Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Ἡ υἱοθέτηση τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν μνημείων ἀπό τό "Βυζάντιο"

Δέν θά ἀναφερθῶ καθόλου στίς νεοειδωλολατρικές προπαγάνδες, ὅπως ἐπί παραδείγματι σέ ἔργα ἀνθελλήνων ἱεραρχῶν(!) σάν κι αὐτό τοῦ Μ.Ἀθανασίου «κατά εἰδώλων» καί ὄχι «κατά Ἑλλήνων», ἀφοῦ ὁ τίτλος αὐτός προσετέθη ἀργότερα ἀπό τούς ἐκδότες, ὁπότε μπορεῖ νά κατανοήση ὁ καθένας τό θεολογικό καί συνάμα ἀντιεπιστημονικό ὑπόβαθρο παρομοίων ἐνεργειῶν. Θά ἀρκεστῶ ἐπιγραμματικῶς σέ μερικά στοιχεία σύζευξης ἑλληνισμοῦ-χριστιανισμοῦ γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Κατ' ἀρχάς ἡ μεταφορά «εἰδωλολατρικῶν» μνημείων στήν νέα πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη-Νέα Ῥώμη) γιά τήν διακόσμησί της, ναί μέν ἐμποδίζει τήν συνέχεια τῶν τοπικῶν λατρειῶν, ἀλλά τά ἀναδεικνύει ἀκόμη περισσότερο στήν ἴδια τήν χριστιανική πρωτεύουσα. Ὡς τήν ἐποχή τοῦ Ἰουστινιανοῡ εἰσέρρεαν ἀρχαῖα ἐθνικά μνημεῖα στήν Κωνσταντινούπολη. 

Τά ἀρχαία μνημεῖα τῶν Ἀθηνῶν καί τῶν Δελφῶν ἔμειναν ἀπείραχτα ἀπό τούς χριστιανούς. Ἡ μετατροπή τους σέ χριστιανικές ἐκκλησίες δείχνει περίτρανα τήν συνείδηση τῆς Ἱστορικῆς συνέπειας.Ὅσο καί ἄν αὐτό δέν ἱκανοποιεῖ τούς σημερινούς ἀρχαιολάτρες. Πατέρες ὅπως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὄχι μόνο Ἕλληνες ἦταν, ἄλλα καί....
 φορεῖς ὑψηλῆς ἑλληνικῆς παιδείας. Τήν συνείδηση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τῶν Ἑλλήνων-Χριστιανῶν, ποῦ δέν ἀπέρριψαν τόν πολιτισμό τῶν προγόνων τους, ἄλλα μόνο τήν θρησκεία τους —ἡ ὅποια δέν ἦταν παρά νοσταλγία τῆς ἕν Χριστῷ ἀληθείας, ὅπως ἐπεσήμανε ἤδη ὅ Ἀπόστολος Παῦλος στόν "Ἄρειο Πάγο τῶν Ἀθηνῶν ὑποστηρίζει καί ἡ κ. Πολύμνια Ἀθανασιάδη,καθηγήτρια τοῦ καποδιστριακοῦ πανεπιστημίου: «Οἱ ἐκκλησίες καί τά παρεκκλήσια, πού βρέθηκαν σπαρμένα μέσα καί γύρω ἀπό τό τέμενος τοῦ Ἀπόλλωνα (= στούς Δελφούς) ὑπογραμμίζουν τήν συνέχισι τῆς πανάρχαιης θρησκευτικῆς παράδοσης τοῦ τόπου». Ὅπως, ἄλλωστε, θρησκειολόγοι καί λαογράφοι ἔχουν παραδεχθεῖ, ἄν «ξυπνοῦσε» σήμερα ἕνας ἀρχαῖος "Ἕλληνας καί βρισκόταν σέ ἕνα χριστιανικό πανηγύρι, δέν θά ἔνοιωθε ξένος στό περιβάλλον. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι πολλοί σύγχρονοι ἐπικριτές τῆς ὀρθόδοξης λαϊκῆς θρησκευτικότητας, κυρίως τῆς ἑλληνικῆς, σ' αὐτό τό «ἐπιχείρημα» καταφεύγουν, λησμονῶντας ὅτι ἡ ἑλληνική θρησκευτικότητα παρέμεινε ἀκέραιη, ἄλλαξε ὅμως ὁ προσανατολισμός τῆς. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν καταστρέφει ἤ διαστρέφει τήν ἑλληνική θρησκευτικότητα, ἀλλά τήν στρέφει πρός τόν ἀναμενόμενο Ἀληθινό Θεό. Ὅσον ἀφορᾶ τόν Παρθενώνα, μιᾶς καί περί οὗ ὁ λόγος, ὡς εἰδωλολατρικός ναός ἐλειτούργησε γιά σχεδόν 600 χρόνια. Ἐνῶ ὡς ὀρθόδοξη ἐκκλησία περί τά 800 χρόνια στήν μνήμη τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηννιώτισσας, ἡ ὁποία ἔγινε ἀργότερα γνώστη ὡς ἡ Παναγία ἡ Σουμελά τῶν ποντίων.


Ὁ γνωστός ἀρχαιολόγος Ἄγγελος Χωρέμης, ἑρμηνεύοντας τήν περίπτωση τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου καταγράφει, «τό διάταγμα τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (391-3 μ.Χ.) ἀναφέρει ἀπαγόρευση λατρείας σέ ἀρχαία ἱερά καί τήν εἴσοδο στούς ναούς, δέν ἐντέλλεται ὅμως τήν καταστροφή τους. Ἄλλωστε δέν φαίνεται ἀνασκαφικά τέτοια καταστροφή... Τά μεγάλα κέντρα τῆς ἀρχαῖας λατρείας, ἐκεῖνα ἀκριβῶς πού λογικά θά ἔπρεπε νά ὑποστοῦν τήν μεγαλύτερη καταστροφή, ὅπως οἱ Δελφοί, ἡ Ὀλύμπια, ἡ Δωδώνη, τά ἱερά τῶν Ἀθηνῶν κ.ἄ. δέν φαίνεται, ἀνασκαφικά τουλάχιστον, νά ἔπαθαν ζημιές ἀπό ἀνθρώπινο χέρι στά τέλη τοῦ δ' αἰ. μ.Χ. Ἐξάλλου, πολλοί ναοί τῆς ἀρχαίας λατρείας σώθηκαν ὡς τίς ἥμερές μας σχεδόν ἀνέπαφοι, κυρίως στήν Κάτω Ἰταλία καί τήν Σικελία (ὅπου ἐπίσης βασίλευε ὁ Μ. Θεοδόσιος), ἀλλά καί τήν κυρίως Ἑλλάδα, ὅπως τό συγκρότημα τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ναός τοῦ Ἡφαίστου (Θησεῖον) καί ὁ Ναός τοῦ Ἰλισσοΰ». Μάλιστα, στόν Θεοδοσιανό Κώδικα (XVI, 10,25) «ἐπιτρέπεται στούς χριστιανούς νά μετατρέπουν τούς ἀρχαίους ναούς σέ χριστιανικούς» καί γι' αὐτό δέν καταστράφηκαν, ἄλλα σώθηκαν αὐτούσιοι (βλ. τόν ἀργαῖο ναό κάτω ἀπό τόν ἀνηγερμένο ἀπό τήν ἁγία Ἑλένη τόν δ' αἰώνα ναό τῆς Παναγίας τῆς Καταπολιανῆς ἤ Ἑκατονταπυλιανῆς στήν Πάρο, ποῦ ἀνακάλυψε ὁ ἀρχαιολόγος Ά. Ὀρλάνδος. Κατά τόν μεγάλο βυζαντινολόγο Διον. Ζακυθηνό ἡ διάταξη αὐτή ἔγινε ἀκριβῶς γιά νά σωθοῦν οἱ ναοί. «Δέν ὑπάρχει —λοιπόν— καμμία κρατική πολιτική, πού νά ἐνθαρρύνει τήν καταστροφή τῶν ἀρχαίων ἱερῶν». Τό 392, μέ διάταγμα τοῦ Θεοδοσίου, παρακωλύονται οἱ ἀθλητικοί ἀγῶνες λόγω τοῦ θρησκευτικοῦ (εἰδωλολατρικοῦ) χαρακτήρα τους, μέ ἀποκορύφωμα τήν κατάργηση τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων (393), στό πλαίσιο ὅμως τῆς ἀπαγορεύσεως κάθε ἐθνικῆς θρησκευτικῆς ἐκδηλώσεως καί ὄχι ἀπό φανατικό «ἀνθελληνισμό». Διότι οὔτε τά Ἱερά της Ὀλύμπιας καταστράφηκαν, οὔτε πολύ περισσότερο τό χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ Ὀλυμπίου Διός, πού μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, γιά τήν διακόσμησι τῆς νέας πρωτεύουσας τοῦ Κράτους. Το πρόβλημα ἦταν, λοιπόν, ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων καί ὄχι τό πνεῦμα τοῦ Ὁλυμπισμοῦ. Ἡ παύση τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, πού εἶχαν ἀπό μακροῦ περιέλθει σέ κατάσταση πτώσεως καί παντελοῦς ἀνυποληψίας, ἦταν ἤ μεγαλύτερη γι' αὐτούς εὐεργεσία. Οἱ Ὀλυμπιακοί ἀγῶνες εἶχαν πεθάνει ἠθικά πολύ πρό τοῦ Θεοδοσίου. Θά ἐπικαλεσθῶ ἐδῶ τήν γνώμη τοῦ μεγάλου ἀθλητικογράφου Ἄγγ. Παλαιολόγου: «Ὅταν τό 393 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας διέτασσε τήν κατάπαυση τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, διέπραττε βεβαίως μιά βάρβαρη πράξη. Ὅμως ἡ πρακτική ἀξία αὐτῆς τῆς ἀπαγόρευσης δέν ἦταν τό ἴδιο μεγάλη, γιατί ὅ Θεοδόσιος στήν πραγματικότητα παραβίαζε ἀνοικτᾶς θύρας, ἀφοῦ οἱ Ὀλυμπιακοί Ἀγῶνες εἶχαν πιά περιπέσει σέ κατάσταση ὑψίστης παρακμῆς καί ἀνυποληψίας. Οἱ ἀγῶνες μπορεῖ νά μήν εἶχαν σταματήσει ἀκόμα, εἶχε ὅμως ἐκλείψει ἡ Ὀλυμπιακή Ἰδέα».


