Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΗΛΙΑΣ.Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΑΔΙΖΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ!!




Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΗΛΙΑΣ Ο ΔΑΝΤΗΣ
Τα τελευταία έτη έζει στην περιοχή Φλωρίνης, χρηματίσας και γραμματεύς στην Κοινότητα Κλαδορράχης, ό μπάρμπα-Ηλίας ό Δάντης. Ήταν πραγματικός φιλόσοφος. 

Ομοίαζε με τον Διογένη τον φιλόσοφο. Είχε μελετήσει πολλούς Έλληνες και Λατίνους φιλοσόφους. Μέσα σ' ένα κονσερβοκούτι έβαζε το από ελεημοσύνη φαγητό του. Έκανε τον σαλό, αλλά δεν ήταν τρελός. Με ένα ραβδί καμπουριαστός, συγκύπτων προς την γη, βάδιζε ανάποδα, προς τα οπίσω!! Δύο βήματα οπίσω, ένα βήμα εμπρός!

— Γιατί το κάνεις αυτό μπάρμπα-Ηλία, τον ερώτησε κάποτε, ό Σεβασμιότατος Φλωρίνης, Αυγουστίνος.

-Διότι θέλω να σβήσω και τα βήματα μου από τον κόσμο αυτόν απήντησε.

Φορούσε μία παλαιά χλαίνη, κοιμόταν σ' ένα καλυβάκι, έξω από το όποιο είχε γράψει: Όχυρόν αγωνίας.

Φαίνεται ότι είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με την Σολομωνική, αλλά την πέταξε, όταν κάποτε, βαδίζοντας σ' ένα δάσος, του επετέθη μία αρκούδα και σκαρφάλωσε σ' ένα δένδρο για να σωθεί. Εκεί άρχισε να ψάλλει ένα ύμνο στην Παναγία μας:
-Παναγία μου, μία ακτίνα από την Ήλιο σου στείλε μου και φώτισε με.
—Μονολογούν και με οικτίρουν οι άνθρωποι και λένε: «Βρέ τον Δάντη τον τρελό».

Κι εγώ λέγω.
-Θεέ μου τί θα γίνουν τόσοι τρελοί στον κόσμο.

Βλέποντας την μανία του ποδοσφαίρου, των φίλαθλων και των γηπέδων έλεγε:

-Ό Διάβολος μπήκε σ' ένα μπαλόνι (μία μπάλα) και τρέλανε τον κόσμο.

Είχε ένα μαγκαλάκι πού το κουβαλούσε το χειμώνα μαζί του. Ήταν ειρηνικός, προσιτός, πρόσχαρος. Δεν είπε ποτέ κακό λόγο για κανένα.


πηγή:ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000

Όταν η αγάπη δεν είναι αληθινή



Μια κοπέλα μισούσε τον εαυτό της που ήταν τυφλή. Μισούσε τον καθένα, εκτός από τον αγαπημένο της. Αυτός ήταν πάντα εκεί γι‘ αυτήν. Την αγαπούσε πολύ και ήταν πάντα δίπλα της. Του είχε πει ότι αν μπορούσε να δει τον κόσμο, τότε θα τον παντρευόταν!
Μια μέρα κάποιος της δώρισε δύο μάτια και τότε μπόρεσε να δει τον κόσμο που τόσο πολύ ήθελε. Είδε και τον αγαπημένο της. Εκείνος την ρώτησε γεμάτος χαρά:
- Τώρα που μπορείς να δεις τον κόσμο, θα με παντρευτείς;
Η κοπέλα όμως έκπληκτη είδε, ότι ο αγαπημένος της ήταν κι αυτός τυφλός και σοκαρισμένη από αυτό,
αρνήθηκε να τον παντρευτεί. Το αγόρι έφυγε δακρυσμένο και με πόνο αργότερα της έστειλε ένα γράμμα που έγραφε:
- Απλά σε παρακαλώ, να προσέχεις τα μάτια μου..!!!
 
από ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου-Ο Δούρειος ίππος της Λειτουργικής Αναγεννήσεως;

 
          
Τά τελευταῖα χρόνια ὅλο καί συχνότερα, ὅλο καί ἀπό περισσότερους ἱερεῖς τελεῖται ἡ λεγομένη Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.  

 Ἡ τέλεση τῆς Λειτουργίας αὐτῆς καί ἡ ξαφνική της ἐμφάνιση στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας ἀφ’ ἑνός μέν καταδεικνύει τό ἐκκοσμικευμένο πνεῦμα πού διακατέχει πολλούς κληρικούς καί ἀφ’ ἑτέρου ἐξυπηρετεῖ κατά τόν καλύτερο τρόπο, τά σχέδια τῶν «ἀνανεωτῶν» τῆς Λειτουργικῆς μας ζωῆς, τῶν αὐτοκλήτων σωτήρων τῆς Ἐκκλησίας.  

Τό σχέδιο εἶναι ἁπλό:  ἡ Λειτουργία αὐτή «βαπτίζεται» ἀπό τούς ἀνανεωτές ὡς «ἀρχαιοπρεπής».  

Ὅταν ὅμως τελεῖται, τελεῖται μέ τόν τρόπο πού ὁραματίζονται οἱ «ἀνανεωτές», ὁπότε ὁ πιστός λαός, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐνθουσιάζεται μέ τήν πρωτοτυπία καί τά ἐφέ, συμπεραίνει, ἐντελῶς ἐσφαλμένα, ὅτι ὁ συγκεκριμένος τρόπος τελέσεως εἶναι ὁ «ἀρχαιοπρεπής» καί ἄρα ὁ παραδοσιακός.  Αὐτό ἔχει ὡς συνέπεια νά ζητᾶ ἀπό τούς Ἱερεῖς νά λειτουργοῦν ἔτσι καί ὅταν τελοῦν τίς Λειτουργίες τῶν ἁγίων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Βασιλείου.  

Εἶναι, ὅμως, ὄντως ἔτσι τά πράγματα;  
Μπορεῖ ὁ καθένας νά τελεῖ ὅποια Λειτουργία θέλει καί ὅπως θέλει;  

Ἄς τό δοῦμε ἀναλυτικά.

