Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Περί τής πτώσεως του Αδάμ

  Сила крста

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+) 
 
Μέρος Πρώτον: Στοιχεία Ορθοδόξου ανθρωπολογίας και Θεολογίας

8. Περί τής πτώσεως του Αδάμ
Οι Πατέρες λένε ότι κατά την πτώσι του άνθρωπου εσκοτίσθηκε ο νους του ανθρώπου. Εσκοτίσθη ο νους του Αδάμ. Δεν ασχολούνται οι Πατέρες με τον Αδάμ ως Αδάμ, άλλα με τον νουν του Αδάμ, ο οποίος Αδάμ αρρώστησε, επειδή εσκοτίσθηκε ο νους του. Οι Πατέρες μιλάνε για ασύνετον νουν. Παντού στην Πατερική γραμματεία το θέμα της πτώσεως είναι ο σκοτασμός του νοός του ανθρώπου.
Αλλά πώς εμείς ξέρομε ότι ο άνθρωπος έπεσε; Από την ιστορική περιγραφή της πτώσεως που αναφέρει η Αγία Γραφή; Και τι σημαίνει η πτώσις, τι σημαίνει Παράδεισος; Τι ήταν ο Παράδεισος; Υπάρχουν δύο Πατερικές παραδόσεις πάνω στο θέμα αυτό, τις οποίες συνοψίζει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος δίνει και τις δύο Πατερικές απόψεις, χωρίς ο ίδιος να λαμβάνη θέσι πάνω στο θέμα αυτό.
Η μία παράδοσις λέγει ότι στον Παράδεισο ο νους του Αδάμ ήταν φωτισμένος και η άλλη παράδοσις λέγει ότι ήταν εν θεοπτίαις ο νους του Αδάμ μέσα στον Παράδεισο. Και ότι αυτό ήταν ο παράδεισός του, το να βλέπη δηλαδή την δόξα του Θεού. Η Αλεξανδρινή παράδοσις ως και η παράδοσις της Καππαδοκίας (Μέγας Βασίλειος) λένε ότι ο νους του Αδάμ πριν την πτώσι ήταν εν θεοπτίαις. Η παράδοσις της Αντιοχείας (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) λέγει ότι ο νους ήταν απλώς φωτισμένος. [Βλ. Αθανασίου του Παρίου: Επιτομή (Συλλογή των Θείων της Πίστεως Δογμάτων), Λειψία, 1806, σσ. 256-257.].
Οι Πατέρες γνωρίζουν από την εμπειρία τους σε τι συνίσταται αυτός ο φωτισμός του νοός και είναι κατατεθειμένο μέσα στην Παράδοσι ότι ο φωτισμός του ανθρώπου είναι η κατοίκησις του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, οπότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και το ίδιο το Άγιο Πνεύμα του Θεού ενεργεί μέσα στον νου του ανθρώπου και τον φωτίζει. Και, αυτός ο άνθρωπος είναι ο φωτισμένος. Τέτοιος ήταν ο νους του Αδάμ, λέγει η παράδοσις της Αντιοχείας.
Στο αν ήταν φωτισμένος ο νους του Αδάμ πριν την πτώσι ή αν ήταν εν θεοπτίαις (δηλαδή σε κατάστασι διαρκούς θεώσεως), σ’ αυτό ο Δαμασκηνός δεν λαμβάνει καμμία θέσι. Γιατί; Διότι εκείνο που ενδιέφερε τον Πατέρα αυτόν της Εκκλησίας ήταν να δώση τις δύο εξηγήσεις, για το πώς ήταν ο νους και σκοτίστηκε. Αλλά εμείς πώς ξέρομε ότι ο νους του Αδάμ σκοτίσθηκε; Απλούστατα, διότι γνωρίζομε ότι εμείς οι ίδιοι τώρα έχομε εσκοτισμένον νουν. Και αυτός ο εσκοτισμένος νους θέλει θεραπεία. Η δε θεραπεία συνίσταται στην φώτισι και στην θέωσι. Έχει δηλαδή δύο φάσεις. Η θέωσις είναι πλήρης θεραπεία.
Αλλά τι σημαίνει εσκοτισμένος νους; Σημαίνει ότι η νοερά ενέργεια της καρδιάς του ανθρώπου δεν ενεργεί σωστά. Η νοερά ενέργεια αρχίζει να ενεργή σωστά μόνον όταν ο άνθρωπος περάση από κάθαρσι και φθάση στον φωτισμό. Μετά την πτώσι, ο νους είναι σκοτισμένος. Γιατί; Διότι είναι γεμάτος από λογισμούς και έχει σκοτισθή από αυτούς τους λογισμούς. Πότε συμβαίνει αυτό, το να σκοτισθή ο νους από τους λογισμούς; Συμβαίνει όταν οι λογισμοί της διανοίας κατεβούν στην καρδιά και γίνουν λογισμοί του νοός. Όταν γίνει σύγχυσις λογισμών μεταξύ λογικής και νοός. Υπάρχουν δηλαδή λογισμοί στον νουν, που δεν πρέπει να υπάρχουν εκεί, διότι ανήκουν στην λογική (στην διάνοια). O νους πρέπει να είναι τελείως άδειος από λογισμούς, ώστε να μπορεί να έλθη στον άνθρωπο το Πνεύμα το Άγιο να κατοικήση και να παραμείνη μέσα του.

πηγή

Οι Χριστοκάπηλοι και Χριστέμποροι παπόφιλοι του Φαναρίου

«Δεν χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως».





Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκίς
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν». Αυτή είναι η περίφημη απάντηση του «μεγάλου δουκός» Λουκά Νοταρά στον δύσμοιρο και ηρωϊκό αυτοκράτορα μας, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ο οποίος, για να σώσει την Πόλη από τους Τούρκους, δέχθηκε την υποδούλωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα.

Λίγα χρόνια ενωρίτερα, το 1438, ο αδελφός του Ιωάννης Η' ο Παλαιολόγος, παρά την ρητή εντολή του πατέρα του, συνετού αυτοκράτορα, Μανουήλ Παλαιολόγου- «φεύγε πάσαν απόπειραν ενώσεως προς τον Πάπαν» κατά τον Γ. Σφρανζή- για τους ίδιους λόγους, είχε αναγκαστεί, εν μέσω εκβιασμών και απειλών, να υπογράψει την «ένωση» των εκκλησιών στην μιαρά και ληστρική σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας. Τότε όμως τίποτε δεν είχε επιτευχθεί, γιατί είχε αντιδράσει σθεναρά ο αθλητής και στύλος της Ορθοδοξίας, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Μόνος σχεδόν ο
 άγιος ξεγύμνωσε την παπική αίρεση, αρνήθηκε να υπογράψει, έσωσε την Ορθοδοξία, έσωσε τον Ελληνισμό. Ο πάπας Ευγένιος ο Δ' υπέγραψε το «όρο» και ζήτησε να μάθει τι έκανε ο Μάρκος. Όταν έμαθε ότι ο κυριότερος αντίπαλος του αρνήθηκε, αναφώνησε την περίφημη φράση: «λοιπόν, ουδέν εποιήσαμεν». Και θα δολοφονούσαν σίγουρα τα παπικά όργανα τον άγιο, αν δεν αναλάμβανε την προστασία του ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Επιστρέφοντας στην Πόλη η αποστολή, ο λαός, ο εμμένων στερρώς στην ορθόδοξη πίστη των πατέρων του, τίμησε τον στύλο της
 Ορθοδοξίας, Μάρκο Ευγενικό, και αποδοκίμασε έντονα, προπηλάκισε σκαιώς, τους «Γραικολατίνους», τους ενωτικούς ιεράρχες. Γράφοντας στη συνέχεια ο Ευγενικός δύο εγκυκλίους κατά της «ψευδωνύμου ενώσεως», τις οποίες απηύθυνε «τοις απανταχού της γης και των νήσων ορθοδόξοις Χριστιανοίς», σημείωνε για τους εξωμότες παπόφιλους: « ...;φευκτέον αυτούς ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλών δήπου χείρονας, ως Χριστοκαπήλους και Χριστεμπόρους».( Ν. Βασιλειάδη, «Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωση των εκκλησιών», σελ.164).
Και η ιστορία  δικαίωσε τον άγιο και όχι τους εξωμότες Βησσαρίωνες και Ισίδωρους.(Ο εξωμότης Βησσαρίων, τον οποίο κάποιοι σήμερα, κυρίως ποντιακής καταγωγής, προσπαθούν να τον ...;αποκαταστήσουν, πρόδωσε την πάτριον πίστιν, προσχώρησε στον παπισμό, εγκατέλειψε το ποίμνιό του- ήταν επίσκοπος Τραπεζούντας- λίγο προ της αλώσεως, και για τις εκδουλεύσεις του στον πάπα «τιμήθηκε» με το αξίωμα του καρδινάλιου).

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν σταματούν οι παπικοί μισιονάριοι να διατρέχουν την σκλαβωμένη Ρωμιοσύνη και να πιέζουν τους υπόδουλους να προσχωρήσουν στον Παπισμό. Χαράγματα σε παλιούς ναούς της Σίφνου, γράφουν: «1610. Οι Φράγκοι θέλουν να μας αλλαξοπιστήσουν». «Οι Φραγκολεβαντίνοι θέλουν να μας φραγκέψουν, κατάρα στους Φράγκους» («Αντιπαπικά», Φ.Κόντογλου, σελ. 55).
Κατηγορούν, μάλιστα, τους Έλληνες πως έσβησε η αίγλη και η σοφία τους. Τους απαντά ο μαρτυρικός πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (περί το 1630). «Ημείς οι Ορθόδοξοι  Χριστιανοί, αν δεν έχομεν σοφίαν εξωτέραν (του κόσμου τούτου), έχομεν χάριτι Θεού, σοφίαν εσωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν μας και εις τούτο πάντοτε είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας και εις το να σηκώνομεν τον σταυρόν μας και χύνωμεν το αίμα μας διά την πίστιν και την αγάπην μας προς τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν.
Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. Και εις την Ελλάδαν, τώρα τριακοσίους χρόνους
 ευρίσκεται και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται διά να στέκουν εις την πίστιν των, και λάμπει η πίστις του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας ...;» (π. Θ.Ζήση, «Φραγκέψαμε», σελ. 67).
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός δικαιώνοντας την ρήση του Νοταρά για το τουρκικό φακιόλιον, έλεγε: «Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού, μας έστειλεν ο Θεός τον Άγιο Κωνσταντίνο και εστερέωσεν βασίλειον χριστιανικόν" και το είχαν οι Χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους Χριστιανούς και έφερε τον  Τούρκον και του το έδωσε διά ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Διά το ιδικόν μας συμφέρον" διότι τα άλλα έθνη (δηλαδή τα παπικά) θα μας έβλαπτον εις την πίστιν" ο Τούρκος άσπρα (δηλ. χρήματα) άμα του δώσεις, κάμνεις ό,τι θέλεις». (επ. Αυγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμάς ο Αιτωλός», σελ. 154).

Όσοι Ορθόδοξοι προσχώρησαν στον παπισμό, έδειξαν αργότερα στην επανάσταση ανάρμοστη εθνική συμπεριφορά. Ο ιστορικός του Αγώνα, Φιλήμων γράφει πως «την στιγμήν κατά την οποίαν το ελληνικόν άπαν κατά τε την Ευρώπην και την Ασίαν ηγωνίζετο προσφερόμενον θυσίαν υπέρ της κοινής πατρίδος, η διαγωγή των εν τοις νήσοις Ελλήνων του δυτικού δόγματος παρουσιάζει επονείδιστον και αποτρόπαιον στίγμα». Ψάξτε να βρείτε Συριανούς μπουρλοτιέρηδες και ναυμάχους. Δεν υπάρχουν, γιατί οι καραβοκύρηδες της Σύρου ήταν παπικοί. «Πολύ ολίγο
 εφάνησαν Έλληνες», συμπληρώνει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα «απομνημονεύματά» του για την γνωριμία του μ' έναν Γάλλο περιηγητή ονόματι «Μαλέρμπη». «Μου λέγει», γράφει, ο αγωνιστής, «ένα θα σας βλάψει εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτείνη η ιδέα σ' εσάς πολύ τυπωμένη». Του απαντά μεταξύ άλλων ο Μακρυγιάννης: «Του κάκου κοπιάζει η Ευρώπη ...; ότι χωρίς αρετή και θρησκεία δεν σχηματίζεται κοινωνία ...; και πράμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, όπου το βαστήξαμεν εις την τυραγνία του Τούρκου, δεν  το δίνομε τώρα, ούτε το καταφρονούμεν οι Έλληνες».
Τον συμβουλεύει ο στρατηγός να μην μιλάει περί θρησκείας στους Έλληνες. «Αυτός», όμως, «ήλθε ως κατηχητής. Πήγε εις τας επαρχίας κι άρχισε πάλε την κατήχησήν του ...; κι αν δεν σωφρονίζεται και ξαναμιλούσε διά θρησκεία, θα' μεναν τα κόκαλά του εις την Ελλάδα και τότε θα' λεγαν θεριά τους Έλληνες - διατί δεν θέλουν ν' αλλάξουν την θρησκείαν τους». («Απομνημονεύματα», εκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 729-730).

Όσο ήμασταν σκλαβωμένοι, κλήρος και λαός, ακολουθούσαν με ευλάβεια και ανδρεία το πατροπαράδοτον σέβας. Από τότε που ελευθερωθήκαμε και άρχισε «η μετακένωσις των φώτων, από το κοφίνια των αλλογενών (Ευρωπαίων), εις τα κοφίνια των Ελλήνων», (Κοραής), ξεκίνησε και πάλι η ύπουλη προσπάθεια υποδούλωσης της Ορθοδοξίας στον Παπισμό. Προσπάθεια που ανέλαβαν σήμερα να διεκπεραιώσουν κάποιες «πνευματικές» κεφαλές μας, παπολάτρες, «ψοφοδεείς που φροντίζουν διά την εξασφάλισιν του σαρκίου των και την καλοπέρασίν των, κάτω από την αιγίδα των αρχόντων του αιώνος τούτου, αδιαφορώντες διά πίστιν, διά αλήθειαν, διά σωτηρίαν ψυχής, διά παν υψηλόν, το οποίον καθιστά τον άνθρωπο από ζώο υλόφρον και σαρκικόν, αληθές τέκνο του Θεού». (Κόντογλου).

Έχει γίνει η πατρίδα μας περίγελως του κόσμου. Από τη μια οι γονατισμένοι πολιτικοί, οι δειλοί κεκράκτες της τουρκοελληνικής φιλίας και από την άλλη οι «νεοενωτικοί», οι Βησσαρίωνες της σήμερον, οι οποίοι απεργάζονται (βυσσοδομούν) την πνευματική άλωση του λαού μας. Όσοι αντιδρούν ...; είναι φανατικοί, σκοταδιστές.
«Οι αδιάφοροι και καιροσκόποι, οι θεωρούντες την Εκκλησίαν του Χριστού ως θεραπαινίδα πολιτικών και εγκοσμίων σκοπών, μας χαρακτηρίζουν ως φανατικούς και σκοταδιστές. Οι δε χριστιανοί με την σύγχρονον περί  Χριστιανισμού αντίληψιν, μας βλέπουν ως στενοκέφαλους και εστερημένους τής, τόσον κακοπαθούσης, υψίστης χριστιανικής αρετής, της αγάπης». (μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Ορθόδοξα Μελετήματα», εκδ. Ορθόδοξου Τύπου, σελ. 10.

«Τι πάθηκαν, τι γίνηκαν», οι αντρειωμένοι, οι ομολογητές; Θα επιτρέψουμε να χαθεί το, «συνόκαιρο του κόσμου», Γένος των Ελλήνων, να επέλθει η «αποφύλισις», όπως ονόμαζε τον αφανισμό μας ο ιστορικός του έθνους Κ. Παπαρρηγόπουλος; Πού είναι οι νέοι Μάρκοι Ευγενικοί, για να βροντοφωνάξουν το «ουχ υπογράφω»!

Κωστή Μπαστιά: Παπουλάκος


τού Κώστα Παπαδημητρίου, επ. Σχολικού Συμβούλου
Θά ήταν ασυγχώρητο λάθος, άν θεωρούσαμε τόν «Παπουλάκο» τού Κωστή Μπαστιά σάν ένα λογοτεχνικό είδος, ένα μυθιστόρημα π.χ. ή ένα άλλο είδος αφηγήματος. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ανάγκη έκφρασης τής πίστεως ενός Ορθόδοξου Χριστιανού. Είναι ένα έργο ειλικρίνειας, μιά στάση ζωής, πού ο συγγραφέας αντλεί τήν δύναμη από τίς κατασταλαγμένες ιδέες του καί τόν στέρεο μεταφυσικό του προσανατολισμό.
Σέ όλο αυτό τό έργο είναι φανερή η αγωνία τού Μπαστιά γιά τήν μοίρα τής Ορθοδοξίας καί τού Ελληνικού Έθνους. Καί είναι σταθερή η άποψή του ότι τό νεοελληνικό κράτος θά ξαναβρή τόν σωστό δρόμο, άν στραφή καί κτίση τό μέλλον του πάνω στίς στέρεες παραδόσεις τής νεοελληνικής Ορθοδοξίας.
Κόπηκε τό ρεύμα τών έργων τής ελληνικής λογοτεχνίας, πού στηριζόταν στήν παράδοση τού Βυζαντίου μέ τούς ανακαινιστές τού είδους καί κορυφαίο τόν Κοραή, καί ειδικά στά εκκλησιαστικά θέματα τόν Θεόκλητο Φαρμακίδη. Θιασώτης τού Ουμανισμού ο τελευταίος, μέχρι τό 1837, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στά εκκλησιαστικά προβλήματα. Στίς απόψεις τού Φαρμακίδη στηρίχθηκε ο Μάουερ καί μέ διάταγμα τού 1833 καθιέρωσε τήν ανεξαρτησία καί τό αυτοκέφαλο τής Ελληνικής Εκκλησίας, τήν υπαγωγή της στό κράτος καί τήν διάλυση εκατοντάδων ορθοδόξων μοναστηριών, όσων είχαν λιγότερους από πέντε μοναχούς.
Όπως ήταν φυσικό, αναπτύχθηκε γρήγορα καί η αντίδραση σ’ αυτόν τόν κατήφορο τής Ορθοδοξίας. Κάπως δειλά στήν αρχή καί ύστερα δυναμικά κάποιοι κορυφαίοι τών Γραμμάτων μας, όπως ο Ίων Δραγούμης, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Φώτος Πολίτης, ο Φώτης Κόντογλου καί προπαντός ο μεγάλος Παπαδιαμάντης, επεσήμαναν τίς αντινομίες καί τήν ανθελληνικότητα καί ανορθοδοξία τού νόμου τού Μάουερ καί επέκριναν τίς πολιτικές καί πνευματικές κατευθύνσεις του. Ο Μπαστιάς μέ τόν «Παπουλάκο» καί τά άλλα βιβλία του επάξια θεωρείται άξιος συνεχιστής τού έργου εκείνων.
Στό έργο αυτό προβάλλεται η νεοελληνική Ορθοδοξία. Τήν εκπροσωπεί ένας μοναχός, ο Παπουλάκος, πού κατά τόν Μπαστιά παίρνει επάνω του ολόκληρη τήν πνευματική, θρησκευτική καί πολιτική ζωή τής νεώτερης Ελλάδας. Γι’ αυτό λέμε πώς τό βιβλίο τούτο τού Μπαστιά δέν είναι μόνο λογοτεχνικό αφήγημα, αλλά καί ένα θεμελιακό δοκίμιο κριτικής τού νεώτερου ελληνικού πολιτισμού, πού κανείς δέν μπορεί νά τό αγνοήση ή νά τό προσπεράση αδιάφορος, όσο καί άν φαίνεται ξεπερασμένο. Είναι ένα έργο πού απλώνεται σέ πλήθος θεμάτων καί τά κρίνει από τήν σκοπιά τής νεοελληνικής Ορθοδοξίας καί αποδεικνύει τήν αντινομία ανάμεσα στήν παράδοση καί τήν σημερινή πραγματικότητα πού βιώνει τό Έθνος μας.
Ο Παπουλάκος -τό πραγματικό του όνομα Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος- γεννήθηκε τό 1790 μέ 1795 στό χωριό Άρμπουνα τών Καλαβρύτων. Νέος εξασκούσε τό επάγγελμα τού χασάπη. Σέ ώριμη ηλικία εγκατέλειψε τά εγκόσμια καί ασκήτεψε σέ ένα μοναστήρι πού έκτισε ο ίδιος. Έμαθε μόνος του γραφή καί ανάγνωση καί διάβασε πολλά εκκλησιαστικά βιβλία. Ύστερα άρχισε νά περιοδεύη στά χωριά τής Αχαΐας πρώτα καί μετά καί σέ άλλους νομούς. Δίδασκε τό Ευαγγέλιο, συγκέντρωνε τρόφιμα καί τά μοίραζε στούς φτωχούς. Διέθετε γλωσσική ευχέρεια καί σπάνια πειστικότητα. Ενθουσίαζε τούς ακροατές του καί τόν περίμεναν μέ θερμές υποδοχές. Τού απέδιδαν θαύματα καί έτρεχαν από παντού νά τόν συναντήσουν.

«Γιατί σιγά-σιγά απ’ όλον τό Μοριά, μπουλούκια-μπουλούκια οι Χριστιανοί μπαίνανε σέ σκούνες καί θαλασσοδερνόταν γιά νά φτάσουνε στήν Άντρο, ν’ ανεβούνε στό μοναστήρι καί νά προσκυνήσουν τό γέροντα. Τό ίδιο, καραβάνια προσκυνητές ξεμπαρκάριζαν από τή Σύρα, τήν Τήνο, τήν Κύμη, τήν Κάρυστο καί τίς Σποράδες. Φέρνανε μαζί τους τρόφιμα γιά τό γέροντα, αλλά καί τάματα γιά τήν εκκλησιά καί χαρίσματα στόν ηγούμενο». («Παπουλάκος» σελ. 244)

Καταφερόταν μέ πάθος κατά τής προόδου καί τού μοντερνισμού καί συνιστούσε τήν απλή παραδοσιακή ζωή.

«Γιά μαζέψτε τό νού σας καί συλλογιστήτε σάν μυαλωμένοι άνθρωποι κι όχι σάν ξιπασμένα όρνια τί είναι τάχα τά μεγάλα τούτα κατορθώματα τ’ ανθρώπου, πού τόσο διαλαλούνε οι σοφοί κι οι κυβερνήτες τού κόσμου; Αντίς νά κινιέται τό πλεούμενο μέ τή βοήθεια τ’ αγέρα αρμενίζει μέ τή φωτιά. Κι έπειτα;
Η φαρμακερή περηφάνεια τ’ ανθρώπου νά παραστήσει τό Θεό, είναι ρίζα σ’ όλα τά καμώματα. Αντίς όμως νά παραστήσει τό μικρό Θεό μέ τήν περηφάνεια του ο άνθρωπος παρασταίνει τό μικρό διάβολο. Γιατί τά έργα τής περηφάνειας δέν είναι έργα τού Θεού, αλλά παγίδες τού σατανά. Πασχίζει νά μικρύνει τόν καιρό καί νά κοντύνει τόν τόπο μόνο γιά ν’ αποχτήσει περισσότερο πλούτος καί βασανίζεται από τή λαχτάρα τού χρυσαφιού, γιατί θέλει μέ τή βοήθειά του νά ζεί άνομα κι ανώφελα. Κοροϊδεύει καί κοροϊδεύεται πώς τάχα μ’ όλα τούτα θά καλυτερέψει τ’ ανθρώπινο γένος, ενώ στό βάθος έγνοια είναι πώς νά ξεσπάσουν ατιμώρητα τά πάθια. Νά μπορεί ακίντυνα νά χορταίνει τή λαιμαργία του καί νά μπορεί χωρίς φόβο νά ζεί μέ κανόνα τήν πορνεία. Ο άνθρωπος πώχει γιά κανόνα τό λόγο τού Χριστού δέν έχει χρεία από τέτοια γιατρικά τού σατανά, γιατί ούτε λαίμαργος είναι, ούτε πόρνος, ούτε μοιχός, ούτε κλέφτης, ούτε ψεύτης, κοντολογίς δέν είναι περήφανος καί γιά τούτο δέ νοιάζεται νά μικρύνει τόν καιρό καί νά κοντύνει τόν τόπο. Όλα τούτα είναι τερτίπια τού σατανά, πού αδιάκοπα ποτίζει τό δέντρο τής περηφάνειας καί ξεγελά τόν άνθρωπο. Τά βαπόρια κι οι πιό τρανές ακόμα μηχανές πού θά σκαρφιστεί ο πλαταγμένος νούς τ’ ανθρώπου, δέν είναι δρόμοι πού θά τού χαρίσουν τή χαρά τής καρδιάς καί τής ψυχής τή γαλήνη. Κι όσα περσότερα βρεί, τόσο κοντήτερα θά νιώσει τήν κρυάδα τού θανάτου» (σελ. 169-171)

Αυστηρή θέση έπαιρνε καί στό είδος τών Γραμμάτων πού πρέπει νά μαθαίνουν οι άνθρωποι καί ποιά βιβλία νά διαβάζουν:

«Τ’ άθεα γράμματα παραμέρισαν τούς άγιους καί τούς αγωνιστές καί βάλανε στό κεφάλι τού έθνους ξένους κι άπιστους γραμματισμένους, πού πάνε νά νοθέψουνε τή ζωή μας. Τ’ άθεα γράμματα κόψανε τό δρόμο τού έθνους και τ’ αμποδάνε νά χαρεί τή λευτεριά του. Είναι ντροπή μας, ένα γένος πού μέ τό αίμα του πύργωσε τή λευτεριά του, πού πορπάτησε τή δύσκολη ανηφοριά, νά παραδεχτεί πώς δέν μπορεί νά πορπατήσει στόν ίσιο δρόμο άμα ειρήνεψε κι ότι δέν ξέρουμε μείς νά συγυρίσουμε τό σπίτι, πού μέ τό αίμα μας λευτερώσαμε, αλλά ξέρουν νά τό συγυρίσουν εκείνοι πού δέν πολέμησαν, εκείνοι πού δέν πίστεψαν στόν αγώνα, εκείνοι πού πάνε νά μάς αποκόψουνε από τό Χριστό, καί πασχίζουνε νά μάς ρίξουνε στή σκλαβιά άλλων αφεντάδων, πούναι πιό δαιμονισμένοι από τούς Τούρκους. Γιατί καί κείνα πού σεβάστηκεν ο Τούρκος, τ’ άθεα γράμματα τά πατάνε καί πάνε νά τά ξερριζώσουνε. Αφανίζουνε μοναστήρια, πομπεύουνε τούς καλογέρους καί τίς καλόγριες, κλέβουνε τ’ άγια δισκοπότηρα καί τά πουλάνε γι’ ασήμι πού θά στολίσει τίς βρωμογυναίκες. Αρπάζουνε τ’ άγια τών αγίων καί τά βάζουνε κάτω από τά πόδια τής εξουσίας τους, πού τά ορίζει κατά τά νιτερέσα της. Τ’ άθεα γράμματα υφαίνουνε τό σάβανο τού γένους. Αυτά λοιπόν τά γράμματα θά μάθουμε στά παιδιά μας;» (σελ. 171)
«Γιά τούτο ένας δρόμος μάς μένει πρός σωτηρία: Ο λόγος τού Χριστού. Τά Βαγγέλια, οι Ψαλμοί, τό Χτοήχι. Σέ τούτα τά βιβλία είναι μαζωμένη όλη η σοφία τού κόσμου, όλη η αλάθευτη γνώση, κι αυτά μονάχα μπορούν ν’ ανταποκριθούν στόν άνθρωπο, πού ρωτά καί πού διψά νά μάθει. Όξω απ’ αυτά γνώση καί αλήθεια δέν υπάρχουν. Νά τά μάθετε λοιπόν γράμματα τά παιδιά σας, αλλά νά τά μάθετε γράμματα τού Θεού κι όχι γράμματα τού διαβόλου. Υπάρχουνε δυό λογιώ γράμματα, αδέρφια μου, συνέχισε ο Παπουλάκος. Τά θεοτικά γράμματα καί τ’ άθεα γράμματα. Ο πατέρας τού Έθνους, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μάς ορμήνεψε νά μαθαίνουμε γράμματα, αλλά μάς δίδαξε ν’ ακονίζουμε τό μυαλό μας στό ακόνι τού Χριστού.
Τ’ άθεα γράμματα είναι η ρίζα κάθε συμφοράς, Χριστιανοί μου. Σ’ αυτά έχουνε θεμελιωθεί όλου τού κόσμου οι συμφορές. Αυτά πασχίζουν νά σβύσουν από τά μάτια μας τήν άγια όψη τού Χριστού μας κι αυτά μάς μαθαίνουνε πώς χρεία μας είναι τό μίσος κι ο φτόνος κι όχι η αγάπη κι η ελεημοσύνη. Μιλλιούνια ανθρώποι πλανήθηκαν απ’ αυτή τήν ξεγελάστρα μάθηση, κι ακουμπήσαν απάνω της, γιά νά κοιμηθούν ξέγνοιαστοι. Δέν τά κατάφεραν όμως. Τούς ξύπνησαν τά ουρλιάσματα τού πολέμου καί τού αφανισμού. Τό τέλος καί τό δικό τους καί τών παιδιών τους καί τών παιδιών τών παιδιών τους, στάθηκε πιό φοβερό. Τέτοια γνώση είναι καρπός τής περηφάνειας, πού είναι τό πιό θανάσιμο κρίμα, είναι τό ψήλωμα τού νού, είναι κατάρα Θεού, πού στέλνει ολόϊσα στήν κόλαση» (σελ. 115-116).

Συχνά ομιλεί γιά τήν κλεψιά καί τήν πλεονεξία τών ανθρώπων. Σέ μιά ομιλία του στό χωριό Τρόπαια είπε καί τούτα:

«Σάς έκραξα, είπε, γιά νά σάς μιλήσω. Ο Θεός έχει γυρίσει τό πρόσωπό του απ’ τά Τρόπαια καί γι’ αυτό έπεσε τόσο θανατικό καί τόση φτώχεια. Κι άμα ο Θεός σηκώσει τό μάτι του από έναν τόπο, εκεί στήνει τό βασίλειό του ο σατανάς. Καί μάθετε πώς ο διάβολος έχει κυκλώσει απ’ ολούθε τά Τρόπαια κι ούτε χαΐρι, ούτε προκοπή θά δήτε, άν δέν πέσετε σέ βαρειά νηστεία καί προσευχή καί ταξίματα. Κι η προκοπή πού έχω εγώ στό νού μου, δέν είναι κείνη πού βάζετε ελόγου σας μέ τό χαλασμένο μυαλό σας, αλλά προκοπή σέ πράματα αγιοτικά, προκοπή στό θέλημα τού Χριστού μας. Μή διψάτε χρυσάφι, γιατί είναι πράμα τού διαβόλου κι όχι τού Χριστού μας. Μέσα δώ, στά Τρόπαια ζούνε ανάμεσά μας άνθρωποι καταραμένοι, όργανα τού διαβόλου, πού μαζώξανε τό χρυσάφι μέ τό ψέμα, μέ τό δόλο, ρουφώντας τό αίμα σας, επειδή τάχα σάς ευκολύνανε ν’ αγοράσετε τό χωράφι σας ή νά πάρετε τό ζωντανό σας. Αυτοί είναι πιό καταραμένοι κι από τό φονιά, είναι οι πιό κριματισμένοι άνθρωποι καί μέσα τους αντί γιά ψυχή, φωλιάζει ο σατανάς. Ένας απ’ αυτούς, τούτη τή νύχτα κιόλας, θά πλερώσει στό δαίμονα όλα του τά χρέγια, δίνοντάς του τή μαύρη καί κολασμένη ψυχή του. Τούτη κιόλας τή νύχτα...» (σελ. 109)

Καί όταν σέ άλλο χωριό κάποιος άπληστος προύχοντας, Αντρέας τό όνομά του, πήγε νά τού δώση φιλοδωρήματα γιά νά ξεφορτωθή τόν έλεγχό του πήρε τήν απάντηση:

«-Εγώ δέν έχω χρεία από χαρίσματα. Ένα κομμάτι ψωμί, ένας καρπός από δέντρο, λίγο χόρτο καί λίγο τρεχάμενο νερό θά βρίσκουνται πάντοτε γιά νά θραφώ. Δέ χρειάζουμαι περισσότερα. Κείνο πού λείπει είναι η θροφή τής ψυχής. Γιατί τό κορμί μας θά λυώσει σ’ ένα μνημούρι, Αντρέα, η ψυχή μας όμως δέ θά λυώσει, αλλά θά ζήσει κατά τά έργα μας. Αυτή μόνη θά γνωρίσει παράδεισο ή κόλαση. Για τή ζωή τής ψυχής σου μπήκα στό σπίτι σου ξέροντας πώς θά μέ κακοδεχτείς». (σελ. 104).
Παράλληλα όμως μέ τά πλήθη τών οπαδών του αυξάνονταν καί οι εχθροί του. Καί αυτοί προέρχονταν περισσότερο από τίς πλουσιότερες τάξεις, τόν ανώτερο Κλήρο καί τούς μορφωμένους. Τόν κατηγορούν ότι είναι αγράμματος, λέει ψέματα, ξεγελάει τόν απλοϊκό κόσμο μέ τίς ανοησίες του. Ο Παπουλάκος δέν αργεί σέ ομιλία του νά απαντήση:

«-Οι δεσποτάδες στήν Αθήνα, είπε, μέ κατηγοράνε καί μέ καταφρονάνε επειδή, λέει, είμαι αγράμματος. Αυτοί όμως πού είναι σπουδαγμένοι στά θεολογικά καί γραμματισμένοι ποιμενάρχες τί κάνουνε γιά νά φυλάξουνε τήν Άμπελο τού Κυρίου; Εσείς πού είστε τό τίμιο καί αγαθό ποίμνιο τού Χριστού καί Σωτήρα μας, πού τούς ειδατε καί πού τούς ανταμώσατε; Θυμάστε ν’ ακούσατε από τά χείλια τους τό λόγο τού Χριστού; Σέ τί λοιπόν είναι χρήσιμη η σπουδή, άν δέν μπορεί νά θρέψει τό πεινασμένο πνεύμα σας καί τήν ψυχή σας; Τί αξίζει τόση σπουδή, άν δέν μπορεί νά σταλάξει στά ξαναμένα χείλη σας μιά στάλα θεϊκής δροσιάς, άν δέν μπορεί νά γίνει λόγος παρηγοριάς στίς συμφορές σας καί δέν έχει τή δύναμη νά σάς ψυχώσει, ώστε νά μπορείτε νά στέκεστε ορθοί κι αλύγιστοι στούς πειρασμούς τού εωσφόρου, καθώς στέκεται τό κυπαρίσσι όταν τό ταλανίζουν οι άγριοι αγέρηδες; Τέτοια σπουδή είναι σάν τό άκαρπο δέντρο, πού πρέπει νά κόβεται καί νά γίνεται κούτσουρο γιά τή φωτιά. Τέτοια άκαρπη κι ανώφελη σπουδή είναι πράμα τού σατανά, είναι η κακή κοπριά πού κοπρίζει γιά νά φουντώσουν τ’ αγκάθια κι οι τριβόλοι τής περηφάνειας». (σελ. 170)

Ανησυχούν όμως καί οι Αρχές βλέποντας τόν φανατισμένο κόσμο νά τόν ακολουθή. Καί περισσότερο, όταν ανοιχτά καταφέρεται κατά τών Αρχών:

« Ποιός όμως από τούς αρχόντους πού μάς κυβερνάνε έχει τή δύναμη νά σηκώσει τό ρούχο σας καί νά φανερώσει στά ίδια σας τά μάτια τίς πληγές σας; Κανένας. Γιατί είναι οι ίδιοι βρώμικοι καί λωβιαμένοι, αισχροί καί άτιμοι καί γιομάτοι τόσο έμπυο, πού ο καθένας θά τούς έλεγε κατάμουτρα γιατρούς ανήμπορους νά γιατρέψουνε τίς ξένες πληγές αφού δέν μπορούν νά γιατρέψουν τίς δικές τους. Ζυμωμένοι στήν ψευτιά λαχανιάζουνε αναμεταξύ τους, πώς θά ξεπεράσει ο ένας τόν άλλον στό κρίμα. Κι όντας τέτοιοι ορμηνεύουνε τό λαό καί κανονίζουνε μέ νόμους πώς νά κυβερνηθεί τό μυαλό καί η ψυχή τών παιδιών μας. Αυτοί πού προδίνουνε ολημερίς τό στεφάνι τους καί ξαδιάντροπα γυρίζουν μέ παλακίδες, αυτοί πού έχουνε κάνει νόμο καί κανόνα τήν πουτανιά μιλάνε γιά νόμο καί γι’ αλήθεια...
Όλοι σας είστε βουτημένοι στήν αμαρτία, όλοι σας έχετε κλέψει, όλοι σας έχετε ψευτίσει, όλοι σας έχετε πιθυμήσει τή γυναίκα τού γείτονα ή τού ξένου, όλοι σας έχετε μοιχέψει μέ τό νού καί μέ τήν πράξη, όλοι σας έχετε κλείσει σατανικά τά μάτια στίς πληγές τού αδερφού σας καί τ’ αυτιά σας στόν βόγγο τών άρρωστων καί τού κυνηγημένου». (σελ. 204-205)
Δέν τόν ανέχονται οι Αρχές άλλο. Μέ εισήγηση τής Ιεράς Συνόδου η κυβέρνηση διατάζει τόν Γενναίο Κολοκοτρώνη νά τόν συλλάβη. Ο λαός αντιστέκεται καί, δυστυχώς, βρίσκεται ένας δικός του άνθρωπος νά τόν προδώση καί νά συλληφθή. Είπαν πώς θέλουν νά τόν δικάσουν, μά δίκη δέν γινόταν. Τόν έκλεισαν σ’ ένα μοναστήρι στήν Άνδρο. Καί από τόν σιδερόφραχτο όμως φεγγίτη τού κελιού του ο Παπουλάκος εξαπέλυσε μύδρους εναντίον τών διωκτών του. Τόν άκουε ο λαός πού είχε πλημμυρίσει τήν αυλή τού μοναστηριού. Είπε καί τούτα:

«Ο λόγος τού Χριστού δέν δένεται, φώναξε. Ο σπόρος πού έσπειρε έχει καταχωνιαστεί σέ τέτοιο βάθος, πού όσο καί νά σκαλίσουν οι τύραννοι καί οι άπιστοι δέν θά καταφέρουν νά τόν αφανίσουν. Πλούσια θ’ ανθίσει η βλάστηση καί νικητής θάναι πάντα ο Χριστός. Δέν θά περάσουν χρόνια καί οι τύραννοι θά πλερώσουν σέ τούτον κιόλας τόν κόσμο τά κρίματά τους. Μήν πιστεύετε στίς φοβέρες τών τραμπούκων. Τά έργα τους φανερώνουν τρόμο κι οι ίδιοι τρέμουνε σάν τούς κυνηγημένους λαγούς. Καταντήσανε νά φοβούνται καί τόν ίσκιο τους κι από τό φόβο τους δέν μέ δικάζουνε, γιατί μιά τέτοια κρίση όσο κι άν είναι κυβερνημένη απ’ αυτούς θά πέσει πάνω στά κριματισμένα κεφάλια τους. Φοβούνται ν’ ακούσουν καί τή φωνή μου καί ν’ αντικρύσουν τό σκούφο μου. Χρόνια ζητάω νά κριθώ κι αντίς νά μέ κρίνουν μέ φυλακώνουν άκριτον καί πιστεύουν πώς δένουν έτσι τό λόγο τού Θεού. Άδικος όμως ο κόπος τους. Φοβερό αστροπελέκι θά πέσει στά κεφάλια τους καί θά τούς κάμει στάχτη σάν τά Σόδομα καί Γόμορα». (σελ. 244).

Τί ήταν, λοιπόν, αυτός ο Παπουλάκος; Ένας άγιος, ένας ψευδαπόστολος αγύρτης; Οπωσδήποτε υπήρξε ένα αληθινό πρόσωπο, αλλά καί ένας θρύλος. Δέν πέρασαν πολλά χρόνια από τίς μέρες του μέχρι σήμερα καί όμως δέν έχει τήν ίδια θέση στά ιστορικά κείμενα. Βασικοί ιστορικοί τής νεώτερης Ελλάδας, όπως ο Κόκκινος, ο Φωτιάδης κ.ά. θεωρούν τόν Παπουλάκο έναν κοινό αγύρτη. Χιλιάδες, όμως, πιστοί Χριστιανοί, μεταξύ τών οποίων θεολόγοι καί ιερωμένοι, τόν πιστεύουν ως άγιο. Σημασία έχει, όμως, όποια καί άν είναι η αλήθεια, πώς ο Μπαστιάς έβαλε στό στόμα αυτού τού ήρωά του τήν κεντρική ιδέα τού θείου λόγου τής Ορθοδοξίας καί τόν επενδύει μέ μιά λαϊκή γλώσσα, απλή καί κατανοητή, θερμή καί πειστική, πού θυμίζει τά ανάλογα κηρύγματα τού Κοσμά τού Αιτωλού.
Κανένας άλλος από τούς λογοτέχνες μας δέν έσκυψε μέ τόση αγάπη καί κατανόηση στόν θρησκευόμενο Νεοέλληνα. Τού έδωσε ένα πρότυπο Χριστιανού πού εξελίσσεται μέσα από εσωτερικές καί εξωτερικές δοκιμασίες, τήν αβεβαιότητα καί τήν εχθρότητα τού κατεστημένου, στήν τελική νίκη. Υψώνει τόν ήρωά του σέ σύμβολο πού ενσαρκώνει καί τίς δικές του ιδέες καί τών ομοϊδεατών του καί οι οποίες γίνονται όπλο γιά τήν υπεράσπιση τής Ορθοδοξίας από τά δυτικά θρησκευτικά πρότυπα. Σέ όλο αυτό τό μυθιστόρημα στήνει ένα σκηνικό πού παίζεται ένα δράμα προβλημάτων, πεποιθήσεων καί εθνικών προβληματισμών καί μέσα από τήν δραματική πορεία τού ήρωά του προβάλλει δικούς του προβληματισμούς καί ιδέες.
Από λογοτεχικής απόψεως ο «Παπουλάκος» είναι ένα αφήγημα οργανωμένο μέ πολλή μαστοριά, πού τοποθετεί τόν Μπαστιά στούς μεγάλους πεζογράφους μας. Έχει τόση ζωντάνεια καί παραστατικότητα, πού δύσκολα ξεχωρίζουμε πού σταματάει τό πραγματικό καί αρχίζει τό φανταστικό. Καί η φωνή τού Παπουλάκου είναι παντού παρούσα. Υπάρχουν σελίδες συγκλονιστικές πού πείθουν πώς ο ήρωάς του ήταν ένας άγιος καί ένας μάρτυρας.
Γιά νά συμφωνήση όμως σ’ αυτό κάποιος, πρέπει νά έχη σχέση μέ τήν Ορθόδοξη παράδοση. Αλλιώς θά συμφωνήση μέ τόν κριτικό Γιάννη Χατζίνη, ο οποίος παραδέχεται τόν Μπαστιά ως μεγάλο λογοτέχνη, αλλά στόν «Παπουλάκο» «δέν είδε βαθύτερα πώς τά όρια μεταξύ αγιωσύνης καί αγυρτείας συγχέονται σέ τέτοιες περιπτώσεις» (Περιοδικό Νέα Εστία» τόμ. 52, σελ. 1107) 

πηγή

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης: «Διώχνουμε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν παιδεία, γιὰ νὰ τὴν κάνουμε πανθρησκειακὴ»

Ἀπὸ τὴν κρίση στὴν ἐλπίδα
Ἀρχιμανδρίτης πατὴρ Γεώργιος Καψάνης, Ἡγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους.
Τα εφετινὰ Χριστούγεννα βρίσκουν τὸν λαό μας σὲ κρίσιμη ἀκόμη κατάστασι. Οἱ ἐπικυρίαρχοι δανεισταὶ μᾶς ἐπιβάλλουν ὅλο καὶ πιὸ δυσβάστακτες φορολογίες. Οἱ νέοι μας μαστίζονται ἀπὸ τὴν ἀνεργία. Οἱ ἡλικιωμένοι βιώνουν πρωτοφανῆ ἀνασφάλεια. Γιὰ πολλοὺς χάθηκε ἡ ἐλπίδα. Συνάνθρωποί μας δὲν ἀντέχουν πλέον τὴν οἰκονομικὴ δυσπραγία. Οἱ περισσότεροι ἀγωνιοῦν γιὰ περαιτέρω συνέπειες. Κάποιοι ἀπελπίζονται καί, δυστυχῶς, ὠρισμένοι αὐτοκτονοῦν.
Στὴν προσπάθεια νὰ δοθῆ κάποια λύσις γίνονται πολιτικές, οἰκονομικὲς καὶ ἄλλες ἀναλύσεις, γιὰ νὰ βρεθῆ τί φταίει, τί μᾶς ὠδήγησε μέχρις ἐδῶ.
Οἱ πιστοὶ ἄνθρωποι ὅμως θέτουν ἀλλοιῶς τὸ ἐρώτημα: Τί θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς; Γιατί ἐπέτρεψε αὐτὴ τὴν δοκιμασία; Ἀναζητοῦν τὴν αἰτία μὲ ἐλπίδα σὲ Ἐκεῖνον ποὺ προνοεῖ μὲ ἀγάπη γιὰ τὸν κόσμο του.
Αἰσθανόμαστε ἀδύναμοι καὶ πτωχοί, γιὰ νὰ δώσουμε...
μία δική μας ἀνθρώπινη ἀπάντησι. Γι’ αὐτὸ προσφεύγουμε στὸν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως καταγράφηκε στὶς Ἅγιες Γραφές, διότι αὐτὸς φανερώνει τοὺς ἀπορρήτους λόγους τῆς Ἱστορίας, ποὺ εἶναι ἄγνωστοι καὶ ἀκατανόητοι σὲ ὅσους δὲν τὴν βλέπουν ὡς φιλάνθρωπη παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ δοκιμασία ποὺ περνᾶμε σήμερα ἔχει πολλὲς ὁμοιότητες μὲ τὴν ταλαιπωρία τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἑβδομηκονταετῆ αἰχμαλωσία του στὴν Βαβυλώνα. Τὸ κράτος τῶν Ἰουδαίων εἶχε καταλυθῆ ἀπὸ τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα, ὁ Ναὸς τοῦ Σολομῶντος εἶχε καταστραφῆ, τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ εἶχαν διαρπαγὴ καὶ ὁ λαὸς ἁλυσοδεμένος μεταφέρθηκε στὴν Βαβυλώνα. Ἡ θλίψις τοῦ λαοῦ γιὰ τὸν ξεριζωμὸ καὶ ἡ δυστυχία τῆς σκλαβιᾶς ἤσαν ἀπερίγραπτες. Ὁ θρῆνος καὶ ὁ ὀδυρμὸς γιὰ τὴν χαμένη ἐπίγεια Ἱερουσαλὴμ ἦταν καθημερινὸς τρόπος ζωῆς. Στὶς ὄχθες τῶν ποταμῶν τῆς Βαβυλώνας μοιρολογοῦσαν φέρνοντας στὴν μνήμη τοὺς τὴν Ἱερουσαλήμ: «Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἠμᾶς τῆς Σιῶν». Στὶς παρόχθιες ἰτιὲς κρεμοῦσαν οἱ ταλαίπωροι αἰχμάλωτοι τὰ μουσικά τους ὄργανα. Δὲν ἤθελαν νὰ τραγουδήσουν τὰ ἱερά τους ἄσματα σὲ ξένη γῆ. «Πῶς ἄσομαι τὴν ὠδὴν Κυρίου ἐπὶ γὴς ἀλλοτρίας;». Δὲν ἤθελαν νὰ λησμονήσουν ὅτι ἡ ἐπίγεια πατρίδα τους, ἐρημωμένη καὶ κατεσκαμμένη, τοὺς περιμένει. Ἡ λησμοσύνη θὰ ἦταν ἡ ὁλοκληρωτική τους καταστροφή. Νὰ ξεραθῆ τὸ χέρι μου, νὰ χάσω τὴν λαλιά μου, ἔλεγαν θρηνητικά, ἂν σὲ ξεχάσω, Ἱερουσαλήμ, ἂν δὲν σὲ ἔχω σὰν τὴν πρώτη μου λαχτάρα: «Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μὴ σοὺ μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχὴ τῆς εὐφροσύνης μου» (Ψάλμ. 136).
Ἀνάμεσα σὲ αὐτὸν τὸν λαὸ ἔζησαν συναιχμάλωτοι καὶ τέσσερις εὐγενεῖς νέοι, ὁ προφήτης Δανιὴλ καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες, Ἀνανίας, Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ. Ἀνατράφηκαν στὴν βασιλικὴ αὐλὴ τοῦ Ναβουχοδονόσορα καὶ ἔλαβαν ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ἀλλά, γιὰ τὴν εὐσέβειά τους στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὴν προσήλωσι στὶς παραδόσεις τῶν πατέρων τους, συκοφαντήθηκαν καὶ δοκιμάσθηκαν σκληρά. Ὁ προφήτης Δανιὴλ ρίχθηκε στὸν λάκκο τῶν λεόντων καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Εὐρισκόμενοι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς φρικτὲς συνθῆκες, ποὺ ξεπερνοῦν κάθε περιγραφή, ἐνοίωσαν θαυμαστὴ θεία παρέμβασι καὶ παρηγορία. Ἄγγελος Κυρίου ἐδρόσιζε τοὺς τρεῖς νέους μέσα στὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς καὶ ἄλλος ἄγγελος ἡμέρεψε τὰ θηρία, γιὰ νὰ μὴ βλάψουν τὸν Δανιήλ. Στὸ ἀποκορύφωμα τῆς δοκιμασίας τοὺς ἀλλὰ καὶ τῆς θείας εὐλογίας, ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν εὐσεβῶν νέων ἐπήγασε ἡ γνωστὴ ἐξομολογητικὴ καὶ δοξολογικὴ προσευχή, ὁ θαυμάσιος «Ὕμνος τῶν Τριῶν Παίδων» (Δᾶν. κέφ. 3).
Αὐτὴ ἡ προσευχή, τὴν ὁποία ἐνέπνευσε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὶς ψυχὲς τῶν μαρτύρων τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτει τὴν πραγματικὴ αἰτία τῆς βαβυλώνειας αἰχμαλωσίας τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ.
Αἰτία τῶν δεινῶν τους ἦταν οἱ ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ τους. Μέσα ἀπὸ τὴν φλόγα τῆς καμίνου, ἐξ ὀνόματος ὅλου του λαοῦ, ἂν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἤσαν ποτὲ ἀνυπάκουοι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οἱ τρεῖς νέοι ἐξωμολογοῦντο μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Εὐλογητὸς εἶσαι, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας. Δοξασμένο τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰώνας. Ὅ,τι ἀποφάσισες γιά μας καὶ τὴν ἁγία πόλη τῶν πατέρων μας, τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅλα εἶναι δίκαια καὶ σωστά. Ὅλα μας βρῆκαν γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἁμαρτήσαμε πολύ, ἀνομήσαμε καὶ σὲ ξεχάσαμε. Δὲν τηρήσαμε τὶς ἐντολές σου. Δὲν σὲ ὑπακούσαμε, ὥστε νὰ εὐτυχήσουμε. Καὶ τώρα μᾶς ἔχεις παραδώσει στὰ χέρια τῶν παρανόμων ἐχθρῶν μας, στὴν δούλευση ἀδίκου καὶ πονηροτάτου βασιλέως (πρβλ. Δᾶν. κέφ. 3).
Καὶ ὁ προφήτης Δανιήλ, συλλογιζόμενος τὴν αἰτία τῆς αἰχμαλωσίας τους, παρομοίως ἐξωμολογεῖτο ὑπὲρ ὅλου του λαοῦ: «Κύριε ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ θαυμαστός, ὁ φυλάσσων τὴν διαθήκην σου καὶ τὸ ἔλεός σου τοῖς ἀγαπῶσι σὲ καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰς ἐντολᾶς σου, ἠμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν καὶ ἀπέστημεν καὶ ἐξεκλίναμεν ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν κριμάτων σου καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῶν δούλων σου τῶν προφητῶν, οἱ ἐλάλουν ἐν τῷ ὀνόματί σου πρὸς τοὺς βασιλεῖς ἠμῶν καὶ ἄρχοντας ἠμῶν καὶ πατέρας ἠμῶν, καὶ πρὸς πάντα τὸν λαὸν τῆς γὴς» (Δᾶν. κέφ. 9).
Ὁ πόνος τῆς σκληρῆς ἐξορίας εἶχε πιὰ μαλακώσει τοὺς σκληροκάρδιους Ἰουδαίους, τοὺς εἶχε θυμήσει τὰ παρακλητικὰ καὶ ἀφυπνιστικὰ κηρύγματα τοῦ προφήτου Ἱερεμία, τότε ποὺ σὲ ἡμέρες εὐμάρειας οἱ ἄρχοντες, οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ λαὸς εἶχαν ἐγκαταλείψει τὴν πίστι στὸν ἀληθινὸ Θεό, προσέθεταν παρανομίες πάνω στὶς παρανομίες καὶ ἐμόλυναν μὲ εἴδωλα τὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος: «καὶ πάντες οἱ ἔνδοξοι Ἰούδα καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ λαὸς τῆς γὴς ἐπλήθυναν τοῦ ἀθετῆσαι ἀθετήματα βδελυγμάτων ἐθνῶν καὶ ἐμίαναν τὸν οἶκον Κυρίου τὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ» (Β  Παραλ. 36, 14). Τότε ποὺ μὲ ἀλαζονεία περιγελοῦσαν τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ, ἐξευτέλιζαν τὰ λόγια Του καὶ μὲ ἀφροσύνη καὶ ἀγνωμοσύνη περιφρονοῦσαν τὴν φιλανθρωπία Του, μέχρι ποὺ ἔφθασε ἡ ὀργή Του, γιατί ἔμειναν ἀδιόρθωτοι: «καὶ ἐξαπέστειλε Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων αὐτῶν ἐν χειρὶ προφητῶν ὀρθρίζων καὶ ἀποστέλλων τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, ὅτι ἢν φειδόμενος τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἁγιάσματος αὐτοῦ· καὶ ἤσαν μυκτηρίζοντες τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐξουδενοῦντες τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ ἐμπαίζοντες ἐν τοῖς προφήταις αὐτοῦ, ἕως ἀνέβη ὁ θυμὸς Κυρίου ἐν τῷ λαῶ αὐτοῦ, ἕως οὐκ ἢν ἴαμα» (Β  Παραλ. 36, 15-16). Θυμήθηκαν οἱ ταλαίπωροι ἐξόριστοί της Βαβυλώνας ὅτι τότε ἦλθε ἡ ὀργὴ τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ, ὅταν πιὰ ἡ ἀσέβειά τους καὶ ἡ ἀλαζονεία τους δὲν ἔπαιρναν ἄλλη διόρθωσι.
Εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησι τῶν ἁγίων Τριῶν νέων καὶ τοῦ Δανιὴλ ὅτι ἡ αἰτία τῶν δοκιμασιῶν τοῦ λαοῦ τοὺς ἦταν ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων τους, ἡ ἀνυπακοὴ στὸ θέλημά Του, καὶ ὅτι οἱ δοκιμασίες ἦταν φανέρωσις τῆς παιδαγωγούσης ἀγάπης Του πρὸς τὸν λαό Του, ἀπὸ τὸν ὁποῖο περίμενε μετάνοια καὶ διόρθωσι.
Ἡ ἀποστασία τῶν Ἰουδαίων ἦταν, ὅπως φαίνεται, καθολική. Καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχόμενοι εἶχαν τὸ δικό τους μερίδιο στὴν ἀποστασία. Οἱ ἄρχοντες μπορεῖ νὰ εἶχαν μεγαλύτερη εὐθύνη, ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς εἶχε τὶς δικές του εὐθύνες.
Ὁ Ναβουχοδονόσορ εἶχε γίνει τὸ παιδαγωγικὸ ὄργανο τοῦ Θεοῦ. Ἐδυνάστευε τοὺς Ἰουδαίους κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦν τὰ λάθη καὶ τὶς παρεκτροπές τους καὶ νὰ ἔλθουν σὲ μετάνοια.
Χρειάσθηκε ὅμως νὰ εὑρεθοῦν καὶ πρόσωπα μὲ προφητικὸ χάρισμα, τὰ ὁποία μέσα στὴν κόλασι τῆς δυστυχίας θὰ διέσωζαν τὴν εὐσέβεια καὶ θὰ ἀποτελοῦσαν τὸ ἐκλεκτὸ λείμμα, χάριν τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς θὰ ἔσωζε ὅλον τὸν ταλαιπωρημένο λαό.
Ἑβδομήντα χρόνια κράτησε ἡ αἰχμαλωσία τῶν Ἰουδαίων στὴν Βαβυλώνα. Ἀνάλογες ἡ καὶ πιὸ μακρόχρονες ἤσαν καὶ οἱ νεώτερες δοκιμασίες τοῦ χριστιανικοῦ μας λαοῦ. Δὲν ξέρουμε πόσο θὰ κρατήση ἡ τωρινὴ δική μας δοκιμασία. Τὸ μήνυμα τῶν ἁγίων Τριῶν Παίδων, τὸ ὁποῖο διαχρονικὰ περνᾶ μέχρις ἐμᾶς σήμερα, εἶναι ἡ πρόσκλησις σὲ μετάνοια, στὴν μετάνοια ποὺ ἐκφράζει ἡ προσευχή τους. Μᾶς προσκαλοῦν νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν πνευματικὴ παρακαταθήκη, τὴν ὁποία μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας καὶ ἐμεῖς τὴν ξεχάσαμε, θαμπωμένοι ἀπὸ τὴν αἴγλη τῶν φώτων τῆς Ἑσπερίας καὶ ἀποχαυνωμένοι ἀπὸ τὴν εὐμάρεια τῆς οἰκονομικῆς της δῆθεν ἀκμῆς. Ἐποιήσαμε καὶ ἐμεῖς, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, «τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου» καὶ ἴσως τώρα συνειδητοποιοῦμε καλλίτερα τὶς μεγάλες μας ἁμαρτίες: Διώχνουμε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν παιδεία, γιὰ νὰ τὴν κάνουμε πανθρησκειακή. Τὸν ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὴν δημόσια ζωή, διότι μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ παρουσία Του. Καταργοῦμε τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἐπειδὴ ἐξυπηρετοῦνται τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ συμφέροντα. Βλασφημοῦμε τὸ πανάγιο Πρόσωπό Του μὲ χυδαῖες θεατρικὲς καὶ κινηματογραφικὲς ταινίες καὶ βιβλία. Νομιμοποιήσαμε τὴν διάλυσι τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν φρικτὴ ἁμαρτία τῶν ἐκτρώσεων. Ἀνεχθήκαμε τὴν πλεονεξία τῶν πλουτοκρατῶν καὶ τὴν διαφθορὰ στὴν δημόσια διοίκησι. Παραδοθήκαμε στὸ χρῆμα, στὴν σάρκα, στὴν δόξα. Χάσαμε τὴν ἀνθρωπιά μας, κλειστήκαμε στὴν φιλαυτία μας. Ἐγκαταλείψαμε τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια ὡς ἀναχρονιστικὴ καὶ ἐκκοσμικευθήκαμε, γιὰ νὰ εἴμαστε σύγχρονοι καὶ κοινωνικὰ παραδεκτοί. Νοθεύσαμε τὰ Ὀρθόδοξα θεολογικά μας κριτήρια, δημιουργήσαμε διάφορες «θεολογίες» ποὺ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, αὐτοσχεδιάζουμε μὲ αὐθάδεια, γιὰ νὰ ἐγκλιματισθοῦμε δῆθεν στὸ παγκοσμιοποιμένο περιβάλλον.
Χάσαμε τὸν προσανατολισμό μας, καὶ γι’ αὐτὸ γίναμε ὑποχείριοι τῶν δυναστῶν. Τὸ ἔχει δείξει ἐπανειλημμένως ἡ Ἱστορία, ὅτι οὔτε οἱ ἰσχυροί του κόσμου οὔτε οἱ κραταιοὶ οἰκονομικοὶ μηχανισμοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς ὑποδουλώσουν, ἐὰν ἐμεῖς δὲν εἴχαμε παρακούσει τὸν Ἅγιο Θεό.
Πλησιάζουμε στὴν παγχαρμόσυνη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ ἐλπίδα πάλι προβάλλει. Κατὰ τὴν προεόρτιο αὐτὴ περίοδο ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ ἰδιαιτέρως τὸν προφήτη Δανιὴλ καὶ τοὺς ἁγίους Τρεῖς Παίδας. Μὲ τὴν ζωὴ τοὺς προετύπωσαν καὶ προεφήτευσαν τὰ γεγονότα τῆς ἐνσάρκου θείας Οἰκονομίας. Ὁ προφήτης Δανιὴλ μάλιστα εἶχε πολλὲς καὶ μεγάλες θεϊκὲς ἀποκαλύψεις. Εἶδε μεταξὺ ἄλλων τὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Σωτήρα μας.
Τὴν γέννησί Του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία θὰ ἑορτάσουμε καὶ πάλι. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς παρηγορήση, νὰ μᾶς δώση ἐλπίδα καὶ νὰ μᾶς διαβεβαιώση ὅτι κανεὶς Ναβουχοδονόσορ, ὅποια σημερινὴ ὀνομασία καὶ ἂν ἔχη, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ὑποδουλώση, ἐὰν ἐμεῖς μένουμε στερεοὶ στὴν Πίστι καὶ τὴν ζωὴ τῶν Πατέρων μας.
Ἱκετεύομε τὸν ἐκ φιλανθρωπίας σαρκωθέντα καὶ νηπιάσαντα Θεό, τὸν Παλαιὸν τῶν Ἡμερῶν καὶ δὶ’ ἠμᾶς γενόμενον Παιδίον Νέον, νὰ μᾶς συγχωρήση καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήση στὴν χριστιανικὴ ζωή, γιὰ νὰ ἀμβλυνθῆ καὶ τελικὰ νὰ ξεπερασθῆ ἡ παροῦσα δεινὴ οἰκονομική, κοινωνική, ἠθικὴ καὶ κυρίως πνευματικὴ κρίσις.
Εὐλογημένα Χριστούγεννα.
Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἀρχιμ.Γεώργιος
Ἅγια Χριστούγεννα 2012
Ἀκτίνες

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο κοινωνικός σκοπός της Ορθοδοξίας




Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+)


Μέρος Πρώτον: Στοιχεία Ορθοδόξου ανθρωπολογίας και Θεολογίας

5. Ο κοινωνικός σκοπός της Ορθοδοξίας
Ποια είναι τώρα η κοινωνική πλευρά του θέματος;
Έχομε τον άνθρωπο, τον οποιονδήποτε άνθρωπο που ζη μέσα σε μία κοινωνία και πρέπει να δράση ως υγιής κοινωνική μονάδα. Η θεραπεία που αναφέραμε παραπάνω, της νοεράς ενεργείας της ψυχής του ανθρώπου, αυτή η ίδια η θεραπεία, όταν περατωθή, δημιουργεί αυτομάτως κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή υγιή ψυχικά άνθρωπο, που είναι έτοιμος να δράση κοινωνικά σε όλους τους τομείς. Και εκείνος που είναι θεραπευμένος αυτομάτως, σιωπηρώς χειροτονείται ιατρός για τους άλλους, τους μη θεραπευμένους. Διότι η ιατρική επιστήμη που λέγεται Ορθοδοξία διαφέρει από τις άλλες επιστήμες στο ότι εκείνος, που θεραπεύθηκε, γίνεται αυτομάτως θεραπευτής. Η ίδια η εφαρμογή της θεραπευτικής αγωγής στον εαυτό του, γίνεται το μέσον για την θεραπεία των άλλων. Γι’ αυτό δεν νοείται άνθρωπος, ο οποίος είναι θεραπευμένος, να μην έχει πνευματικά παιδιά, άλλους δηλαδή ανθρώπους σε πνευματική εξάρτησι από αυτόν, τους οποίους να νουθετή και καθοδηγή προς θεραπείαν.
Στην αρχαία Εκκλησία δεν υπήρχε επίσημος ή συγκεκριμένος θεραπευτής, διότι ο κάθε Χριστιανός ήταν θεραπευτής. Αυτή ήταν η ιεραποστολή της αρχαίας Εκκλησίας. Η ιεραποστολή της αρχαίας Εκκλησίας δεν ήταν όπως είναι της σημερινής Ορθοδόξου Εκκλησίας, που συνίσταται μερικές φορές στο να διαφημίζωμε τα ωραία μας δόγματα ή την λατρευτική μας παράδοσι, σαν να είναι τίποτα προϊόντα για πούλημα… Λέμε, π.χ.: Κοιτάξτε, παιδιά, εμείς έχομε τα πιο ωραία δόγματα, την πιο ωραία λατρεία, την πιο ωραία ψαλμωδία, τις πιο ωραίες στολές - κοίτα πόσο ωραίος είναι ο σάκκος του Δεσπότη! κ.λ.π., και προσπαθούμε να τους θαμπώσουμε με μας πατερίτσες μας, με τα ράσα μας, με τα καλυμμαύχια μας, για να κάνουμε ιεραποστολή. Βέβαια έχει κάποιο νόημα και κάποια επιτυχία μια ιεραποστολή που γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως δεν είναι η γνήσια ιεραποστολή, όπως εκείνη της αρχαίας Εκκλησίας.
Η σημερινή ιεραποστολή συνίσταται κυρίως στο εξής: Διαφωτίζομε ανθρώπους που είναι δεισιδαίμονες και τους κάνομε Ορθοδόξους Χριστιανούς, χωρίς να προσπαθούμε να τους θεραπεύσωμε. Έτσι όμως αντικαθιστούμε ή ανταλλάσσομε το προηγούμενό τους δόγμα με ένα καινούργιο δόγμα. Ανταλλάσσομε μέσα τους την μία δεισιδαιμονία με μια άλλη δεισιδαιμονία. Και τούτο διότι η Ορθοδοξία, όταν έτσι παρουσιάζεται και προσφέρεται, σε τι διαφέρει από δεισιδαιμονία; Διότι, όταν η Ορθοδοξία παρουσιάζεται και προσφέρεται σαν ένας Χριστιανισμός που δεν θεραπεύει, παρ’ όλο που το κύριο του έργο είναι η θεραπεία, τότε σε τι διαφέρει από την δεισιδαιμονία;
Υπάρχουν Χριστιανοί στην Δύσι, που έχουν και εκείνοι δόγματα, που δέχονται ωρισμένες Συνόδους· οι αιρετικοί δηλαδή, στα δόγματα των οποίων δεν υπάρχει φαινομενικά και τόσο μεγάλη διαφορά σε σχέσι με τα Ορθόδοξα δόγματα. Δεν είναι η διαφορά χαώδης, όπως μεταξύ Χριστιανών και ειδωλολατρών. Οπότε, εφ’ όσον τα Ορθόδοξα δόγματα δεν έχουν καταπληκτική φαινομενικά διαφορά με εκείνα των ετεροδόξων Χριστιανών και, εφ’ όσον η Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία, όπως διδάσκεται σήμερα στην Ελλάδα, είναι άσχετη με την θεραπευτική αγωγή της Ορθοδόξου παραδόσεως, σε τι διαφέρει η Ορθόδοξη παράδοσις από την παράδοσι των ετεροδόξων εξ αυτής της απόψεως; Και γιατί να πιστέψη κάποιος μη Ορθόδοξος στην Ορθοδοξία και όχι σε ένα άλλο Χριστιανικό δόγμα, αφού και τα δύο με τον τρόπο που προσφέρονται, δεν προσφέρονται σαν αγωγές, σαν δρόμοι προς θεραπεία, αλλά σαν δεισιδαιμονία;
Σήμερα μιλάμε για αλλαγή τη νοοτροπίας του ανθρώπου, για αλλαγή του δόγματος, για αλλαγή της θεωρήσεως της ζωής, και έτσι την θεωρούμε την μετάνοια. Δηλαδή σήμερα στην Ορθοδοξία η μετάνοια ταυτίζεται μόνο με την αποδοχή του Χριστού. Δηλαδή δεχόμεθα τον Χριστό και, επειδή τον δεχόμεθα, πηγαίνομε και στην εκκλησία, ανάβομε και κανένα κεράκι, γινόμαστε και καλά παιδιά, πηγαίνομε, αν είμαστε μικροί, και στο Κατηχητικό ή, αν είμαστε μεγάλοι, σε καμμία θρησκευτική εκδήλωσι και –υποτίθεται - ζούμε σε μετάνοια, είμαστε δηλαδή μετανοημένοι. Ή κάναμε κάποιο κακό στην ζωή μας και δείξαμε κάποια μεταμέλεια και ζητήσαμε συγχώρησι και αυτό, που κάναμε, το ονομάζομε μετάνοια. Δεν είναι όμως αυτό μετάνοια. Αυτό είναι απλώς μεταμέλεια. Η μεταμέλεια είναι η αρχή της μετάνοιας. Δεν καθαρίζεται η ψυχή του ανθρώπου με μία απλή μεταμέλεια. Για να καθαρισθή η ψυχή του ανθρώπου από τα πάθη προηγείται ο φόβος του Θεού και η μετάνοια, η οποία συνεχίζεται κατά το στάδιο της καθάρσεως και ολοκληρώνεται με τον θείο φωτισμό, την φώτισι δηλαδή του νου του ανθρώπου από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος.
Εφ’ όσον λοιπόν οι Ορθόδοξοι δεν ασχολούνται με αυτήν την θεραπευτική αγωγή, σε τι διαφέρουν από τους μη Ορθοδόξους; Στο δόγμα; Και τι να το κάνουν το Ορθόδοξο δόγμα, όταν δεν το χρησιμοποιούν για την θεραπεία της ψυχής τους; Το δόγμα έτσι δεν τους ωφελεί σε τίποτε.

πηγή

ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ...