα τοῦ ρύακος, ἀλλ' εἰς τὸ ἀεικίνητον βλέμμα τῆς κόρης.

Ἡ κόρη ἐξῆλθεν. Ἐκοίταξεν ἐδῶ, ἐκοίταξεν ἐκεῖ, ἴσαξε τὰ μαλλιά της, ἔρριψε βλέμμα εἰς τοὺς δύο νέους, τοὺς ἀφῆκε νὰ τὴν κοιτάζουν καὶ νὰ χάσκουν, καὶ προσήλωσε τὸ ὄμμα εἰς ἕν ἀόριστον ὑψηλὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἢ τοῦ ὁρίζοντος, εἰς ἓν κωδωνοστάσιον ἢ ἓν νέφος. Ποῦ ἀλλοῦ;

Ἐντοσούτῳ ἐκεῖνοι τὴν ἐθώπευον, τὴν ἔτρωγον, τὴν ἔλειχον, τὴν ἐπιπίλιζον, ἐνετρύφων μὲ τὸ βλέμμα, καὶ ἦσαν οἰκτρῶς εὐτυχεῖς.

Ὅσον καὶ οἱ ἔγκλειστοι τῶν ὑγιεινῶν οἴκων.

Τέλος ὁ εἷς ἀπέσπασε τὸ ὄμμα.

Ἴσως τοῦ ἦλθεν ἀμυδρὰ ἡ συναίσθησις τοῦ κωμικοῦ.

Τὸ βλέμμα του ἔπεσε χαμαί, εἰς τὴν γῆν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν ἐξώστην, μία μεγάλη, λευκή, ὑπερήφανος σκύλα. Ὡραία σκύλα, γένους ἐκλεκτοῦ.

Ἡ σκύλα ἐχαμήλωνε κάτω τὴν κεφαλὴν καὶ ἔψαχνε καὶ ἐζήτει τροφήν.

Ὄπισθεν τῆς οὐρᾶς της ἵσταντο δύο μικρά, οἰκτρὰ κυνάρια. Τὰ δύο κυνάρια ἐμάχοντο μεταξὺ των, ἔγρυζον, ἔτριζον τοὺς ὀδόντας, καὶ ἐζήτουν, πότε τὸ ἕν, πότε τὸ ἄλλο (καὶ πάλιν αἰτῶ συγγνώμην), νὰ ἐπιβῶσι τῆς σκύλας.

Ἀλλὰ δὲν ἔφθαναν.

Τὰ νῶτα τῆς σκύλας ἦσαν πολὺ ὑψηλά.

Θὰ τοὺς ἐχρειάζετο σκαλωσιὰ διὰ ν' ἀναβῶσιν.

Ἡ μεγάλη, εὔμορφη σκύλα, οὔτε ἐγύριζε νὰ τὰ ἰδῇ, τὰ δύο κυνάρια. Ἔκυπτε χαμαί, ἐξηκολούθει νὰ ψάχνῃ, καὶ δὲν ἠνωχλεῖτο ποσῶς ἀπὸ τὰς παιδιὰς οὔτε ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις των.

Οὔτε τὰ ἐνεθάρρυνε, οὔτε τὰ ἀπεθάρρυνε. Προφανῶς, εἶχε πεποίθησιν εἰς τὰ ὑψηλὰ νῶτα της.

Τὰ δύο κυνάρια ἐξηκολούθουν νὰ μάχωνται, νὰ γρύζουν καὶ νὰ δαγκάνονται, ἑωσότου, τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασε μέγας, μαῦρος σκύλος.

Ὁ μαῦρος σκύλος ἐγαύγισε μεγαλοπρεπῶς, ἔδειξε τοὺς ὀδόντας, ἐφυγάδευσε τὰ δύο κυνάρια, καὶ ἔμεινε κύριος τοῦ πεδίου, ἐκρέμασε τὴν γλῶσσαν, ὠργίασεν, ἐγαύγισε... καὶ γαυγίζει ἀκόμη.

Τὸ σύμβολον ἦτο εὔγλωττον. Ὁ οἰωνὸς ὡμίλει ἀφ' ἑαυτοῦ.

Ὁ νέος ὁ εἷς, «ὁ ἐγγύτατα καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν», τὸ ἐνόησεν, ἔφυγε, καὶ ἀκόμη φεύγει, διότι δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μὲ τὸν μαῦρον σκύλον. Ὁ ἄλλος δὲν ἐβράδυνε νὰ τὸν ἀκολούθησῃ.

Ἀλλὰ τί ἐχρειάζετο ὁ οἰωνός;

Μήπως δὲν ἦσαν τὰ πράγματα; Μήπως δὲν ἦτο ἡ δυσαναλογία τοῦ πλούτου καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως, καὶ τὸ ὕψος τῶν νώτων;

Ὁμοίως, καὶ παντοῦ ἀλλοῦ.

Τί χρειάζεται ὁ οἰωνός;

Μήπως δὲν εἶναι τὰ πράγματα;

Εἷς οἰωνὸς ἄριστος. Ἀλλὰ τίς ἔβαλεν εἰς πρᾶξιν τὴν συμβουλὴν τοῦ θειοτάτου ἀρχαίου ποιητοῦ; Ἐκ τῆς παρούσης ἡμῶν γενεὰς τὶς ἠμύνθη περὶ πάτρης;

Ἠμύνθησαν περὶ πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοὶ τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου Γένους, τοῦ «στειρεύοντος πρὶν καὶ ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον»;

Ἄμυνα περὶ πάτρης δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεοκοπίας.

Τίς ἠμύνθη περὶ πάτρης;

Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.

Καὶ σήμερον, νέον ἔτος ἄρχεται. Καὶ πάλιν τί χρειάζονται οἱ οἰωνοί;
Οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα.


Μόνον ὁ λαὸς λέγει: «Κάθε πέρσι καλύτερα».

Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ ἀρχόμενον ἔτος νὰ μὴ εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ ἔτος τὸ φεῦγον.

Πηγή: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με τίτλο «Οιωνός» που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις την 01 Ιανουαρίου 1896.

Το κείμενό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με τίτλο «Οιωνός» που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις την 01 Ιανουαρίου 1896 είναι ένα κείμενο που συνδυάζει την αξίωση για ευσυνείδητη λειτουργία των θεσμών, με την πρόληψη της χρεοκοπίας σε ένα άλλο. Πόσο αληθινά είναι το λόγια του μεγάλου λογοτέχνη μας ακόμη και σήμερα!