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στήν ὑποσημείωσή του στόν 32ο κανόνα τῆς ΣΤ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μᾶς παρέχει μιά πολύ ἐνδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά μέ τό πόσο «κανονική», πόσο σύμφωνη δηλαδή μέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί ἄρα πόσο δεκτή ἤ ὄχι, εἶναι ἡ Λειτουργία αὐτή.  Μολονότι, λοιπόν, ὁ ἅγιος λέει ὅτι ἡ Λειτουργία αὐτή «εἶναι δεκτή», λέει ὅμως ἐπίσης ὅτι «ἠπράκτησε».  Λίγο μάλιστα πιό κάτω ὁμολογεῖ ὅτι κατά τόν Μανουήλ Μαλαξό ἡ Λειτουργία αὐτή ἠπράκτησε ἀπό τούς καιρούς τοῦ Μ. Βασιλείου.  Γιατί, λοιπόν, ἡ ξαφνική προσπάθεια ἐπαναφορᾶς μιᾶς Λειτουργίας τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἀπέρριψε;
Προφανῶς γιά ὑπόπτους λόγους.  Ἄς σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι στή χώρα μας ἡ Λειτουργία αὐτή τελέστηκε γιά πρώτη φορά τό 1894 ἀπό τόν Μητροπολίτη Ζακύνθου Διονύσιο Λάτα, στήν τελετή ἐνηλικιώσεως τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου.  Τελέστηκε συνεπῶς ὡς ἕνα ἐκκλησιαστικό ὑπερθέαμα ἐνώπιον τῶν παρευρισκομένων «γαλαζοαίματων».  Γιά τούς ἴδιους ὅμως λόγους, γιά τόν ἐντυπωσιασμό δηλαδή τῶν πιστῶν, τελεῖται καί σήμερα καί γι’ αὐτό ὁσάκις τελεῖται διαφημίζεται καί δεόντως.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος χρησιμοποιεῖ καί τή μαρτυρία τοῦ Βαλσαμῶνος, στόν ὁποῖο βασίστηκε γιά τήν συγγραφή τοῦ «Πηδαλίου».  Ἄς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος ὁ Βαλσαμών γιά τή Λειτουργία αὐτή, ὅταν ἐρωτᾶται ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μάρκο ἄν οἱ Λειτουργίες πού λέγεται ὅτι εγράφησαν ἀπό τους Ἀποστόλους Μάρκο καί Ἰάκωβο εἶναι δεκτές:
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπαντᾶ ὁ Βαλσαμών, γράφοντας προς τούς Κορινθίους λέει «ἀδελφοί παρακαλῶ ὑμᾶς, δι’ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες, καί μή ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῶ αὐτῷ νοΐ, καί ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ».  Λέμε ,λοιπόν, πώς οὔτε ἀπό συνοδικό κανόνα μάθαμε γιά Λειτουργία τοῦ Μάρκου, μόνο δε ὁ 32ος τῆς ἐν Τρούλῳ λέει πώς ἔχει συντεθεῖ Λειτουργία ὑπό τοῦ ἁγίου Ἰακώβου.  Ὅμως, ὁ 85ος τῶν ἁγίωνἈποστόλων καί ὁ 39ος  τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, ἀπαριθμῶντας τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί τά ἀποστολικά, δέν ἀναφέρουν Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἤ τοῦ ἁγίου Μάρκου.  Ἀλλά καί ἡ Καθολική Ἐκκλησία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου δέν τίς γνωρίζει καθόλου.  Νομίζουμε λοιπόν, καταλήγει ὁ Βαλσαμών, ὅτι δέν εἶναι δεκτές διότι καί ἄν ἀκόμαἔχουν γραφεῖ, περιέπεσαν σέ πλήρη ἀπραξία ὅπως κι ἄλλα πολλά.  Αὐτό φαίνεται ἀπό τον 85ο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τόν 2ο  τῆς ἐν Τρούλῳ.  Ὁ μέν ἀποστολικός ὁρίζει γιά τίς δύο ἐπιστολές τοῦ Κλήμεντος καί τίς διαταγές τῶν ὀκτώ βιβλίων αὐτοῦ νά ἀναγινώσκονται ἀλλά νά μή δημοσιεύονται, γιά τά μυστικά πού περιέχουν, ὁ δέ  2ος τῆς ἐν Τρούλῳ θέλει οὔτε νάἀναγινώσκονται ἐξ αἰτίας τῶν νοθεύσεων ἀπό τούς ἑτεροδόξους.  Γι’  αὐτό ὀφείλουν ὅλες οἱ τοπικές Ἐκκλησίες νάἀκολουθοῦν τό παράδειγμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί νά ἱερουργοῦν κατά τίς παραδόσεις τῶν ΠατέρωνἸωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Βασιλείου τοῦ Μεγάλου.  Διότι λέει τό 51ο κεφάλαιο το 1ου τίτλου, το 2ου βιβλίου τν βασιλικν[1] τι γιά σα θέματα δέν πάρχει νόμος νά κολουθεται  παράδοση τς Νέας Ρώμης»[2]. (ἐλεύθερη ἀπόδοση)
Γεννᾶται λοιπόν τό ἐρώτημα: ἄν ἡ Λειτουργία αὐτή δέν ἔγινε δεκτή, λόγῳ νοθεύσεώς της ἀπό χέρια ἑτεροδόξων, τό 12ο αἰῶνα – τότε ἔζησε ὁ Βαλσαμών – πόσο πιό ἄδεκτη καθίσταται σήμερα καί πόσο πιό νοθευμένη πρέπει νά θεωρεῖται;  Ἐξ ἄλλου ὁ Βαλσαμών μᾶς παρέχει καί μιά ἄλλη σχετική πληροφορία στήν ἑρμηνεία του στόν 32ο κανόνα τῆς ἐν Τρούλῳ ὅπου λέει :  «σημείωσαι, ὅτι ἀπό μόνο τοῦ παρόντος κανόνος φαίνεται τήν θεία ἱεροτελεστίαν παραδοθῆναι καί ὑπό τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, πρώτως ἐπισκοπεύσαντος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ἥτις τέως παρ’ ἡμῖν οὐδέ εὐρίσκεται, οὐδέ γιγνώσκεται ὡς ἀπρακτήσασα»[3]   (ἡ ὑπογράμμιση δική μας).  Στή συνέχεια μάλιστα μᾶς δίνει τήν πολυτιμότατη πληροφορία πώς ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας βρέθηκε στήν Πόλη καί ζήτησε νά τελέσει τήν Λειτουργία τοῦ Μάρκου δέν τό ἔπραξε «ἀρκεσθέντων πάντων τῆ καταθέσει καί μόνῃ τοῦ Πατριάρχου, εἰπόντος μηκέτι τοῦτο ποιῆσαι[4]».  Ἰδού ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἰδού ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες.  Ὁ ἕνας Πατριάρχης ἀρνεῖται τήν «ἀνανέωση» χωρίς τό κόμπλεξ νά χαρακτηριστεῖ φανατικός καί χωρίς νά ὑποχωρήσει γιά λόγους ψευδοευγένειας καί ψευδοταπείνωσης καί ὁ ἄλλος ὑπακούει ταπεινά χωρίς ἀμφισβητήσεις καί ψευτοεπιχειρηματολογία, χωρίς δεύτερη κουβέντα.  Ἀξιοσημείωτη πάντως εἶναι ἡ ἀμφιβολία πού ὑπάρχει καί στα δύο παραπάνω κείμενα σχετικά μέ τους συγγραφεῖς τῶν Λειτουργιῶν Μάρκου – Ἰακώβου. Ποιά εἶναι, ὅμως, τά «ἐκσυγχρονιστικά» ἤ «ἀρχαιοπρεπῆ» σημεῖα τῆς Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου;

ΘΕΣΗ  ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

Τή Λειτουργία αὐτή συνηθίζουν νά τελοῦν ὄχι πάνω στήν καθιερωμένη καί καθαγιασμένη ἁγία Τράπεζα, ἀλλά σέ ἕνα τραπέζι πού τοποθετεῖται στή μέση τοῦ Ναοῦ.  Ἡ πράξη αὐτή εἶναι ἀντίθετη ἀσφαλῶς μέ τήν Ἱερά Παράδοσή μας καί τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.  Εἶναι ὅμως μακροχρόνιο αἴτημα μερικῶν δυτικοσπουδασμένων «καθηγητῶν», κληρικῶν καί λαϊκῶν (π.Βασίλειος Θερμός[5], π.Δημήτριος Τζέρπος[6], κος Πέτρος Βασιλειάδης[7] κ.α), πού ἐπίμονα ζητοῦν τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου καί συνεπῶς τήν διάκριση τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.
Ὁ 69ος ὅμως Κανόνας τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ξεκαθαρίζει ὅτι τό ἅγιο Βῆμα εἶναι προορισμένο μόνο γιά τούς κληρικούς.  Ὁ ἅγιος Νικόδημος, μάλιστα, στή 1η του ὑποσημείωση στόν παραπάνω Κανόνα προτρέπει: «ἐντεῦθεν ἄς παρακινηθοῦν οἱ  ἱερεῖς καί πνευματικοί νά ἀποκόψουν τήν παράνομον συνήθειαν, ὅπου ἐπικρατεῖ εἰς πολλούς τόπους, τό νά εἰσέρχωνται λέγω, λαϊκοί μέσα εἰς τό ἅγιον βῆμα, ἥτις [συνήθεια] μή διακρίνουσα ἱερεῖς ἀπό λαϊκούς, κάμνει νά πίπτουν οἱ λαϊκοί ὑποκάτω εἰς τήν ποινήν τοῦ βασιλέως Ἄχαζ…»[8].  Ἄν μέ τήν εἴσοδο τῶν λαϊκῶν στό ἅγιο Βῆμα καταργεῖται ἡ διάκριση τῶν χαρισμάτων, πόσο πιό εὔκολα μπορεῖ νά πεῖ κανείς ὅτι καταργεῖται μέ τήν ὁλοκληρωτική ἐξαφάνιση τῆς διάκρισης τοῦ Βήματος, τήν ἰσοπέδωση τοῦ τριμεροῦς Ναοῦ, πού ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὑφίσταται, καί τήν παροχή δυνατότητος σέ ὅλους, ἄνδρες, παιδιά καί γυναῖκες, νά βλέπουν ἀπό ἀπόσταση ἀναπνοῆς ὅσα ὁ Θεός ἔδωσε στούς ἱερεῖς νά τελοῦν;

Κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης «τό μέν ἅγιο βῆμα τά ἅγια τῶν ἁγίων εἰκονίζει, τά ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν καί αὐτόν τόν οὐρανόν,۠ ἡ δε ἁγία τράπεζα τόν θρόνον τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τό σεβάσμιον μνῆμα…»[9].  Καί συνεχίζει «ὅταν δέ ἱεροτελῶμεν ἔσωθεν τοῦ ναοῦ καί μάλιστα τήν φρικτήν ἱερουργίαν, τότε τό μέν θυσιαστήριον τύπον ἔχει οὐρανοῦ, ὁ δε ναός τά περίγεια σημαίνει…»[10].  Τό τέμπλο ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τήν σημερινή μορφή ἀπό τον 5ο κιόλας αἰῶνα, ἐνῶ πολύ νωρίτερα ὑπῆρχε ὡς χαμηλό τέμπλο.  Σκοπός του δέν εἶναι ἁπλῶς νά κρύψει ἀλλά ἔχει πολύ βαθύ θεολογικό χαρακτήρα ἀφοῦ διδάσκει τούς πιστούς ὅτι ὁ Χριστός δέν ἐπιδεικνύεται ἀλλά μετέχεται, ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία δέν εἶναι θέαμα  ἀλλά μετοχή.
Εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικό νά ἀναφέρουμε, γιά νά φανεῖ πόσο ἀπομακρυσμένη ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση καί πόσο ἀθεολόγητη εἶναι ἡ κατάργηση τοῦ Βήματος, ὅτι ἀπό πολύ νωρίς ὄχι μόνο ὑπῆρχε τό τέμπλο, ἀλλά καί ὅτι μετά τήν Μεγάλη Εἴσοδο ἔκλειναν τά Βημόθυρα, παράδοση πού τηρεῖται μέχρι καί σήμερα στό Ἅγιον Ὅρος, σέ ἄλλες μονές, καί σέ μερικές ἐνορίες.  Τηρεῖται ἐπίσης σέ ὅλες τίς ἐνορίες κατά τήν τέλεση τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας τή Μ. Τεσσαρακοστή.  Kλείονται δέ τά βημόθυρα ὥστε, κατά τον ἅγιο Χρυσόστομο, «ὄταν ἴδῃς ἀνελκόμενα τά ἀμφίθυρα, τότε νόμισον διαστέλλεσθαι τόν οὐρανόν ἄνωθεν, καί κατιέναι τούς ἀγγέλους»[11].  Οἱ πιστοί, λοιπόν, προετοιμάζονται γιά τήν ὥρα τῆς Ἀποκαλύψεως, γιά τήν ὥρα πού θά ἐμφανισθεῖ ὁ Χριστός στήν Πύλη καί θά τούς  καλέσει σέ κοινωνία.
Δυστυχῶς ὅμως, καί ἄν ἀκόμα ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τελεσθεῖ ἐπί τῆς κανονικῆς Ἁγίας Τραπέζης ἡ θέση της δέν παραμένει ἡ ὀρθή καί παραδεδομένη ἀλλά ἀντιστρέφεται, ὥστε ὁ λειτουργός ἱερεύς νά κοιτᾶ προς τόν λαό, ὅπως γίνεται καί στούς παπικούς.  Ἡ πράξη αὐτή μᾶς ἀνάγει ἀπ’ εὐθείας στήν πρό τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος τέλεση τῶν ἐξορκισμῶν, ὅπου ὁ ἀνάδοχος ἀποτάσσεται τό Σατανᾶ καί ὅλες του τίς ἐνέργειες στρεφόμενος πρός την Δύση καί συντάσσεται μέ τό Χριστό, ἐκπροσωπώντας τό νήπιο, στρεφόμενος πρός τήν Ἀνατολή.  Ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ τόν Διάβολο στή Δύση.  Δυστυχῶς πρός τή Δύση στρέφεται καί ὁ καινοτόμος Λειτουργός τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου, καί ὄχι πρός τόν Χριστό.  Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ΗΛΙΟΣ τῆς Δικαιοσύνης πού ἔρχεται γιά νά φωτίσει καί θερμάνει, «τοποθετεῖται» στήν Ἀνατολή καί αὐτό εἶναι παράδοση ἀποστολική, ὄπως φαίνεται ἀπό τόν λόγο τοῦ Μ. Βασιλείου «Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ὅπου λέει ὅτι «τούτου χάριν πάντες μέν ὁρῶμεν κατά ἀνατολάς ἐπί τῶν προσευχῶν, ὀλίγοι δέ ἴσμεν ὅτι τήν ἀρχαία ἐπιζητοῦμεν πατρίδα, τόν παράδεισον, ὅν ἐφύτευσεν ὁ Θεός ἐν Ἐδέμ, κατά ἀνατολάς»[12].  Ὅταν, βέβαια, καταπατοῦμε τόσο μακραίωνες παραδόσεις γιά νά «καταξιωθοῦμε» στα μάτια τοῦ κόσμου, ὅταν τό μόνο πού μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ αὐτοπροβολή, τότε σίγουρα πρέπει πρός τή Δύση νά στρεφόμεθα, διότι μόνον ὁ ἄρχοντας αὐτῆς μπορεῖ νά ἰκανοποιήσει τέτοιες ἀνάγκες.  Ὁ Χριστός μᾶς ἔχει ξεκαθαρίσει ὅτι «εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ γινώσκεται ὅτι ἐμέ πρῶτον μεμίσηκε.  Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἄν τό ἴδιον ἐφίλει»(Ἰωάν. ΙΕ, 18)

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΥΧΩΝ[13]

Μιά ἄλλη καινοτομία, ζητούμενη ἀπό τους ἀνανεωτές, πού εἰσάγεται μέ τήν «ἀρχαιοπρεπή» Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εἶναι ἡ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας.  Ἀκόμα καί κληρικοί πού διαβάζουν μυστικῶς τίς εὐχές στή Θ. Λειτουργία, κατά τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου παρασύρονται ἀπό τήν πρωτοτυπία καί ἀπαγγέλουν τίς εὐχές γιά νά συγκινηθεῖ καί ἐντυπωσιαστεῖ περισσότερο ὁ κόσμος.  Οἱ εὐχές ὅμως τῆς Λειτουργίας διαβάζονταν μυστικῶς ἀπό τον πρῶτο αἰῶνα μέχρι καί σήμερα.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος στή μελέτη του «Περί τῶν ἱερῶν μνημοσύνων» φανερώνει τή μυστική ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν παραπέμποντας στόν ἅγιο Διονύσιο, μαθητή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Τάς μυστικάς εὐχάς καί εὐλογίας, τάς ἐπικλήσεις τάς ἁγιαστικάς καί τελειωτικάς τῶν μυστηρίων ἐξ ἀγράφου παραδόσεως ἐν τῶ Ζ΄ Κεφαλαίῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας λέγει εἶναι – τάς δε τελεστικάς ἐπικλήσεις οὐ θεμιτόν ἐν γραφαῖς ἐφερμηνεύειν, οὔτε τό μυστικόν αὐτῶν, ἤ τάς ἐνεργουμένας ἐκ Θεοῦ δυνάμεις, ἐκ τοῦ κρυφίου προς τό κοινόν ἐξάγειν, ἀλλ’ ὡς ἡ καθ’ ἡμᾶς ἱερά παράδοσις ἔχει, ταῖς ἀνεκπομπεύτοις μυήσεσιν αὐτάς ἐκμαθών»[14].  Ἀπό τόν ἀρχαιότατο ἅγιο Διονύσιο μέχρι τον σύγχρονο ἅγιο Νεκτάριο ἡ Ἐκκλησία δέν συζητοῦσε τό θέμα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, διότι ἡ μυστική ἀνάγνωση ἦταν αὐτονόητη, ἀφοῦ ὅλοι σέβονταν αὐτό πού παρέλαβαν ἀπό τούς προηγουμένους μέ ἁπλότητα καί ταπείνωση χωρίς νά τό κρίνουν καί νά πολυπραγμονοῦν.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, στό Πηδάλιο λέει ἀκριβῶς τά ἴδια παραπέμποντας καί αὐτός στόν ἅγιο Διονύσιο καί συμπεραίνει ὅτι «…ὅθεν ἡ πράξις τῆς Ἐκκλησίας ἀείποτε μυστικῶς, καί οὐχ ἐκφώνως, ὡς τά κυριακά λόγια, ἀναγινώσκουσα τάς εὐχάς ταύτας, τήν σιωπημένην καί ἄγραφον καί μυστικήν ταύτην παράδοσιν αἰνίττεται»[15].  Ἀκόμα καί ὁ  ἅγιος Νικόλαος  ὁ Καβάσιλας, στήν ἑρμηνεία του στή Θεία Λειτουργία, λέει ὅτι  «ὁ ἱερεύς ἔνδον εὐχήν ποιεῖται ἡσυχῆ καί καθ’ ἑαυτόν»[16], «ὑποχρεώνοντας» τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης νά θαυμάσει τήν ἀρτιότητα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί νά πεῖ: «βλέπεις πόσο θαυμαστή εἶναι ἡ τάξις καί ὅτι ὡς διά μεσίτου τοῦ ἱερέως, ὅστις εὔχεται ἔνδον μυστικῶς, ἀναφέρονται αἱ δεήσεις τοῦ λαοῦ πρός τόν Θεόν»[17];.
Ὁ ἅγιος Συμεών, βέβαια, ἀναφέρει καί ἕνα ἄλλο ἀμέτρητο πλῆθος μαρτυριῶν γιά τίς μυστικές εὐχές ὄχι μόνο στή Θεία Λειτουργία ἀλλά σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες καί τά μυστήρια ὅπως γιά τήν πρώτη εὐχή τοῦ Βαπτίσματος (ὁ ἀρχιερεύς τότε καθ’ ἑαυτόν προσευχόμενος»[18]), γιά τήν δεύτερη εὐχή τοῦ εὐχελαίου (« Μετ’ αὐτήν καί ἄλλη δευτέρα μυστικῶς»[19]), γιά τήν εὐχή τῆς κεφαλοκλισίας ( «κλίνωμεν τάς κεφαλάς, εἰς σχῆμα δουλείας καί ἱκεσίας…Διά τοῦτο καί ἐπεύχεται μετ’ εὐλαβείας καί σιωπῆς συστελλόμενος καί φοβούμενος, ἐν ᾧ ὁμιλεῖ καί μεσιτεύει προς τον Θεόν…»[20] ), γιά τήν ἀκολουθία τῆς Τριθέκτης, ἡ ὁποία «τύπον ἀποσώζει τῆς  καθολικῆς μεγάλης ἱερᾶς λειτουργίας ἕως τήν μεγάλην εἴσοδον»[21] ( στό σχεδιάγραμμά της συνεχῶς ἐπαναλαμβάνει τήν φράση «ὁ ἱερεύς μυστικῶς»).
Τέλος, ὁ Μ. Βασίλειος, στόν Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λόγο του, ὑπεραμυνόμενος τῶν ἀγράφων, ἀποστολικῶν παραδόσεων, καταρρίπτει τόν ἀνόητο ἰσχυρισμό ὅτι τό «μυστικῶς» ἀναφέρεται στήν «μυστική βίωση» καί ὄχι στόν τρόπο ἀναγνώσεως.   Ἀπαντώντας, λοιπόν, στό  ὑπό πολλῶν τεθέν ἐρώτημα ἀπό ποῦ παραλάβαμε μερικές ἀποστολικές παραδόσεις ἀπαντᾶ ἀναρωτόμενος «οὐκ ἐκ τῆς ἀδημοσιεύτου ταύτης καί ἀπορρήτου διδασκαλίας, ἥν ἐν ἀπολυπραγμονήτῳ καί ἀπεριεργάστῳ σιγῇ οἱ πατέρες ἡμῶν ἐφύλαξαν, καλῶς ἐκεῖνοι διδαγμένοι, τῶν μυστηρίων τά σεμνά σιωπῇ διασώζεσθαι;  Ἅ γάρ οὐδ’ ἐποπτεύειν ἔξεστι τοῖς ἀμυήτοις, τούτων πῶς ἄν εἰκός τήν διδασκαλίαν ἐκθριαμβεύειν ἐν γράμμασιν;  Οὗτος ὁ λόγος τῆς τῶν ἀγράφων παραδόσεως, ὡς μή καταμεληθεῖσαν τῶν δογμάτων τήν γνῶσιν εὐκαταφρόνητον γενέσθαι τοῖς πολλοῖς διά συνήθειαν»[22].  Ἕνας Μέγας Βασίλειος, αἰσθάνεται τή συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἀνάγκη νά ὑπακούσει καί νά σεβασθεῖ ὅσα παρέλαβε, σέ ἀντίθεση μέ τούς σημερινούς πολύ μικρούς «βασιλείους», σέ ἀντίθεση μέ τούς ἐπιδόξους «ἀνανεωτές» τῆς Λατρείας μας, οἱ ὁποῖοι ὅλα τά περιεργάζονται, ὅλα τά ἀμφισβητοῦν, τίποτα δέν τους ἀναπαύει καί τίποτα δέν υἱοθετοῦν.
Τέλος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καταρρίπτει τό περί «μυστικῆς βιώσεως» φέροντας ὡς ὑπόδειγμα προσευχῆς τήν προφήτιδα Ἄννα, μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, λέγοντας ὅτι «τοῦτο γάρ ἐστι μάλιστα εὐχή ὅταν ἔνδον αἱ βοαί ἀναφέρονται.  Τοῦτο μάλιστα ψυχῆς πεπονημένης, μή τῶ τόνῳ τῆς φωνῆς, ἀλλά τῆ προθυμία τῆς διανοίας τήν εὐχήν ἐπιδείκνυσθαι.  Οὔτω καί Μωϋσῆς ηὔχετο, διό καί μηδέν αὐτοῦ φθεγγομένου, φησίν ὁ Θεός τί βοᾶς προς με;  Ὁ δέ Θεός πρό ταύτης τῶν ἔνδοθεν κραζόντων ἀκούει»[23].  Μάταια φωνάζουν, λοιπόν τίς εὐχές μερικοί ἱερεῖς καί μάλιστα τόσο δυνατά ὥστε, καί μέ τή χρήση τῆς τεχνολογίας, νά ἀκοῦν τίς εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας ὄχι μόνον οἱ λαϊκοί πού μετέχουν στήν Λειτουργία ἀλλά καί ἀλλόπιστοι, καί ἄνθρωποι πού κοιμοῦνται ἤ βρίσκονται σέ καθημερινές ἀνάρμοστες πρός τήν ἱερότητα τῆς Θ. Λειτουργίας ἀσχολίες, μέσῳ τοