Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΣΥΓΝΩΜΗ

ΖΗΤΟΥΜΕ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ ΤΟΥ ΙΛΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΜΠΟΝΑ.ΟΥΤΕ Η ΔΙΚΑΙΑ  ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙ ΤΗΝ ΛΕΞΗ ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΑΜΕΣΑ ΤΗΝ ΣΒΗΝΟΥΜΕ.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΡΟΜΠΟΝΑ




1.  ΠΟΣΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ  ΤΩΝ  ΟΙΚΟΠΕΔΩΝ;

2.ΠΟΣΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΗΡΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΠΕΔΩΝ;

3.ΠΟΣΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΤΟΚΟΙ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ;

4.ΠΟΣΟ ΚΟΣΤΙΣΕ Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ;

5.ΤΙ ΔΩΡΕΕΣ ΠΗΡΑΝ ΑΠΟ ΤΙΤΑΝ,ΜΟΣΧΟΥΣ.ΜΑΡΟΥΛΗ,ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΝΟΥ,Κ.Τ.Λ.;

6.ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΠΑΡΕΙ ΑΔΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ;

7.ΠΟΣΟ ΚΟΣΤΙΣΕ ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ;

8.ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΑΥΤΟ ΛΑΘΟΣ;



              ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΡΑ!

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτριος Νατσιός, Μιας οικονομικής κατάρρευσης προηγείται μια πνευματική ήττα

lonely-742719.jpg
 

Πλησίασε κάποτε ένας Ευρωπαίος, ένας Φράγκος, τον τροπαιούχο νομπελίστα μας ποιητή, Γιώργο Σεφέρη, πειράζων αυτόν και λέγων:
«Μα, πιστεύετε σοβαρά ότι είστε απόγονοι του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή ; Απάντησε ο ποιητής: Όχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον μαρμαρωμένο βασιλιά και τον Παπαφλέσσα, που ζύμωνε κάθε Πρωτοχρονιά την βασιλόπιτα και ένιωθε την ψυχή της να βουρκώνει την Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά το ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου». Βαθιά θεολογική η απάντηση του ποιητή. Το ερώτημα είναι πόσοι από μας μπορούν να δώσουν σήμερα την ίδια απόκριση.
Χριστούγεννα σε λίγες μέρες. «Η πασών των εορτών επεδήμησεν εορτή και την οικουμένην ευφροσύνης επλήρωσεν. Εορτή η των απάντων ακρόπολις, η πηγή και η ρίζα των παρ’ ημίν αγαθών δι’ ης ο ουρανός ηνεώχθη, πνεύμα κατεπέμφθη, τα διεστώτα ηνώθη, το σκότος εσβέσθη, το φως έλαμψεν, οι δούλοι γενόνασιν ελεύθεροι, οι εχθροί υοί, οι αλλότριοι κληρονόμοι...».
Είναι λόγια του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Από εχθροί, λέει ο άγιος, χάρις στην ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού, γίναμε υιοί. Όμως τα τελευταία χρόνια εγκαταλείψαμε τον πατρικό οίκοκαι περιπλανιόμαστε στις Λόντρες και τα Βερολίνα.
Άλλους η στείρα προγονολατρία, άλλους η ξενομανία και ο άκρατος πιθικισμός, άλλους ο παρασιτικός καταναλωτισμός και το διογκωμένο σύμπλεγμα κατωτερότητας μας οδήγησαν στην περιφρόνηση του μοναδικού αυτού θησαυρού, της παράδοσης της Ρωμηοσύνης. Γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα χωρίς Χριστό.
Μιας οικονομικής κατάρρευσης και κρίσης προηγείται μια πνευματική ήττα. Ηττηθήκαμε, γιατί ξεχάσαμε το ρωμαίικο ήθος. Το ήθος αυτό είναι η «έντιμος πενία» του Παπαδιαμάντη, το καθαρό μέτωπο των γονέων μας, το δόξα τω Θεώ των παππούδων μας, το χιλιοτραγουδισμένο φιλότιμο του λαού μας. Ηττηθήκαμε, μα ο πόλεμος δεν χάθηκε. «Ημείς νικώμεν, νικώντων των άλλων».(άγιος Νικόλαος Καβάσιλας).  Ρώτησαν έναν αγιορείτη μοναχό. Γέροντα η κρίση θα περάσει; Και αυτός απάντησε: «Δυστυχώς παιδί μου θα περάσει». Τα ολονύχτια ρεβεγιόν, τα πανάκριβα δώρα, τα διακοποδάνεια, το φάγωμεν, πίωμεν δεν είναι Χριστούγεννα. Ο προ αιώνων Θεός της ταπεινής φάτνης, άλλα μας διδάσκει.
«Τιμήσατε τον Θεόν πλέον της συνηθείας» λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Η κρίση είναι και ευκαιρία να επιστρέψουμε στο σπίτι του πατέρα μας, στην ηλιόλουστη Ορθοδοξία μας, να βρούμε τον εαυτό μας, να ξαναγίνουμε Ρωμιοί. «Όλα τα έθνη γιά να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω» έλεγε ο σοφός αθηναιογράφος Δημ. Καμπούρογλου. Πίσω, όχι ως στείρος συντηρητισμός, αλλά ως αναζήτηση της πηγής εξ ης ρέει το ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον, ο Χριστός. Και, ας μου επιτραπεί η φράση, πολλά ρουσφέτια ζητήσαμε από διάφορους τα προηγούμενα χρόνια. Για μας τους Ορθόδοξους μόνο ένα ρουσφέτι μας επιτρέπεται.«Ταις πρεσβείας της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Την μεσιτεία, το «πνευματικό ρουσφέτι» της Θεομάνας μας, ας ζητήσουμε γονυπετώς.
Η Παναγία μας είναι ελληνοσώτειρα. Διαβάζω την αφήγηση του Γάλλου ιησουίτη, περιηγητήRichardστα μέσα του 17αι., για την ζωή των υπόδουλων Ρωμηών.
«Πολλές φορές απορώ πως κατόρθωσε να επιβιώση η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πως υπάρχουν στην Ελλάδα εκατομμύρια Ορθόδοξοι. Και να σκεφθεί κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία... Και όμως οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν χριστιανοί. Νομίζω πως αυτό οφείλεται στη λατρεία που τρέφουν στην Παναγία... Σε όλα τα σπίτια βλέπεις εικόνες της Παναγίας. Είναι ο φρουρός ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτήν την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβεί κάτι κακό, ικετεύοντας τη βοήθειά της. Σ’ αυτήν απευθύνονται για να ευχαριστήσουν το Θεό, αν με τη δική της μεσολάβηση έλθει κάτι καλό στο σπιτικό τους... Ο ίδιος διαπίστωσα με πόση φυσικότητα, με πόση ευγλωττία και συγκίνηση μιλούν στις οικογενειακές τους κουβέντες γι’ αυτή τη βασίλισσα των Ουρανών».
 (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τόμ. 10, Αθήνα 1974, σ. 150).
Στα σχολεία, ας αφήσουν οι δάσκαλοι τις «Φρικαντέλες τις μάγισσες, που μισούν τα κάλαντα και διώχνουν τα σκουπιδόπαιδα που τα ψέλνουν» (βιβλίο γλώσσας Ε’ Δημοτικού, α’ τεύχος, σελίδα 26-27), τις «συνταγές μαγειρικής» κι ας συλλαβίσουν στους μαθητές τους τα μυρίπνοα άνθη της παράδοσής μας. Να τους μάθουν και κάποιο «τραγούδι του Θεού», όπως μας κανοναρχεί και ο μπαρμπα-Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης, το απολυτίκιο των Χριστουγέννων, το εξαίσιο κοντάκιον «Η Παρθένος σήμερον». Να μπει ο Χριστός στις τάξεις, να «ξεμουχλιάσουν» οι αίθουσες, να διασκορπιστούν οι αναθυμιάσεις της φραγκοεκπαίδευσης, στην οποία καταδικάσαμε τα παιδιά μας. (Εκπαίδευση που βγάζει «Ρωμανούς», εγωτικά μειράκια, μοσχοαναθρεμμένα από αξιολύπητους γονείς, «καταλληλα» για το παρανοϊκό κράτος).
Αυτές τις ημέρες οι μασκαράδες της τηλεοπτικής κερδεμπορίας, βάλθηκαν να μαγαρίσουν τα παιδιά με τις βρωμοδιαφημίσεις τρισάθλιων παιχνιδιών.
Αντί γιά το ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ, άνοιξαν τα σπήλαια του θεού μαμωνά της κατανάλωσης.
«Τέτοια μασκαριλίκια βλέπουν κι ακούνε τα παιδιά μας, κι η ψυχή τους πλάθεται “ελληνοπρεπώς”.... Κακόμοιρη Ελλάδα! Άλλες φορές παίδευες τον κόσμο κι έκανες παιδιά σου τους ξένους. Μα τώρα απόμεινες άκληρη, γιατί και τα δικά σου παιδιά δεν θέλουνε να σε ξέρουνε», βροντοφωνάζει ο Κόντογλου.
Ας προσθέσωκαι τα προφητικά, από το 1849, λόγια του περίφημου Μοναχού Κοσμά Φλαμιάτου, που έχουν διαχρονική και ετεροχρονική ισχύ. Ο Κοσμάς Φλαμιάτος στιγματίζει τους Ευρωπαίους, τους υιούς της ανομίας της Δύσεως, όπως τους ονομάζει, δηλαδή τους παράνομους και πονηρούς Ευρωπαίους, ως τους κύριους αίτιους κάθε «κρίσης» και γράφει: (Περιέχεται σε ομιλία που εκφώνησε, το 2013,  η εξαιρετική καθηγήτρια Μαρία Μαντουβάλου, στην Ι.Μ. Οσίου Νικοδήμου- κάστρο πραγματικό της Ορθοδοξίας, που δεσπόζει στο όρος Πάικο του ν. Κιλκίς- κατά την επέτειο της Άλωσης της Πόλης). «Ο υιός της ανομίας της Δύσεως είναι ο υπερόπτης, ο επηρμένος, αλαζονικός και υπερφίαλος απατεώνας και χλευαστής της χριστιανικής θρησκείας και δραστηριοποιείται, με ύπουλες κινήσεις, ώστε να ανεβάζει σε υψηλά αξιώματα και να επιβραβεύει με ανταμοιβές άτομα της απάτης και της διαφθοράς. Δεν αναπτύσσει δραστηριότητα μόνο για να ψηφίζονται νόμοι ολεθριότατοι, που προκαλούν καταστροφή, φθορά και αφανισμό, αλλά φροντίζει κρυφά με ύπουλες σκέψεις, μηχανορραφίες και δολοπλοκίες να καθιερώνονται πολιτικά συστήματα για την απονέκρωση και τον πλήρη μαρασμό της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της βιομηχανίας, της ναυτιλίας και του εμπορίου, ώστε με την γενική ένδεια, την έλλειψη των προς το ζην αναγκαίων, τη φτώχεια και την πλήρη καταστροφή, οικονομική και ηθική, αυτών που επιβουλεύεται και σκευωρεί σε βάρος τους, να μπορεί ο δόλιος να ενεργεί, ώστε να καταδυναστεύεται ο λαός, ενώ αυτός υποκρίνεται τον φίλο και σύμμαχο προκειμένου να διορθώσει τα επικείμενα δεινά, τις επαπειλούμενες συμφορές και δραστηριοποιείται έτσι, ώστε να φέρνει χρεοκοπία στα ταμεία, αλλά και να ενεργεί ύπουλα και δόλια, ώστε να επιβραβεύονται και να μισθοδοτούνται από το Ταμείο του κράτους και από τους ιδρώτες του επιβουλευόμενου λαού πολλά όργανα της προδοσίας».

Θέλουμε νά εἴμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό;

 

 Φωτίου Κόντογλου – 1965

  Όταν μιλήσεις στους ψευτοχριστιανούς για σκληρή άσκηση στο κορμί και στο πνεύμα για την αγάπη του Χριστού, θυμώνουνε, σε λένε φακίρη, ειδωλολάτρη, βάρβαρο.
Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού, μίλησέ του για τον ασκητισμό. Ο πιστός θα νοιώσει κατάνυξη, ο χλιαρός, δηλαδή ο ψεύτικος, ο άπιστος, θα διαμαρτυρηθεί.
Τι αν λέγει ο Χριστός: «Μακάριοι όσοι αφήσανε τα πάντα και μ’ ακολουθήσανε», ή «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», και πως «θλίψιν έξετε», και πως «στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»;
Εμείς θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό, δηλαδή χωρίς θλίψη πνευματική, χωρίς να σηκώνουμε τον σκληρό σταυρό, αλλά να περπατάμε στον πλατύν δρόμο. Αυτοί οι ψεύτικοι χριστιανοί, σαν τους μιλά κανένας για σκληρή και στερημένη ζωή, για θυσία, για άσκηση, λένε πως αυτά δεν τα θέλει ο Χριστός, και πως αυτά είναι παρακαμώματα.
Μα, ω ανόητε άνθρωπε, στον Χριστιανισμό, τίποτα δεν μπορεί να παραγίνει. Για όλα τα ανθρώπινα πράγματα μπορείς να πεις πως κάτι τι είναι παρακανωμένο, μονάχα για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει παρακάνωμα. Τί παρακάνωμα μπορεί να σηκώσει ακόμα το να αγαπάς αυτόν που σκότωσε τον πατέρα σου, τί παρακάνωμα μπορείς να κάνεις στο να σε χτυπήσουνε και στο άλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα να γίνει ακόμα στο να πεινάς και να διψάς την καταφρόνεση, στο να κάνεις όσα ζητά ο Θεός από εσένα, δηλαδή στο ν’ αγαπάς τους εχθρούς σου, να γλυκομιλάς αυτόν που σε βρίζει, να μην κρίνεις αυτόν που σε δικάζει, να ταπεινώνεσαι μπροστά στον πιο τιποτένιον άνθρωπο, κι’ όταν τα κάνεις όλα αυτά, να λες πως είσαι «αχρείος δούλος»;

Τι παρακάνωμα μπορεί να γίνει ακόμα στο να πιστέψεις πως θα αναστηθούνε τα σώματά μας αθάνατα ως να ανοιγοκλείσει το μάτι, και πως ο κόσμος όλος θ’ αλλάξει μονομιάς, και πως θα γίνει άλλος καινούριος κόσμος άφθαρτος; Λοιπόν υπάρχει τίποτα στον Χριστιανισμό που να μπορεί να παρακαμωθεί;
Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιο απίστευτο από όλα τα απίστευτα.
Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού είναι μια μοναχά, η πίστη. Και για την πίστη δεν υπάρχει κανένα παρακάνωμα. Ενώ για την απιστία υπάρχει η πονηρή φρονιμάδα, το μέτριο και ο συμβιβασμός. Γι’ αυτό οι τέτοιοι ψευτοχριστιανοί δεν αντέχουνε στη φωτιά της πίστεως και γυρίσανε τον Χριστιανισμό σε κάποιο σύστημα ηθικό, ωφέλιμο για την εγκόσμια ζωή, που γι’ αυτό δεν τους χρειάζεται ολότελα ο Χριστός. Γιατί ο άπιστος φοβάται, ενώ όποιος πιστεύει «ως λέων πέποιθε», κατά τον προφήτη.
Όποιος αγαπά τον Θεό, φλέγεται χωρίς να το δείχνει, χαίρεται χωρίς να γελά, συντρίβεται μέσα στον βυθό του εαυτού του. Η αγάπη που μας δίδαξε ο Χριστός είναι άλλο πράγμα από τη λεγόμενη φιλανθρωπία. Για τούτο οι φιλάνθρωποι δεν γεύουνται αυτή την αγάπη του Χριστού, που είναι «νερό που πηδά σε ζωή αιώνια». Οι φιλανθρωπίες που κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι είναι ένα χρέος κοινωνικό. Αυτοί οι φιλάνθρωποι, κι’ όποιος είναι πρακτικός άνθρωπος, δεν είναι χριστιανοί.
Όποιος αγαπά τον Χριστό και το Ευαγγέλιο του, αγαπά το πράγμα που αξίζει να αγαπηθεί πιο πολύ απ’ όλα. Μέσα στον Χριστό βρίσκεται ό,τι αξίζει την αγάπη, η ταπείνωση, ο πόνος, η πραότητα, η πνευματική θλίψη κ’ η πνευματική χαρά που είναι κ’ οι δυο γλυκές όταν γίνονται στ’ όνομα του Χριστού.
«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Να μας αναπαύσεις! Δεν θέλουμε ούτε να το ακούσουμε. Μα εμείς δεν θέλουμε ν’ αναπαυθούμε. Εμείς θέλουμε νά ‘μαστε φορτωμένοι, με τα πάθη μας, με τις έχθρες μας, με τους πολέμους, με τις φροντίδες της φιλοδοξίας, της σάρκας, με αίματα λερωμένοι, με πιστόλια, με κανόνια, με μπόμπες. Τι θα γίνουμε χωρίς αυτά, Κύριε ειρηνοποιέ; Πώς θα ζήσουμε έτσι αναπαυμένοι, με τι θα γεμίσουμε τον άδειο τον εαυτό μας, αφού για μας είναι ζωή μονάχα αυτά τα πράγματα.
Ειρήνη μας δίνεις, μα η ειρήνη είναι ο θάνατός μας, αφού είναι ο θάνατος των αγαπημένων μας παθών! Αν έλεγες «κ’ εγώ θα σας φορτώσω και άλλα τέτοια βάρη, που δεν τα γνωρίζετε, εγώ θα πλουτήσω την ψυχή σας και με άλλα τέτοια πλούτη, που να μη ειρηνέψετε ποτέ», τότε θα ερχόμαστε κοντά σου, θα σε παραδεχόμαστε για Θεό μας.
Εμείς θέλουμε θεούς που να μας φορτώνουνε, εκδικητικούς, σαν τον Άρη, σαν τον Δία, σαν τον Κρόνο, ψεύτες σαν τον Ερμή, σαν τους άλλους. Εμείς θέλουμε να ζούμε την κακία, γιατί αυτή είναι ζωντανή και δυνατή.
«Ναι, έρχου, Κύριε!» Κράζει με χαρά ο Ιωάννης στον Ερχόμενο επί Νεφελών στη Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νά ‘σαι άγιος, δίκαιος και μάλιστα νά ‘σαι Ιωάννης, για να χαίρεσαι πως θά ρθει ο Χριστός και να τον περιμένεις. Εμείς κράζουμε «μην έλθεις Κύριε». Γιατί είμαστε αμαρτωλοί και έρχεται η οργή του Κυρίου καταπάνω μας.
Με την «ατομική μπόμπα» τα συλλογίζουμαι αυτά. Μόλις μαθεύτηκε, φόβος επέπεσε επί πάσαν καρδίαν. Μακάριοι όσοι είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή! Αλλά αλλοίμονο! Ποιος είναι έτοιμος σαν τον Ιωάννην τον αγιώτατο από τους αγίους;
Όλοι μας φοβούμαστε μήπως έλθεις ως κλέπτης εν νυκτί (Λουκάς ΚΑ’). Οι άνθρωποι, αν τους βρίσεις ή λογοφέρεις μαζί τους, ή γράψεις γι’ αυτούς κακό, έρχεται ώρα που μπορεί να σου το συχωρέσουν. (Δεν βαρυέσαι, αδελφέ, ξέχασέ τα!).
Κείνο που δεν θα σου συγχωρέσουνε ποτέ και για το οποίο θα σε μισήσουνε, είναι να ζεις κατά τέτοιον τρόπο, που να ντρέπουνται εκείνοι για τη δική τους τη ζωή, νάναι η ζωή σου σαν ένας έλεγχος της δικής τους. Όποιος απογεύθηκε κατάκαρδα την ειρήνη του Χριστού, δεν βιάζει τον εαυτό του να ‘ναι φτωχός, μα θεληματικά ποθεί τη φτώχεια, και χάνει τη χαρά του σαν αποκτήσει κάτι τι παραπάνω, ας είναι και το πιο τιποτένιο πράγμα. Κι ό,τι είναι ταπεινό και φτωχικό και καταφρονεμένο, τ’ αγαπά κρυφά μέσα στην καρδιά του χωρίς να λέγει τίποτα σε κανέναν, γιατί ο ταπεινός αγαπά τη σιωπή και τη λησμονιά:
«Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας». Μόλις σκορπίσουνε οι πειρασμοί κι’ ανοίξει η πόρτα της ψεύτικης χαράς και της αναπαύσεως, κλείνει η πόρτα της αληθινής ευφροσύνης.
Αυτό το νοιώθει καθαρά ο Χριστιανός. Προσευχή. Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ’ έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ’ έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω.
Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερμηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο.
Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι’ όλες τις ψυχές σαν να ναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν να ναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία.
Φωτίου Κόντογλου – 1965

 http://www.agioritikovima.gr/thlogos/item/48395