Ἐν τέλει ἡ ἐπιθετική μανία τῶν νεοειδωλολατρῶν —ἀνεξάρτητα ἀπό τόν ἀριθμό τους— εἶναι οὐσιαστικός κίνδυνος γιά τήν ἑνότητα καί ὁμοψυχία τοῦ Ἔθνους μας σήμερα. Εἶναι ἡ ἀπειλή ἀπό τό παρελθόν, ποῦ βαίνει παράλληλα μέ τήν ἐξ ἴσου μεγάλη γιά τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία ἀπειλή ἀπό τό μέλλον, πού εἶναι ἡ Νέα Ἐποχή καί ἡ παγκοσμιοποίηση, στήν πολιτισμική κυρίως διάστασί της. Ἡ νεοειδωλολατρεία ζητᾶ τήν ἐπιστροφή στήν ἀρχαιότητα μέ μία ἐντελῶς ἀντιιστορική στροφή πρός τά πίσω. Ἡ παγκοσμιοποίηση ἐπιδιώκει τήν πολτοποίηση ὅλων τῶν πολιτισμῶν, συνεπῶς καί τοῦ ἑλληνορθοδόξου, γιά τήν ἐπικράτησι, πλανητικά, τοῦ ἀμερικανικοῡ «πολιτισμικοῦ» παραδείγματος. Ἤ νεοειδωλολατρεία προωθεῖ τόν σπαραγμό τοῦ ἔθνικοῦ μας σώματος, ταυτιζόμενη μέ τίς διαθέσεις καί τά ἀναπτυσσόμενα σχέδια τοῦ διεθνοῦς Σιωνισμοῦ, παρόλο πού κατά κανόνα —καί μᾶλλον φαινομενικά— οἵ νεοειδωλολάτρες θέλουν νά ἐμφανίζονται ὡς «ἀντισημίτες», χωρίς νά γίνεται «ὅμως φανερό, ἄν αὐτό σημαίνει καί «ἀντισιωνιστές»!
Γεώργιος Ἔξαρχος

πηγή:ρωμαίικο οδοιπορικό

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΡΥΒΟΥΝ: ΠΩΣ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ!

Αυτά απέμειναν όλα κι όλα...!
Τα όσα συνταρακτικά αναφέρει στο αποκαλυπτικό άρθρο του το περιοδικό "Αρχαιολογία", δεν θα τα δείτε ή διαβάσετε σχεδόν πουθενά. Δεν θα αντικρύσετε τους "ελληνοαρχαιολάτρες" να τα κάνουν...σημαία και να τα ανεμίζουν. Δεν θα βρείτε...βαθυστόχαστους "ιστορικούς - ερευνητές" που με περισσή αλαζονεία υβρίζουν την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, να κάνουν την παραμικρή αναφορά για τα αίσχη των Παπικών και Άγγλων. Προφανώς, διότι ακριβώς φοβούνται μην θίξουν τα αφεντικά τους.
Η Ιστορία όμως κατέγραψε μια απίστευτη βαρβαρότητα. Θησαυροί της αρχαίας ελληνικής τέχνης καταστραφήκαν και λεηλατηθήκαν, όπως είναι γνωστό, από ρωμαίους, φράγκους σταυροφόρους, από τον ενετό στρατηγό Μοροζινι και από τον Άγγλο (Σκωτο για την ακρίβεια) Έλγιν.
Εξίσου μεγάλη καταστροφή επήλθε από περιηγητές και απεσταλμένους μουσείων, πανεπιστημίων και βασιλιάδων της Ευρώπης, που ηλθαν στην Ελλάδα στους χρόνους της τουρκοκρατίας, για να αποθησαυρίσουν νομίσματα, χειρόγραφα, επιγραφές και έργα τέχνης.
Όλους αυτούς υπέρβαλε σε απληστία και σε καταστροφές που προκάλεσε στους προγονικούς θησαυρούς της Ελλάδας ο αββας Michel Fourmont (1690/1746), απεσταλμένος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IE'. Ο αββάς Fourmont ξεπερνάει και τον Έλγιν όσο αφορά στο βάναυσο τρόπο της καταστροφής των μνημείων, που κυριολεκτικά αφάνισε, αλλά και στον απίστευτο αριθμό των αρχαιοτήτων που κατάστρεψε. Στην προσπάθειά του να φανεί αρεστός στο βασιλιά του και να εξασφαλίσει αποκλειστικά για εκείνον μονό το δικαίωμα της μελέτης και της ερευνάς επιγραφών και μνημείων, μετά την καταγραφή τους επιδιδόταν με, παρανοϊκή στην κυριολεξία, μανία στην καταστροφή τους επιχαίροντας μάλιστα γι' αυτήν. Ο Fourmont αναζήτησε επιγραφές στην Αθήνα, στη Σαλαμίνα, στα Μέγαρα και στην Πελοπόννησο, οπού διείσδυσε ακόμη και στα αγριότερα μέρη της Μάνης.
Ο ίδιος ομολογεί σε χειρόγραφο του, που σώζεται μαζί με το ημερολόγιο του, ότι συγκέντρωσε πάνω από 1.500 επιγραφές στην περιήγηση του το 1729 στην Ελλάδα. Σε επιστολή του προς τον κόμη Maurepas, o Fourmont καυχιέται ότι κατέστρεψε(!) τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή!!! (...)(...) Όσα γραφεί ο fourmont για την καταστροφή που έκανε στη Σπαρτή εξηγούν και τη σπανιότητα των αρχαιοτήτων σήμερα στη φημισμένη πόλη.
Σημειώνει λοιπόν ο αββας τα εξής απίστευτα: "επί 30 μέρες και πλέον 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μονό πύργοι να καταστρέψω... Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στο Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω (!) . Αλλά να η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση. (!!!!!!!!!) Έκανα πολλές πορείες αναζητώντας αρχαίες πόλεις αυτής της χωράς και έχω καταστρέψει μερικές. Ανάμεσα τους την Τροιζηνα, την Ερμιόνη, την Τύρινθα (tyrins στο χειρόγραφο αντί tiryns), τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασιά, το Φενέο...

Εισέδυσα στη Μάνη. Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;"
Και πιο κάτω: "η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κάτεσκαψα. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν. Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά.".
Για την Τροιζήνα αναφέρει: "γκρέμισα ότι απέμεινε από τα οχυρά και τους ναούς της.". Και με απίστευτη αφέλεια ομολογεί: "από τους περιηγητές που προηγήθηκαν δεν θυμάμαι να τόλμησε κανείς να κατεδαφίσει πύργους και άλλα μεγάλα κτίρια!"
Παρανοϊκός; Ημιμαθής; Ίσως λίγο από όλα.Το βέβαιο ωστόσο είναι πως η καταστροφή που προκάλεσε είναι κολοσσιαία και σ' αυτήν οφείλεται η εξαφάνιση της αρχαίας Σπάρτης, της Τροιζήνας και της Ερμιόνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία, που ο ίδιος δίνει, μόνο στη Σπάρτη πλήρωσε 1.200 ημερομίσθια για το γκρέμισμα των μνημείων και των κτιρίων που σώζονταν ακόμη. Ανατριχιάζει κανείς με τη σκέψη ότι θα μπορούσε ο Fourmont να μεταφέρει το βαρβαρικό μένος στην Ολυμπία, που την επίσκεψη της μάλιστα είχε προγραμματίσει. Αλλά ανακλήθηκε, ευτυχώς, στη Γαλλία λίγο αργότερα.
ΜΙΚΡΗ ΑΠΟΡΙΑ: Με βάση τα όσα αναφέρονται στο άρθρο, συμπεραίνουμε πως την εποχή που επισκέφθηκε την Σπάρτη ο Παπικός "μοναχός", οι αρχαιότητες υπήρχαν και μάλιστα σχεδόν άθικτες!
Μα καλά δεν μας λένε οι "αρχαιοελληνολάτρες" πως οι "εβραιοχριστιανοί" κατέστρεφαν, λεηλατούσαν και ξεθεμελίωναν ό,τι είχε σχέση με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό;;; Πώς ο Καθολικός λοιπόν τα βρήκε όλα όπως ήταν, για να επιτελέσει το...έργο του;
Ο Μυστράς, αν δεν κάνουμε λάθος είναι δίπλα στην Σπάρτη! Πώς λοιπόν δεν...εφόρμησαν τόσα χρόνια οι Βυζαντινοί για να "καταστρέψουν τα αρχαία", όπως μας λένε τα...περισπούδαστα πρακτοράκια;
Όπως καταλαβαίνετε, ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΟΙ ΔΥΤΙΚΟΙ (ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΠΙΚΟΙ)!!!
Ακρόπολη = Παπικός Μοροζίνι
Ελευσίνα, Μέγαρα, Ολυμπία κλπ = Βάρβαρος Γότθος Αλάριχος
Σπάρτη = Παπικός "καλόγερος"
Μάρμαρα Ακροπόλεως = Δυτικός Έλγιν.
Για να μην αναφερθούμε στα όσα ΦΡΙΚΤΑ διαδραματίσθηκαν κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Παπικούς "σταυροφόρους" το 1204, οπότε ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΔΙΕΛΥΣΑΝ Ο,ΤΙ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ! Διαβάστε εδώ τις ανατριχιαστικές περιγραφές, που επίσης αποκρύπτουν οι πρακτορίσκοι μασωνοσιωνιστές της "αρχαιοελληνολατρείας"!  

πηγή:hellas-orthodoxy

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ»: Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΤΑ ΕΒΑΛΕ ΜΕ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ - ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ

Στις 18 Ιανουαρίου τιμήσαμε τη μνήμη δύο Αγίων της Εκκλησίας μας: Του Μ. Αθανασίου που τόσο μισούν οι παγανιστές του "ελληνικού" εθνικοσοσιαλισμού και τα πρωτοξάδελφά τους νεοειδωλολάτρες και του Οσίου Χριστοφόρου του επονομαζόμενου Παπουλάκου για τον οποίο οι υπηρέτες της εκάστοτε "Ιεράς Συμμαχίας" και οι προσκυνημένοι του χθές και του σήμερα χύνουν ποταμούς χολής. 

Ο Παπουλάκος είναι σύμβολο και τέτοια σύμβολα είναι επικίνδυνα και σήμερα. 

Στην εποχή της χειραγώγησης των λαών από τα ΜΜΕ, κάθε υγιής επαναστατική φωνή είναι επικίνδυνη. 

Και ένα έθνος που περνά μια βαθειά-πνευματική κατά κύριο λόγο-κρίση και στερείται προτύπων, ηρώων και αξιών, κοιμάται καλά και δεν πρέπει να ξυπνήσει.

"...Όσα ουδέ αυτά τα όργανα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ετόλμων να πράξουν, έπραττον οι υπάλληλοι του Ελληνικού κράτους, εκτελούντες διαταγές των ξένων."
Βαυαροκρατία! 
Δια πάντα ταύτα θλίψις απλώνετο εις το πανελλήνιον. 
Ζωηρά έκφρασις του πόνου, σπαρκτική φωνή οδύνης του λαού δια τον διωγμό της Ορθοδοξίας, ήτο το προφορικό και γραπτό κήρυγμα του Φλαμιάτου. Βλέπων ο ιερός ανήρ, ότι οι επίσκοποι της εποχής εκείνης, πλήν ελαχίστων, είχον τρομοκρατηθή από τα βίαια μέτρα της κυβερνήσεως και ως δούλοι εξετέλουν ό,τι διέτασσαν οι μυστικοσύμβουλοι του βασιλέως, εστράφη προς τον λαό και υπέδειξε εις αυτόν το καθήκον· Σεις, άνδρες και γυναίκες βεβαπτισμένοι, είσθε οι φρουροί της μυστικής αμπέλου, της Ορθοδόξου Εκκλησίας· σεις αναλαμβάνετε από σήμερα την φύλαξίν της. Ο αγών αρχίζει! Αλλ’ ο αγών αυτός εχρειάζετο στελέχη. Και ο Φλαμιάτος ως κατάλληλον δια τούτον στέλεχος έκρινε και τον μοναχό Χριστοφόρο. Ο Χριστοφόρος έπρεπε ν’ αφήση το ασκητήριο και να κατέλθη εις τον αγώνα. Δι’ αυτό και τον επεσκέφθη. Κατά το διάστημα των ολίγων ημερών, που παρέμεινε εις την σκήτην ο Φλαμιάτος, με τα ζωηρότερα χρώματα περιέγραψε την οικτρά κατάσαση της Εκκλησίας. Βεβαίως πρακτικά της συζητήσεως των δύο ανδρών δεν εκρατήθησαν… αλλά νομίζω ότι ακούω την φωνήν του Φλαμιάτου·
 «Αδελφέ Χριστοφόρε! Από την αγίαν Γραφήν εδιδάχθημεν, ότι κεφαλή της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος ζεί, νικά και βασιλεύει εις τους αιώνας. Αλλά εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος σήμερον κεφαλή δεν είναι ο Χριστός. Κεφαλή της Εκκλησίας αυτής έγινε το κράτος, οι δε επίσκοποι και οι ιερείς έγιναν υπάλληλος και εκτελούν τα θελήματά του κράτους, πού πολλάκις είναι αντίθετα προς εκείνα που διέταξεν ο Κύριος. Νόμον της Εκκλησίας έκαναν την αμαρτίαν, την παράβαση των νόμων του Ευαγγελίου. Οι επίσκοποι, οι οποίοι δεν αντεστάθησαν κατά της κρατικοποιήσεως της Εκκλησίας, είναι νεκροί, απέθανον πνευματικώς. Όσοι όμως είναι πιστοί και πονούν την μητέρα Εκκλησίαν, ας μη σιωπήσουν· ας διαμαρτυρηθούν και ας πέσουν αγωνιζόμενοι υπερ της ελευθερίας της Εκκλησίας εκ των δεσμών του κράτους. Είναι και ο αγών αυτός ιερός, ιερώτατος»
… Η φωνή του Φλαμιάτου συνεκλόνισε τον ασκητήν. Οι λόγοι του άναψαν πυρ εις την καρδίαν του Χριστοφόρου. Ο Χριστοφόρος δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει ούτε μιαν ημέραν εις την σκήτην του. Τον εκάλει η φωνή του καθήκοντος. Εγκαταλείπει το ασκητήριον και ρίπτεται εις τον αγώνα. Αρχίζει να περιοδεύει την ύπαιθρό. Κηρύττει εις τον λαό.
Τί ήτο ο Παπουλάκος;
Αρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; 
Διευθυντής Αποστολικής Διακονίας;
Καθηγητής θεολογικής σχολής;
Ιεροκήρυξ; 
Εφημέριος πλουσίας ενορίας πόλεως; 
Είχε πτυχία και διπλώματα και σπουδάς του εξωτερικού;
Τίποτε από όλα αυτά. 
Ο Παπουλάκος ήτο ένας απλούς μοναχός, ελαχίστων γραμματικών γνώσεων, αλλ’ ό,τι έπραξεν υπέρ του λαού, υπέρ της ορθοδόξου πίστεως, δεν ηδυνήθησαν να πράξουν όλοι οι επίσκοποι και θεολόγοι της εποχής του. 
Φαινόμενο, φωτεινόν μετέωρον, αστήρ που εσελάγισεν εις τον ουρανό της Ελλάδος! Νεώτερος απόστολος του Χριστού ανεδείχθη ο Παπουλάκος. «Πίστει» (Εβρ. 11,3 κ.ἑ.) και μόνον πίστει ανεδείχθη... 
Η Ιερά Σύνοδος και τα ανάκτορα εταράχθηκαν.
Ο Παπουλάκος κατηγορήθη ότι συνωμοτεί κατα του καθεστώτος, όπως ο Χριστός κατηγορήθη ότι συνωμοτεί κατά του καίσαρος. 
Ο άοπλος αρχηγός κινήματος! Ώ κόσμε… Προς καταστολήν του κινήματος (!) απεστάλη στρατός και στόλος.
Εκστρατεία ολόκληρος διωργανώθη δια...την σύλληψιν του επαναστάτου. 
Ο Παπουλάκος βρήκε καταφύγιο εις τα σπήλαια της Μάνης. Εκεί ήτο αδύνατο να συλληφθεί. Όλη η Μάνη τον εφρούρει. 
Αλλ ο ιεραπόστολος της Ορθοδοξίας επροδόθη.
Τα τριάκοντα αργύρια ετέθησαν σε ενέργια. Ιούδας ο ιερεύς παπα – Βασίλαρος, εις τον οποίον το κράτος έδωσε 6.000 χρυσές δραχμές ως ανταμοιβή της προδοσίας.
Έτσι ο Παπουλάκος συνελήφθη και την 27ην Ιουλίου 1852 ερρίφθη εις τας φυλακάς του Ρίου των Πατρών.
Μετά ένα έτος περίπου μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος εις τας Αθήνας για να δικασθεί. 
Όλος ο λαός, ο πιστός λαός, εις το πέρασμά του υπεκλίνετο και προσηύχετο. Εις το δικαστήριο ο πρόεδρος τον ρώτησε: «Ποιόν διορίζεις συνήγορόν σου;». «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο συνήγορός μου», απαντά ο πιστός του δούλος Χριστοφόρος. Το ακροατήριο εσείσθη από συγκίνηση. Η δίκη ήτο αδύνατο να συνεχισθεί. Εθεωρήθη σκόπιμο να αναβληθεί. ...

ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


Εν τω μεταξύ όμως η Ιερά Σύνοδος, σύνοδος γραμματέων και φαρισαίων, ευτελέστατον όργανο του κράτους, συνεδρίασε και εξώρισε τον Παπουλάκο εις την νήσον  Άνδρο, εις την μονήν Παναχράντου. Εκεί επεριωρίσθη εντός κελίου, φρουρός δε χωροφύλαξ εφύλαττεν αυτόν ημέραν και νύκτα. Αλλ” οι χριστιανοί δεν τον ελησμόνησαν. Από τα νησιά, από τα παράλια της Ευβοίας, από τα βουνά της Μάνης, από πόλεις και χωρία ήρχοντο δια να επισκεφθούν και ν” ακούσουν τον γνήσιον κήρυκα του Ευαγγελίου. Και επειδή δεν επιτρέπετο να επικοινωνεί με κανέναν, ο Παπουλάκος μέσα από τα κάγκελλα της φυλακής του, του κελλίου του,εδίδασκε τον λαό. Αλλά και αυτό απηγορεύθη. Ο Παπουλάκος, ο ευεργετικώτατος αυτός Έλλην,καταδικάσθη εις τελείαν απομόνωσιν.


Κατα το διάστημα της εις Άνδρον εξορίας του συνέβη και το εξής γεγονός. Το 1854 επισκέφθη την Ιερά Μονή ο νεοχειροτόνητος επίσκοπος Άνδρου Μητροφάνης Οικονομίδης, τον οποίον ως λαϊκόν ακόμα εγνώριζε καλώς ο Παπουλάκος. Δι” αυτό τον εκύτταξε με πόνον βαθύν και με την απεριόριστον εκείνην ειλικρίνεια που εχαρακτήριζεν όλην του την ζωήν του είπε:

ΚΑΙ ΣΥ ΜΗΤΡΟ ΕΓΙΝΕΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ; ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ.


Ο Δεσπότης έγινε έξαλλος από την οργήν, εσήκωσε την δεσποτικήν του ράβδον και κατέφερε αλλεπάλληλα γενναία κτυπήματα κατά του σεβάσμιου γέροντος. Έτσι άπέδειξε ότι είναι δεσπότης!


Επτά χρόνια έμεινε εξόριστος φυλακισμένος εις την ιερά Μονή. Τα τελευταία Χριστούγεννα που εόρτασε εδώ στη γη ο άγιος ασκητής ήσαν τα Χριστούγεννα του 1860. Χριστούγεννα. Να είσαι φυλακισμένος δια τον Χριστόν είναι γλυκύς παράδεισος. Χριστούγεννα. Να είσαι εις μέγαρον πολυτελέστατον με υπηρέτας και υπηρέτριας, αλλά να εορτάζεις χωρίς Χριστόν, τούτο είναι πικρία και θάνατος. Μετά από ολίγας ημέρας εβάρυνε πλέον. Έπεσε κλινήρης. Ήτο όλος προσευχή, κατάνυξις, δάκρυα. Τις παραμονές του θανάτου του ο χωροφύλαξ που τον εφύλαττε ήλθε, εγονάτισε ενώπιον του και είπε· Πάτερ! Η ζωή σου με συνεκίνησε. Δεν θέλω να επιστρέψω πλέον στον κόσμο. Θέλω να γίνω μοναχός και να λάβω το όνομά σου.


Εις τις 18 Ιανουαρίου του 1861, εορτή του μεγάλου προμάχου της Ορθοδοξίας Αγίου Αθανασίου ο νεώτερος πρόμαχος της Ορθοδοξίας εν Ελλάδι Χριστόφορος Παπουλάκος παρέδωκε το πνεύμα εις Κύριον.

Απόσπασμα απο κείμενο του μακαριστιού μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη (περιοδικό Χριστιανική Σπίθα τον Δεκέμβριο του 1952, φυλ. 137)
πηγή 


ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΤΟΝ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ;
Σύγκρουση μεταξύ δυτικού και ανατολικού πνεύματος 
και κριτική στο επαίσχυντο βιβλίο «άγιος αγύρτης»
Η εκκλησιαστική ιστορία έχει αποδείξει ότι η Χάρις του Θεού αναδεικνύει στις κρίσιμες στιγμές της Εκκλησίας μεγάλους Πατέρας και Αγίους για ν᾽ αντιμετωπίσουν πλάνες, αιρέσεις, σχίσματα κτλ. 
Το δυτικό πνεύμα τρεις Άγιοι μέχρι σήμερα το πολέμησαν και το αντιμετώπισαν επάξια:
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
ΚΑΙ 
Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ.
Ο Άγιος Χριστόφορος πολέμησε το δυτικό πνεύμα που εισήλθε στην Ελλάδα με τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Θεόφιλο Καΐρη, το οποίο ξαναζεί η Εκκλησία της Ελλάδος στις ημέρες μας και υπερασπίζεται ο συγγραφέας του βιβλίου “ένας αγύρτης άγιος”.

Ιδιαίτερα ο Άγιος Χριστόφορος ΠΟΛΕΜΗΘΗΚΕ από την τότε εξουσία και ΠΟΛΕΜΕΙΤΑΙ από τον συγγραφέα του βιβλίου “ένας αγύρτης άγιος” διότι:
Α) Αντιτάχθηκε στο αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την οποίαν υποδούλωσαν στο Κράτος, αφού οι Βαυαροί βιαίως την απέκοψαν από την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Ο άγιος ζητούσε την κατάργηση του αυτοκεφάλου και την επαναφορά της Εκκλησίας μας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Β) Αντιτάχθηκε στην αποχριστιανοποίηση της Ελλάδος και της Παιδείας, διότι οι Βαυαροί προσπαθούσαν ο,τι ήταν χριστιανικό να το απομακρύνουν μέσα από τα βιβλία των σχολείων και από την Ελλάδα και προσπάθησαν να εισάγουν το ευρωπαϊκό δυτικό πνεύμα στην εκπαίδευση και την ζωη των Ελλήνων.
Γ) Αντιτάχθηκε στούς Βαυαρούς και στον Βασιλέα Όθωνα, διότι ανακήρυξαν με βασιλικό διάταγμα ως αρχηγό της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον εκάστοτε Βασιλέα της Ελλάδος και τοποθέτησαν στην Ιερά Συνοδο βασιλικό επίτροπο, του οποίου χωρίς την υπογραφή και έγκρισή του ουδεμία απόφαση της Ιεράς Συνόδου ήταν ισχυρή η εφαρμοστέα. Κατι που ισχύει κατά παρόμοιο τρόπο μέχρι και σήμερα, αφού για να τοποθετηθεί ένας επίσκοπος σε μία Μητρόπολη η ένας ιερέας σε μία ενορία, πρέπει ο Υπουργός Παιδείας πρώτα να υπογράψει την απόφαση της Ιεράς Συνόδου και κατόπιν να εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα. Έως σήμερα ισχύει επίσης ότι πολλές αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου πρέπει πρώτα να εγκριθούν από την Κυβέρνηση για να έχουν ισχύ. Έτσι η Εκκλησία, εμμέσως πλην σαφώς, εξαρτάται τρόπον τινά έως και σήμερα από το Κράτος. Αντίθετα η Εκκλησία της Κυπρου είναι παντελώς ανεξάρτητη από το Κράτος. Ούτε προ, ούτε μετά, ενημερώνει για τυχόν αποφάσεις της η εκλογές Επισκόπων κτλ. Αυτό λοιπόν το δυτικό πνεύμα πολέμησε ο Παπουλάκος, γι᾽ αυτό εκδιώχθηκε από τις αρχές, όπως κάποτε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Το βιβλίο του (ΑΡΧΙ - ΑΛΗΤΑΡΑ ΓΡΑΙΚΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΜΑΧΟΥ ΠΑΣΟΚΟΣΚΥΛΟΥ) δημοσιογράφου Δημητρίου Καμπουράκη, “ένας αγύρτης άγιος” υβρίζει, συκοφαντεί, γελοιοποιεί τον Παπουλάκο, ο οποίος υπερασπιζόταν όλα τα ανωτέρω ιδανικά. Αντίθετα δε το επαίσχυντο βιβλίο υπερασπίζεται τον Αρχιμ. Θεόκλητο Φαρμακίδη, γραμματέα της τότε Ιεράς Συνόδου και τον Θεόφιλο Καΐρη, ως προοδευτικούς, και κατηγορεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Εκκλησία και τούς επισκόπους, τα Μοναστήρια και τούς Μοναχούς ως διεφθαρμένους και φονταμενταλιστάς (φανατικούς).

Ο Παπουλάκος υπερασπίσθηκε αυτή την ηθική τάξη που γνώριζε η Ορθόδοξη Ελληνική Παράδοση, ελέγχοντας την αμαρτωλή ζωη του λαού, αλλά και την εξουσιαστική αλαζονεία της Βαυαροκρατίας που έπληττε τόσο το εθνικό όραμα, όσο και τη θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων.

Υπερασπίσθηκε επίσης τη Μεγάλη Ιδέα και την απελευθέρωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ήταν και παραμένει ο πνευματικός σύνδεσμος ολοκλήρου του Ελληνισμού.

Υπερασπίσθηκε την Ορθόδοξη πίστη που διατήρησε την Εθνική μας ταυτότητα κατά τούς αιώνες της Τουρκοκρατίας και οδήγησε στην ιστορικά απίθανη επιτυχία της Επανάστασης του  21, μια πίστη που ήταν σωτηρία για τούς Έλληνες και παραλογισμός για τούς ορθολογιστές Βαυαρούς.
Η θριαμβευτική πορεία του Παπουλάκου, η καταδίκη του από τη διοικούσα Εκκλησία, η προδοσία, η σύλληψη και η φυλάκισή του, θυμίζουν έντονα την πορεία του Χριστού από τη Βαϊοφόρο ως τον Γολγοθά.
Όμως, η αγία του μορφή καθόλου δεν πέρασε στη λήθη.
 
150 χρόνια μετά την κοίμησή του, μένει ολοζώντανος και τιμάται ως Άγιος και προφήτης του Χριστού στη μνήμη του λαού της Πελοποννήσου, ενός λαού που αναμένει με λαχτάρα και την επίσημη κατάταξή του στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, τώρα που οι καιροί κάνουν αυτή την πράξη πιο επιτακτική.

Η θυσία ως υπέρτατη απόδειξη της αγάπης είναι αδιανόητη για τον άθεο άνθρωπο.
 
Είναι δεδομένη όμως για το πιστό χριστιανό, που ξέρει ότι ο Υιός του Θεού πέρασε φρικτά πάθη για τη σωτηρία του κόσμου που ξέρει, ότι οι Άγιοι όλων των εποχών σηκώνουν τον προσωπικό τους σταυρό προτού φθάσουν στην Ανάσταση.
Με αυτά τα δεδομένα γίνεται, πιστεύουμε, κατανοητό το γιατί επιστρατεύθηκε ο γνωστός δημοσιογράφος κ. Καμπουράκης, αυτή την εποχή, για να προωθηθεί μέσω ενός μεγάλου τηλεοπτικού διαύλου ένα τέτοιο βιβλίο.
 
Ο Παπουλάκος είναι σύμβολο και τέτοια σύμβολα είναι επικίνδυνα και σήμερα. 
Στην εποχή της χειραγώγησης των λαών από τα ΜΜΕ, κάθε υγιής επαναστατική φωνή είναι επικίνδυνη.
Και ένα έθνος που περνά μια βαθειά-πνευματική κατά κύριο λόγο-κρίση και στερείται προτύπων, ηρώων και αξιών, κοιμάται καλά και δεν πρέπει να ξυπνήσει.
Η Ελλάδα δεν έχει πολλές ελπίδες να ξυπνήσει όσο η Εκκλησία καθηλώνεται με ανύπαρκτα και υπαρκτά σκάνδαλα...Όσο ακόμα ένας άγιος, βαπτίζεται “αγύρτης”!
ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ» (πατήστε πάνω στην εικόνα):

ΤΟ ΑΠΥΘΜΕΝΟ ΜΙΣΟΣ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ!

Οι Βυζαντινοί κατακαίνε τους βαρβάρους με το ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟ ΦΩΚΑ, ο Λιουτπράνδος γράφει:
 
«Ο Νικηφόρος είναι ένα πλάσμα πραγματικά τερατώδες, πυγμαίος με τεράστιο κεφάλι, με μάτια σαν του τυφλοπόντικα, με γενειάδα κοντή, πλατιά, πυκνή, ασπριδερή. Το μέτωπό του είναι ένα δάκτυλο πλατύ, η κόμη ατίθαση και άγρια στολίζει το άγριο πρόσωπο σαν να ήταν Ίοπας. Το δέρμα του είναι μαυριδερό σαν να ήταν Αιθίοπας. Είναι κοιλαράς με αδύνατους γλουτούς. Τα μπούτια είναι μεγάλα, δυσανάλογα με το κοντό του ανάστημα, τα πόδια του πλατιά. Φορούσε έναν παλιό χωριάτικο μανδύα, ξεφτισμένο και βρωμερό, και υποδήματα Σικυώνια. Ο λόγος του είναι θρασύς, αλλά ο νους του σαν της αλεπούς και σαv τον Οδυσσέα είναι επίορκος και ψευταράς.» Επίσης, ο βυζαντινός αυτοκράτορας είναι: χωριάτης, κατσικοπόδαρος, κερατάς, γυναικωτός, μαλλιαρός, άξεστος, βάρβαρος, βάναυσος, «περπατά σαν γριά και έχει κατσικίσια μούρη».

Συνεχίζοντας, ο Λιουτπράνδος αποφαίνεται:

 
Ο βασιλιάς των Ελλήνων (Σ.Σ. Μα καλά, δεν μας λένε οι "ελληνολάτρες δωδεκαθεϊστές" πως οι Βυζαντινοί δεν ήταν Έλληνες;;;) είναι μαλλιαρός, φοράει χλαμύδα με μακριά μανίκια και γυναικείο μανδύα, είναι ψεύτης, απατεώνας, αδυσώπητος, πονηρή αλεπού, υπερόπτης, ψευδοταπεινόφρων, τσιγκούνης, πλεονέκτης, τρώει σκόρδο, κρεμμύδια και πράσα και πίνει βάλνιον.

Επίσης:

 
Ο αυτοκράτορας «εξαπατά […] και δεν λέει σε κανέναν την αλήθεια. Έπραξε όμως όπως πράττουν πάντα οι Έλληνες!».

«Ανθελληνικά» στερεότυπα Δυτικών από τους Νεώτερους Χρόνους  μέχρι και την Ελληνική Επανάσταση

Το παραπάνω αρνητικό για τους Έλληνες μοτίβο θα επαναληφθεί ώς έναν βαθμό και στα έργα Δυτικών περιηγητών που επισκέφθηκαν το Αιγαίο κατά τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα, όπως και σε αυτά διαφόρων Δυτικών αξιωματούχων. Επί παραδείγματι:

 
Ο Βενετός μοναχός Paolo Sarpi (1552-1623) αποκαλούσε τους Έλληνες «απίστους» και έλεγε ότι χρειάζονται «λίγο ψωμί και πολύ ξύλο» (“poco pane e molte bastonate”) και ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως άγρια θηρία, να ταπεινώνονται συνεχώς και να εμποδίζονται από την εξάσκηση στα όπλα. Ο Ιταλός προσκυνητής Zuarllardo γράφει στα τέλη του 16ου αιώνα: «Δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι πολύ τους Έλληνες. Είναι γνωστοί εχθροί μας». Ο Γάλλος περιηγητής του Αιγαίου Jean Thévenot (1633-1667) σημείωνε ότι «Οι Έλληνες είναι φιλάργυροι, άπιστοι, προδότες, παιδεραστές, άκρως εκδικητικοί, υποκριτές και πολύ δεισιδαίμονες», καθώς και ότι «μισούν τους Καθολικούς περισσότερο από τους Τούρκους».(Σ.Σ. Αυτό έτσουζε τους αιρετικούς Παπικούς!!!).

Ο Γάλλος Ιησουίτης Robert Saulger (1637-1709) αποκαλούσε τους ορθοδόξους κατοίκους των Κυκλάδων «σχισματικούς» και «δεισιδαίμονες», ενώ θεωρούσε ότι οι Έλληνες «είναι υπερήφανοι όταν υπερτερούν, αλλά ταπεινοί όταν χάνουν και γίνονται εξ ανάγκης κάποτε ψεύτες». Επίσης, «είναι πανούργοι, λίγο φιλαλήθεις και ασταθείς στη φιλία τους».

Ήδη από συστάσεως σχεδόν του  γερμανικού κράτους, επί Bismarck (τέλη 19ου αι.), κάποιοι Έλληνες κατηγορούσαν τους Γερμανούς ότι στο πλαίσιο των γεωπολιτικών τους φιλοδοξιών επιθυμούσαν να διοικήσουν την Ελλάδα «ως επαρχία της Βαυαρίας», υπό το δόγμα του “Deutschland über Αlles”. Σημειώνεται επίσης ότι ο σφιχτός εναγκαλισμός μεταξύ Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προ και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου δεν ήταν άσχετος με τη συστηματική εξόντωση του μικρασιατικού Ελληνισμού από τους Νεοτούρκους, που έγινε κατόπιν σχεδιασμών και προτροπών Γερμανών αξιωματικών – συμβούλων τους, όπως π.χ. του Liman von Sanders πασά, που αποκαλούσε τους Μικρασιάτες Έλληνες  «εχθρικά στοιχεία, εμπνεόμενα με έξωθεν επαναστατικάς ιδέας», τα οποία θα έπρεπε να διωχθούν ανηλεώς. 

Αναπαράσταση της έκρηξης βόμβας που εκτόξευσε ο Παπικός Μοροζίνι στον ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ
Κατά δε τη χιτλερική περίοδο υπάρχουν μαρτυρίες  που αναφέρουν ότι οι Έλληνες  κατηγορούνταν ως «τεμπέληδες, καφενόβιοι κι αεριτζήδες»,(Σ.Σ. ΜΗΠΩΣ ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΗΝ ΤΩΡΙΝΗ "ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ" ΤΩΝ ΕΛΕΕΙΝΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΟΔΟΥΛΩΝ, ΠΟΛΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΔΩΣΙΛΟΓΩΝ;;;) τους οποίους οι Γερμανοί έλεγαν ότι θα υποχρεώσουν να εργάζονται «όπως ξέρουν αυτοί να βάζουνε τους σκλάβους να δουλεύουνε». Σήμερα, 70 χρόνια μετά, το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο, με μια άλλη όμως μορφή. Η στρατιωτική εισβολή του Γ΄ Ράιχ στην Ελλάδα έχει κατά κοινή ομολογία αντικατασταθεί από τη γερμανική οικονομική διείσδυση, που φθάνει σε βαθμό υπονόμευσης της εθνικής μας κυριαρχίας, στο πλαίσιο μίας οιονεί ανασύστασης του γνωστού από τις δεκαετίες του ’30 και του ’40 «ζωτικού χώρου» της Γερμανίας (“Lebensraum”).

Επίσης, δημοσιεύματα του γερμανικού τύπου, κυρίως ευρείας λαϊκής κατανάλωσης, χαρακτηρίζουν τους Έλληνες «παράσιτα», «τεμπέληδες», «απατεώνες», «κλέφτες», «ψεύτες», «άχρηστους», «αναξιόπιστους», οι οποίοι θα πρέπει να τιμωρηθούν με σκληρά οικονομικά μέτρα ή και με την απώλεια τμήματος της εδαφικής τους επικράτειας (π.χ. κάποιων νησιών) ή ακόμη και της ίδιας της Ακρόπολης!, κατά προτίμηση προς όφελος της Τουρκίας. Παρόμοιου τύπου δημοσιεύματα έχουν εντοπιστεί και σε άλλες χώρες, όπως στη Δανία και σε άλλες σκανδιναβικές χώρες, δευτερευόντως στην Αγγλία και σπανιότερα στη Γαλλία, πρωτίστως όμως ίσως στην Ολλανδία, όπου, πέραν των παραπάνω, οι Έλληνες έχουν παρουσιαστεί και ως «εφευρέτες» του ομοφυλοφιλικού σεξ. Συχνά δε Έλληνες μετανάστες που διαβιούν στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, κυρίως στον γερμανόφωνο χώρο και τη Σκανδιναβία, αντιμετωπίζουν τη χλεύη και τις υβριστικές επιθέσεις μιας όχι ασήμαντης μερίδας των εκεί ιθαγενών πληθυσμών.

 
Αυτού του είδους όμως η πολεμική δεν περιορίζεται μόνο έναντι των Ελλήνων, αν και ο λαός μας αποτελεί κατά το τελευταίο διάστημα την προμετωπίδα των λαών που αντιμετωπίζονται απαξιωτικά, κυρίως από κύκλους του προτεσταντικού Βορρά. Λαοί κυρίως μεσογειακοί και καθολικοί, με όχι ιδιαίτερα μεγάλη έφεση στην οικονομική ανάπτυξη, αντιμετωπίζονται ως Ευρωπαίοι β΄ κατηγορίας, υφιστάμενοι αφενός τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης αφετέρου δε τη χλεύη κάποιων βορείων εταίρων τους στην Ευρώπη, που τους έχουν αποδώσει χαρακτηρισμούς, όπως του «οκνηρού», του «παρασίτου», του «γουρουνιού» κ.ά., θεωρώντας παράλληλα ότι είναι «αμαρτωλοί», που θα πρέπει να «σωφρονιστούν».

Η ύπαρξη των παραπάνω στερεοτύπων αποτελεί προφανώς προϊόν συνδυασμών διαφόρων παραμέτρων: αφενός των τρεχουσών πολιτικο-οικονομικών συνθηκών και αφετέρου της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, νοοτροπίας και ιστορικού και πολιτισμικού υποβάθρου μεταξύ των λαών της Ευρώπης. Φαίνεται λοιπόν ότι έχει κατά κάποιο τρόπο διαμορφωθεί στην Ευρώπη ένα ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα στον προτεσταντικό Βορρά και τον καθολικό (και ελληνορθόδοξο) Νότο, κάτι που, όμως, λόγω της βαθμιαίας διάδοσης της οικονομικής κρίσης και βορείως των Άλπεων, αρχίζει και υποχωρεί, αν και ίσως όχι στον αναμενόμενο βαθμό.

Οι απόγονοι του Ατίλα και του Καρλομάγνου συνεχίζουν επαξίως το βάρβαρο έργο τους: Γερμανοί Εθνικοσοσιαλιστές (Ναζί) χαμογελούν με φόντο το φλεγόμενο ΔΙΣΤΟΜΟ
Επιπλέον, το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μεν χώρα ευρωπαϊκή, όχι όμως και κατ’ ουσίαν δυτική, καθότι Ορθόδοξη, φαίνεται ότι δεν δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ιδιαίτερα φιλικών προς αυτήν αισθημάτων από την πλευρά δυτικών κύκλων που επηρεάζουν ώς ένα βαθμό την εκεί κοινή γνώμη, κάποιοι εκ των οποίων τη συνδέουν ή την ταυτίζουν με την εχθρική γι’ αυτούς Ρωσία, μιλώντας μάλιστα για «σλαβορθόδοξο» πολιτισμό, ενώ έχει γίνει λόγος και για την ύπαρξη μίας «ανίερης συμμαχίας» ή ενός «άξονα του κακού» των ορθοδόξων Ελλήνων και των Σέρβων κατά την περίοδο των πολέμων της πρώην Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του ‘90. Επίσης, στον γερμανικό τύπο της εποχής είχε ανασυρθεί από το χρονοντούλαπο της ιστορίας η θεωρία του Fallmerayer, για προφανείς λόγους, και κυκλοφορούσαν χάρτες που παρουσίαζαν την Ελλάδα ως ένα συνονθύλευμα λαών, με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου να ανήκουν στην Τουρκία.

Ανάλογα βεβαίως φαινόμενα καχυποψίας και εχθρότητας απέναντι στους Δυτικούς, και δη τους Γερμανούς, έχουν παρατηρηθεί κατά το παρελθόν και από την πλευρά κάποιων Ελλήνων Ορθοδόξων, δεδομένων των πολλών συσσωρευμένων αρνητικών τους εμπειριών από τη μακραίωνη συνύπαρξή τους με τον δυτικό κόσμο. Υπό το πρίσμα λοιπόν όλων των παραπάνω θα μπορούσε να ερμηνευθεί το φαινόμενο της ύπαρξης σήμερα στην Ευρώπη ορισμένων αρνητικών στερεοτύπων για τους Έλληνες, σε συνάρτηση βεβαίως και με το γενικότερο ιστορικό υπόβαθρο των σχέσεων του Ελληνισμού με τη Δύση. 
 
πηγή:hellas-orthodoxia

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Άγ. Μάρκος Ευγενικός 19 Ιανουαρίου


Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ Ο ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ
Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού .

Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.

Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.

Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ
Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.

Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.

Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.
ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ
Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.

Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.

Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος - λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως - να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.

Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό - ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων - άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.
Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ
Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως - εν συνεννοήσει μετά των παπικών - μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.

Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.
Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ
Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση - γενόμενοι θύματα των παπικών - ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.

Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν».Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ' ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.

Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».
Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ
Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ' επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992).

Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ' ο άγιός μας ηρνήθη.
Η ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ
Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ' ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».

Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι' αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».
ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ
Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ' επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών.

Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.
ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ
Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.

Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.

Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)

Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου - ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
«Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ», ΜΕΘΩΝΗ - ΠΙΕΡΙΑΣ

Μνήμη (αγίου) Χριστοφόρου του Παπουλάκου


(18 Ιανουαρίου 1861)

Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ερωτευμένος με το Χριστό, που παράτησε τα πάντα και ασκήτεψε.
Κάποια στιγμή άρχισε να γυρίζει τα χωριά και να μιλάει για το Χριστό και την αγάπη στους ανθρώπους, που είχαν μεσάνυχτα για την ίδια τη δική τους πνευματική κληρονομιά - για τη δική τους πνευματική κληρονομιά τους μιλούσε, μια κληρονομιά που οδήγησε και οδηγεί χιλιάδες ανθρώπους από πολλά έθνη στην αγιότητα. Τα λόγια του στάζανε μέλι (κατά τη διάρκεια ομιλιών του, ληστές έφεραν πίσω τα κλεμμένα, ορκισμένοι εχθροί έδωσαν τα χέρια κ.τ.λ.) και ο λαός τον σεβάστηκε και τον αγάπησε.
Μετά όμως πληροφορήθηκε πως εκείνοι που κυβερνούσαν τη χώρα (η οποία πριν λίγες μόλις δεκαετίες είχε φύγει από τη μακραίωνη τουρκική σκλαβιά) περιφρονούσαν αυτή την πνευματική κληρονομιά -όντας ξένοι και αλλόθρησκοι- και προσπαθούσαν να την υποβαθμίσουν (ακόμα & με τη βία, π.χ. κλείνοντας μοναστήρια, επιβάλλοντας σε μοναχούς και μοναχές να βγάλουν τα ράσα, πετώντας ιερά κειμήλια στα σκουπίδια) και να την αντικαταστήσουν με έναν ξενόφερτο πολιτισμό, με ξενόφερτες κοσμοθεωρίες και μοντέρνο, εκσυγχρονισμένο, τρόπο ζωής, όχι πλέον παραδοσιακό και "υπανάπτυκτο"... Και τότε πόνεσε και θύμωσε πάρα πολύ κι άρχισε να τους ασκεί σκληρή κριτική.

Αυτή και όλες οι εικόνες του Παπουλάκου που δημοσιεύονται εδώ (εκτός από μία), είναι από αυτό το άρθρο, όπου αναφέρεται και πού βρίσκεται καθεμιά (δείτε τις λεζάντες)

Οι άρχοντες του τόπου φοβήθηκαν αυτό τον αγράμματο ασκητικό καλόγερο, γιατί έβλεπαν πως ο λαός τον ακούει (όπως φοβήθηκε ο Ηρώδης τον άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο, και δεν καταλάβαινε πως ο Πρόδρομος ήταν ο μοναδικός του φίλος, τον οποίο σκότωσε). Επιστράτευσαν λοιπόν τους ηγέτες της Εκκλησίας της Ελλάδας, που ήταν δικοί τους άνθρωποι, κι εκείνοι τον κάλεσαν (πήγε ολόκληρος στρατός να τον πιάσει, γιατί τον ακολουθούσαν χιλιάδες λαού), τον πέρασαν από εκκλησιαστικό δικαστήριο, τον καταδίκασαν και τον φυλάκισαν στο κελί ενός μοναστηριού, φρουρούμενο, για όλη την υπόλοιπη επίγεια ζωή του.
Το όνομά του: Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, Χριστοφόρος μοναχός ή, όπως έμεινε στην Ιστορία, Παπουλάκος.

Ο Παπουλάκος είναι ακόμη και σήμερα (ενάμισι αιώνα μετά) σημείο αντιλεγόμενο. Οι πιο "ευρωπαϊστές" Νεοέλληνες (είτε άθεοι, είτε χριστιανοί), "προοδευτικοί" και "εκσυγχρονισμένοι", τον θεωρούν ανόητο φανατικό, εχθρό της προόδου, αφού έλεγε στον κόσμο πως "τα άθεα γράμματα" (οι νεοφερμένες στον ελλαδικό χώρο ευρωπαϊκές επιστήμες) "θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Οι παραδοσιακοί τον θεωρούν άγιο, όπως τον θεώρησε τον παλιό καιρό μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού - του ορθόδοξου, αν μου επιτρέπετε, ελληνικού λαού, του λαού μας.
Τα τελευταία χρόνια εκφράστηκε δημόσια μια πρόταση για την επίσημη αγιοκατάταξή του. Σ' αυτή την πρόταση απάντησαν κάποιοι με κραυγές ή χλευασμό: "άγιος" ο Παπουλάκος; Αυτός ο αγύρτης!; Αυτό δα μας έλειπε! 
Αν η Εκκλησία αγιοκατατάξει (κατατάξει επίσημα ανάμεσα στους αγίους) τον Παπουλάκο, θα γίνει καινούργιος σάλος: θα έχει "αποδείξει" για μια ακόμα φορά πως είναι φορέας σκοταδισμού, εχθρός της προόδου και του φωτός (φωτός που φυσικά έρχεται από τη δύση και δεν έχει σχέση με κάποιο "θείο Φως" αλλά μόνο με το φως των επιστημών, που μας βοηθάνε να ζούμε όμορφα).
Η άλλη άποψη είναι πως η Εκκλησία ΠΡΕΠΕΙ να αγιοκατατάξει τον Παπουλάκο, όχι μόνο επειδή είναι στ' αλήθεια άγιος (άρα του αξίζει αυτή η τιμή), αλλά και γιατί αυτό θα ήταν μια σωστή και σοβαρή πράξη αντίστασης στο απόλυτο ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας μας - ξεχαρβάλωμα, παρακμή, πόνος, παράνοια, που είναι 100% συνέπειες της παγκόσμιας νίκης αυτού του "εκσυγχρονισμού" ενάντια στον οποίο κήρυττε ο Παπουλάκος. Διότι αυτός ο "εκσυγχρονισμός" δεν ήταν τελικά τίποτ' άλλο από μια παγίδα: έκρυβε τον καταναλωτισμό, την απομόνωση, τον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, την παγκοσμιοποίηση, την εκμετάλλευση των λαών, πρώτου και τρίτου κόσμου! Όλα τα άλλα είναι απλά δολώματα. Κι εμείς είμαστε τα ψάρια, στο τηγάνι των καπιταλιστών.
Ήδη άργησε η Εκκλησία να τον αγιοκατατάξει, λέει αυτή η άποψη (εύκολο είναι να αναγνωρίσει ως άγιο κάποιον που η ίδια η Ιερά Σύνοδος τον καταδίκασε;), αλλά έστω και τώρα, στο παρά 5, είναι καιρός. Αντίσταση χρειαζόμαστε ενάντια στους καινούργιους κατακτητές (που είναι οι ίδιοι οι παλιοί, αλλά τώρα πέταξαν τις γλυκές μάσκες). Και ο Παπουλάκος ήταν μια προφητική φωνή αντίστασης. Είναι άγιος, είναι ένας εξαιρετικά επίκαιρος πνευματικός αγωνιστής, και πρέπει να τον τιμήσουμε ως άγιο.
Το ταπεινό blog μας συντάσσεται μ' αυτή την άποψη.


Όταν ο Παπουλάκος "συνάντησε" τους Ινδιάνους

Πριν παραθέσουμε κάποια ιστορικά στοιχεία, μια τελευταία παρατήρηση:
Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που "δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν"). 
Ακριβώς αυτό έκανε κι ο Παπουλάκος: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα 'βαλε μ' ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι' αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για το Θεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον Παπουλάκο.
Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);
Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες - άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).
Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα - ο Παπουλάκος, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.
Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
"...Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ' ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες" (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. "Ελεύθερος Τύπος", Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως "τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.

Ιστορικό άρθρο για τον Παπουλάκο



Ο "Παπουλάκος"
(Μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος 1780/90 - 1861)
 
Ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παπουλάκου, η οποία σύμφωνα με τον κ. ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟ Α., τέως προέδρου της Ένωσης Αρμπουνέων - Καλαβρύτων στην Αθήνα «Ο Άγιος Αθανάσιος», είναι η μοναδική που σώζεται. Βρέθηκε τυχαία από ένα μέλος της Ένωσης σε ένα κουρείο στην Αθήνα, όπου ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την κατείχε ως κειμήλιο από τους γονείς του. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας διακρίνονται μετά δυσκολίας η λέξη «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟC» και η χρονολογία «ΑΩΝ» (=1850). Τα χαρακτηριστικά του προσώπου που εικονίζεται ταιριάζουν καταπληκτικά στις περιγραφές του Παπουλάκου και άλλωστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της. (Βρίσκεται στου ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α., Ο Αληθινός Παπουλάκος, Αθήνα 1984, σ. 3).

      Το πρόσωπο με το οποίο θα ασχοληθούμε στην παρούσα εργασία έζησε και έδρασε στην εποχή της αντιβασιλείας και της βασιλείας του Όθωνα. Η ύπαρξη ενός ελληνικού κράτους ήταν μία αναγκαία ιστορική πραγματικότητα. Η δημόσια διοίκηση προσπαθούσε να οργανωθεί κατά τα πρότυπα των λοιπών δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Ο λαός που κατοικούσε στον τότε ελλαδικό χώρο έπρεπε να δεχθεί μία νέα υπό διαμόρφωση εξουσία. Το κράτος παρεμβατικού τύπου σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής των πολιτών, δεν ήταν κάτι συνηθισμένο στους κατοίκους της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξάλλου, ο αγώνας του 1821 για ελευθερία είχε επιδράσει στις ψυχές των ανθρώπων, καθόσον δεν ήταν αγώνας ελευθερίας μόνο σωμάτων, αλλά και ψυχών. Στα πλαίσια αυτά, ο Παπουλάκος, μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, με την ζωή του και τον αγώνα του εξέφραζε μία αντίδραση του γαλουχημένου στην Ορθόδοξη παράδοση λαού, έναντι των αλλοιώσεών από το ισχυρό κοσμικό πνεύμα του διαφωτισμού, που με την υλική του λάμψη, άρχισε να εισέρχεται και να επιβάλλεται από το νεοσύστατο κράτος, θαμπώνοντας και ανατρέποντας συθέμελα στις ψυχές των ανθρώπων τις πατροπαράδοτες αξίες.
Τα χρόνια του Παπουλάκου ως λαϊκού
Ο μοναχός Χριστόφορος, κατά κόσμο Χρήστος ή Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο μικρό ορεινό χωριό Άρμπουνα της επαρχίας Καλαβρύτων, γύρω στα 1780 με 90. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν υπάρχουν πολλά βιογραφικά στοιχεία, καθώς ζούσε μία απλή συνηθισμένη ζωή ενός χωρικού, η οποία με τίποτα δεν προμήνυε αυτά που θα επακολουθούσαν. Από τις σωζόμενες επιστολές του, φαίνεται ότι ήξερε πολύ λίγα γράμματα, ίσως να είχε φοιτήσει στις πρώτες τάξεις δημοτικού σχολείου ή είχε διδαχτεί από κάποιον μοναχό ή ιερέα, λόγω της ανάγκης ανάγνωσης των εκκλησιαστικών βιβλίων. Η κλίση και η αγάπη του στην Ορθόδοξη λατρεία ήταν έκδηλη από την μικρή του ηλικία. Άναβε τα καντήλια σε εγκαταλειμμένες Εκκλησίες, μελετούσε με αφοσίωση τα συναξάρια και γενικώς βίωνε, απλοϊκά, τον πατροπαράδοτο Ορθόδοξο τρόπο ζωής.
Μετερχόταν το επάγγελμα του κρεοπώλη, έσφαζε ζώα και εμπορευόταν κρέατα στα γύρω χωριά του δήμου Κλειτορίας, μαζί με τα τρία αδέλφια του. Από το επάγγελμά του προσπόριζε αρκετά, ώστε να έχει μία ευπρεπής, για τα δύσκολα δεδομένα της εποχής, ζωή. Σε προχωρημένη, πλέον, ηλικία αρρώστησε βαριά, πιθανώς από τυφοειδή πυρετό και έμεινε αναίσθητος επί τρεις ημέρες. Η ανάρρωση του ήταν ξαφνική, αλλά το γεγονός αυτό, τον συγκλόνισε με αποτέλεσμα εξίσου αιφνιδιαστικά να παραδώσει την περιουσία του στα αδέλφια του και να εγκαταλείψει τα εγκόσμια.

Το συγκλονιστικό (κατ' εμέ) μυθιστόρημα του Κωστή Μπαστιά Παπουλάκος, του 1951. Κοσμείται με εικόνα λαϊκής τέχνης που δείχνει το κήρυγμα του Παπουλάκου και, όπως γράφει στο εξώφυλλο, την ανακάλυψε ο Φώτης Κόντογλου στον Άγιο Όρος. Θεωρώ ότι αξίζει να το διαβάσετε, άσχετα αν "πιστεύετε" στο Χριστό ή όχι...

Τα πρώτα χρόνια του ως μοναχού
Έγινε μοναχός σε αρκετά μεγάλη ηλικία και ονομάστηκε Χριστόφορος. Το πιο πιθανό είναι να εκάρη στο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου, μετόχι της Αγίας Λαύρας ή κατά άλλους στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου και μόνασε για μικρό χρονικό διάστημα. Αμέσως μετά άρχισε να επαιτεί, περιφερόμενος στα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων. Λόγω του ασκητικού τρόπου ζωής του, περίσσευαν οι ελεημοσύνες που συγκέντρωνε σε είδη και χρήματα, για αυτό τα έδιδε στους πτωχούς, παρακαλώντας τους να μην διαδίδουν τις χειρονομίες του. Το 1847 εγκατέλειψε τον πλάνητα βίο [=τις περιπλανήσεις] και εγκαταστάθηκε σε ένα κτήμα του, σε υπερκείμενο στο χωριό του όρος, όπου έχτισε μία καλύβα και ξεκίνησε να ανεγείρει μικρό Μονύδριο - ασκητήριο, προς τιμή της κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το ίδιο έτος και προκειμένου ολοκληρώσει το οικοδόμημα του ασκηταριού του άρχισε να περιοδεύει και να κηρύττει στα χωριά της Αχαΐας και κατόπιν της Αρκαδίας.

Η προδοσία και η σύλληψη
Ότι δεν κατάφεραν τα όπλα και η στρατιωτική επιβολή το κατάφεραν «τα παντοδύναμα χρήματα». Ένας από τους περισσότερο πιστούς ακόλουθους του Παπουλάκου, ο Παπαβασίλαρος, από το χωριό Λαγκάδια του δήμου Λεύκτρου, υπέκυψε στο πάθος της πλεονεξίας και δέχτηκε προσφορά έξι χιλιάδων δραχμών για να τον καταδώσει. Το κρησφύγετό του στον Ταΰγετο ήταν άγνωστο και η σύλληψή του σε μέρη που τον προστάτευαν οι χωρικοί εξαιρετικά δύσκολη. Έτσι, κατόπιν διαπραγματεύσεων που έγιναν από τον έπαρχο και τον υπομοίραρχο της χωροφυλακής Οιτύλου, εξ ονόματος του νομάρχου και του γενικού αρχηγού των στρατιωτικών δυνάμεων, Γενναίου Κολοκοτρώνη, ο πλεονέκτης ιερέας συμφώνησε να τον παραδώσει με ειδικό σχέδιο που καταστρώθηκε προς τούτο. Παρέλαβε ένα χωροφύλακα, μεταμφιεσμένο σε Λάκωνα και μετέβησαν στην Μονή Βοϊδονίτσης, όπου κρυβόταν. Ο ανύποπτος Παπουλάκος, εντωμεταξύ, επειδή έβλεπε τον κλοιό να σφίγγει ασφυκτικά, σκέφτηκε να αποδράσει στην Κρήτη. Όταν είδε τον Παπαβασίλαρο του ζήτησε να μεταβή στον δήμο Κολοκυνθίου, όπου έμπιστοι άνθρωποί του να ετοιμάσουν φρουρά για να διαφύγει με ασφάλεια. Παρήγγειλε, επίσης να λάβει από τον επίσκοπο Ασήνης έγγραφο που να παρακινεί τους κατοίκους για να τον συνδράμουν στην διαφυγή του. Ο Παπαβασίλαρος ανήγγειλε την αποστολή του στον έπαρχο και στον υπομοίραρχο. Αυτοί αμέσως του έδωσαν έξι χωροφύλακες μεταμφιεσμένους σε Λάκωνες και τον εφοδίασαν με πλαστό έγγραφο δήθεν του επισκόπου Ασήνης, που τον παρακινούσε να συνεχίσει τις διδαχές του και να κηρύξει στο χωριό Κολοκύνθιον.
Από εδώ

Το τέχνασμα πέτυχε και ο Παπουλάκος πεισθείς, ακολούθησε την «φρουρά» του Παπαβασίλαρου. Την 23 Ιουνίου 1952 αναχώρησε από την Μονή Βοϊδονίτσης. Την επομένη, 24 Ιουνίου, φτάνοντας στην Μονή του Τζέγκου, του δήμου Οιτύλου, τον συνέλαβαν χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. Από τα παράλια της Καρδαμύλης τον επιβίβασαν στην γολέττα «Ματθίλδη» και από εκεί στο ατμόπλοιο «Οθων», όπου παρέμενε έγκλειστος. Μεταφέρθηκε στο Γύθειο και αργότερα, την 27 Ιουνίου 1852, το ατμόπλοιο προσόρμισε στον Πειραιά. Έτσι έλαβε τέλος η έντονη κηρυκτική δράση του Παπουλάκου, η οποία είχε ως συνέπεια όλα τα προαναφερθέντα σημαντικά για την εποχή γεγονότα που ο τότε τύπος τα τιτλοφόρησε ως τα «Χριστοφορικά».
Η θλίψη διαδέχτηκε το άγγελμα της συλλήψεώς του, η παρουσία όμως των ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων και οι μαζικές συλλήψεις που είχαν γίνει, εμπόδιζαν τις εκδηλώσεις συμπαθείας. Το μένος των Μανιατών για την σύλληψη στράφηκε εναντίον του καταδότη ιερέα, ο οποίος φοβούμενος για την ζωή του, έφυγε στην Αθήνα για να παραλάβει την αμοιβή του. Προτάθηκε δε, να γίνει στρατιωτικός ιερέας για να απομακρυνθεί μόνιμα από την εξημμένη εναντίον του περιοχή. Μεταφέρθηκε στις Σπέτσες, αλλά όταν μαθεύτηκε ότι έφτασε το πλοίο που τον μετέφερε, συγκεντρώθηκε πλήθος με άγριες διαθέσεις. Σώθηκε από στρατιωτική φρουρά. Τελικά λίγο αργότερα φονεύτηκε από ένα νέο, ο οποίος σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, εκδικείτο την οικογενειακή του τιμή, διότι ο Παπαβασίλαρος είχε βιάσει την αδελφή του. Οι εφημερίδες έγραψαν, επίσης, ότι ο πατέρας του ιερέα, μόλις έμαθε τον θάνατο του υιού του, άμειψε σπαρτιάτικα με δύο τάλιρα τον κομιστή της ευχάριστης είδησης.

Η δίκη
 
Στην Αθήνα είτε από περιέργεια είτε από ευλάβεια έγιναν διάφορες αναστατώσεις για να δει ο κόσμος τον Παπουλάκο που φρουρείτο στο ατμόπλοιο. Επειδή είχε καταπονηθεί ο οργανισμός του από τις κακουχίες της συλλήψεώς του, τον εξέτασαν ιατροί, οι οποίοι συνέστησαν να αποβιβαστεί. Μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ρίου, όπου δόθηκε εντολή να μην επιτρέπεται η επαφή του με κανέναν.
Σε όσους συνελήφθησαν την περίοδο της εξάψεως (συμμετέχοντες στα γεγονότα της «καλογηρικής συνωμοσίας») δόθηκε χάρη με το από 9 Αυγούστου 1852 Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στις 22 του ιδίου μήνα, ενώ εννέα άτομα οι οποίοι θεωρήθηκαν πρωτεργάτες παραπέμφθηκαν σε δίκη για παραβάσεις σε βαθμό πλημμελήματος. Ο Παπουλάκος δε και ορισμένοι πιστοί ακόλουθοί του, ορίστηκε να δικαστούν για παραβάσεις σε βαθμό κακουργήματος, την 26 Ιουνίου 1853, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών, ως υπαίτιοι στάσεως κατά των καθεστώτων.
Παρόλη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, συνέρρευσαν πλήθη κόσμου στην δίκη. Ο Παπουλάκος στο δικαστήριο εύτολμος και ατάραχος, έδειξε ότι επιθυμούσε να δικαστεί και δήλωσε ότι δεν χρειαζόταν συνήγορο, διότι είχε τον Ιησού Χριστό για να αποδείξει την αθωότητά του . Οι διεθνείς συγκυρίες, με τον Κριμαϊκό πόλεμο επί θύρες, είχε προκαλέσει ανησυχία στην κυβέρνηση για την στάση της Ρωσίας. Έτσι η δίκη, λόγω της υποστήριξης που είχε ο Παπουλάκος από τους διαλυθέντες Φιλορθόδοξους και κατ' επέκταση από το ρωσόφιλο κόμμα, απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δόθηκε αναβολή στην δίκη, εξαιτίας της απουσίας μαρτύρων, για την 16 Σεπτεμβρίου 1853. Τελικώς, κατά τον Αύγουστο 1853, δόθηκε χάρη και όλοι οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν των ποινικών κατηγοριών με Βασιλικό Διάταγμα, επειδή (όπως έλεγε το Διάταγμα) έδειξαν φανερά σημεία μεταμέλειας. Ο Παπουλάκος όμως ιδιαιτέρως παραπέμφθηκε, για τον περαιτέρω πειθαρχικό του έλεγχο, στην Ιερά Σύνοδο, η οποία αποφάσισε τον μόνιμο περιορισμό του στην Μονή Παναχράντου στην Άνδρο.
Ο εγκλεισμός στην Μονή Παναχράντου και το τέλος
Στην Μονή Παναχράντου διαμορφώθηκε ένα ειδικό μοναχικό κελί, που το φρουρούσε ένας χωροφύλακας. Τις ημέρες μπορούσε να συμμετέχει κανονικά στο πρόγραμμα των ακολουθιών της Μονής και το βράδι εγκλειόταν, φρουρούμενος στο κελί του. Με τον χαρακτήρα του κέρδισε την υπόληψη του ηγουμένου και των μοναχών της Μονής, ενώ η φήμη του έλκυε για πολύ καιρό κόσμο. Επίσης, συνέχισε να κηρύττει στον συγκεντρωμένο κόσμο εντός της Μονής, όταν εύρισκε ευκαιρία. Από τους ανθρώπους που πίστευαν σε αυτόν, διαδιδόταν ότι ακόμα επιτελούσε θαύματα, αλλά το ενδιαφέρον των εφημερίδων και της κοινής γνώμης είχε απορροφηθεί στα δραματικά διεθνή γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου που επηρέαζαν άμεσα την χώρα μας. Κοιμήθηκε το βράδι της 18 προς 19 Ιανουαρίου 1861, ησύχως και σχεδόν λησμονημένος από τον πολύ τον κόσμο. 



Η μνήμη του στις μέρες μας
Ετάφη στο κοιμητήριο της Μονής Παναχράντου και από τους πρώτους χρόνους της κοίμησής του έγιναν προσπάθειες για την επίσημη αγιοκατάταξή του, την ανακομιδή των λειψάνων του και την φιλοτέχνηση της εικόνας του, χωρίς όμως αποτέλεσμα για πολλές δεκαετίες. Η «αντιεξουσιαστική» του δράση δημιουργούσε πρόβλημα στην ευρύτερη επίσημη αναγνώρισή του. Αργά αλλά σταθερά άρχισε να αποκαθίσταται η μνήμη του στην συνείδηση όχι μόνο των απλών πιστών, που ούτως ή άλλως πάντα πίστευαν στην αγιότητά του, αλλά και στην συνείδηση των ανώτατων εκκλησιαστικών Ιεραρχών. Υπάρχουν πλήθος επίσημων αναφορών επισκόπων που αναγνωρίζουν το έργο του, ακόμα και την αγιότητά του . Η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία παρέμειναν στο οστεοφυλάκιο της Μονής Παναχράντου, δεν έγινε με επισημότητα. Ύστερα από επιμονή των κατοίκων του χωριού του Παπουλάκου, ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος, στις 12 Σεπτεμβρίου 1973 φρόντισε να μεταφερθεί η κάρα του στο ναό του Μονυδρίου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα Άρμπουνα Καλαβρύτων, που είχε κτίσει ο ίδιος. Έκτοτε πλήθος κόσμου προσέρχεται στο ορεινό χωριό και ασπάζεται την κάρα του, η οποία έχει τεθεί σε επίχρυση λειψανοθήκη και λέγεται ότι ευωδιάζει και θαυματουργεί. Έχουν συνταχθεί ιερές ακολουθίες και παρακλητικός κανών προς τιμήν του. Επίσης, έχει ιστορηθεί η εικόνα του και υπάρχει μικρό ιδιωτικό Εκκλησάκι στα Άρμπουνα και παρεκκλήσιο στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφεiμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο Φωκίδος, που τιμώνται ανεπισήμως στο όνομά του. Πλήθος είναι και οι σύγχρονες μαρτυρίες, που έχουν παραμείνει από προφορική παράδοση, αναφορικά με τα κηρύγματά του, τις προφητείες του, τα θαύματά του εν ζωή, ακόμα και μετά θάνατον. Τέλος, το όνομά του παραμένει ακόμα προς επίσημη αγιοκατάταξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πολύ σοφά περιμένει να αφουγκραστεί την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησιάς, ξεκαθαρισμένη με το πέρασμα του χρόνου από βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες, ώστε να προβεί ανεπηρέαστα στις δέουσες ενέργειες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Βιβλίο του π. Νεκτάριου Μουλατσιώτη για τον Παπουλάκο, από εδώ

Τελικά ένα ερώτημα που παραμένει αιωρούμενο, μετά από αυτήν την εργασία, είναι: ήταν όντως ο Παπουλάκος άγιος ή μήπως ένας απλός κοινωνικός επαναστάτης ή μήπως ακόμα και ένας λαοπλάνος αγύρτης; Οι απλοϊκοί χωρικοί της εποχής, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πίστεψαν ότι ήταν άγιος. Ο λόγος του, τους συνέπαιρνε, μιλούσε κατ' ουσία την «γλώσσα» που μπορούσαν να καταλάβουν και η ευθύτητα του χαρακτήρα του, σε συνδυασμό με την σεβάσμια φυσιογνωμία του, τους έδινε αυτό που αποζητούσαν στο «ράσο», την ελπίδα της σωτηρίας. Επίσης, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι υπέδειξε «ανυπακοή» απέναντι στην Ιερά Σύνοδο και στην εξουσία του κράτους, παροτρύνοντας προς τούτο και τους πιστούς, με αποτέλεσμα οι χωρικοί να φτάσουν τα όρια της ένοπλης στάσης. Όλα αυτά στην πονηρή και συμφεροντολογική εποχή μας, δημιουργούν σύγχυση και πλήθος αμφιβολιών, αλλά πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμά μας, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξακριβώσουμε τα εσωτερικά υποκειμενικά στοιχεία που τον οδήγησαν σε αυτήν την, φαινομενικά παράδοξη, εξωτερική συμπεριφορά.

Η Ιερά Σύνοδος (γέννημα και αυτή «ανυπακοής» απέναντι στην μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης) και η κρατική εξουσία της εποχής είναι δεδομένο ότι δεν βάδιζαν σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση. Η δεύτερη είχε υποτάξει την πρώτη στα κοσμικά της συμφέροντα και σε συνδυασμό με τον απαράδεκτο τρόπο που έγιναν οι όντως αναγκαίες θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, δικαιολογούν την αντίδραση του Παπουλάκου, τόσο κοινωνικά όσο και θεολογικά. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η θολή γενική άποψη που εξάγεται από τα «Ιστορικά Σημειώματα» του Μπάμπη Αννίνου, ότι ήταν ένας επικίνδυνος αγύρτης και η έπαρση υπερηφανείας από την οποία διακατείχετο τον οδηγούσε στο να πλανά με εξαιρετικά ανόητο τρόπο τους ευκολόπιστους και «απολίτιστους» χωρικούς. Ο αγώνας του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν αποκύημα έπαρσης, εφόσον ήταν δίκαιος και περαιτέρω οι «απολίτιστοι» χωρικοί δεν πίστεψαν στον Παπουλάκο ανόητα, χωρίς λογική, αφού τους έδωσε ξανά ένα ευαγγελικό νόημα ζωής, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχαν αρχίσει να χάνουν κάθε ελπίδα και πίστη, συνεπεία των αλλεπάλληλων συμφορών που ακολούθησαν την επανάσταση του 1821.

Επίσης, με τον τρόπο που προχώρησε στην όλη δράση του δεν διαφαίνεται να οργανώθηκε για μία μυστική ανατροπή του καθεστώτος. Παρ' όλες τις σχέσεις του με την Φιλορθόδοξη Εταιρεία, είχε ανεξάρτητη δική του πορεία. Ο στόχος του ήταν οι απλοϊκοί άνθρωποι και οι συνειδήσεις τους. Ο ανεπιτήδευτος λόγος του, η ασκητικότητά του και οι αδιαμφισβήτητες ελεημοσύνες του, του δίνουν ακεραιότητα και ευθύτητα χαρακτήρα. Επιπλέον, από τα κηρύγματά του προκύπτει η μεγάλη ηθική και λατρευτική Ορθόδοξη καλλιέργεια του λαού σε χρόνια δύσκολα. Ίσως να ήταν ατόπημα η «εκστρατεία» του στην Καλαμάτα και η ομαδική δράση ενόπλων ακολούθων του, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε να ελέγξει απόλυτα τους σκληροτράχηλους Μανιάτες και γενικότερα τους λοιπούς χωρικούς που τον ακολουθούσαν και διέδιδαν διάφορες φήμες γύρω από το όνομά του.

Το πρόσφατο βιβλίο του δημοσιογράφου Δ. Καμπουράκη για τον Παπουλάκο (από εδώ). Από κάποιους θεωρήθηκε αμφιλεγόμενο (μια κριτική εδώ)




Στην Ορθοδοξία οι αμφιβολίες ακολουθούν κάθε δογματική Αλήθεια και σε αυτό έγκειται η ελευθερία του ανθρώπου. Ο Ιησούς Χριστός επιθυμεί την εθελούσια ελεύθερη πίστη του ανθρώπου στην Αλήθεια, την οποία φανερώνει σκιωδώς στην αρχή και αργότερα του δίνει και τις αποδείξεις - αποκαλύψεις που χρειάζεται. Δηλαδή η πίστη πάντα προηγείται των ξεκάθαρων προσωπικών αποδείξεων, ενώ εάν θέλει κάποιος παραμένει στην διαφορετική του άποψη, η οποία τεκμηριώνεται από την σύγχυση των αμφιβολιών του. Ομοίως, ξεκάθαρη επιστημονική απόδειξη είναι αδύνατον να βρεθεί στα περί αγιότητος ζητήματα, αλλά ακόμα και αυτή εάν υπήρχε πάλι θα αμφισβητείτο. ΈτσΟι ανεξαρτήτως, της επισήμου αναγνώρισης του Παπουλάκου ως αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το πρόσωπό του θα συνεχίσει να είναι σημείο αντιλεγόμενο. Εν ολίγοις, συμπεραίνεται ότι το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του επιλόγου δέχεται απάντηση και προσδιορίζεται υποκειμενικά ανάλογα με την προσωπική τοποθέτηση του καθενός στα θέματα πίστεως και την αγάπη του για την Αλήθεια. 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του ΚΩΣΤΗ ΜΠΑΣΤΙΑ, ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 1987

πηγή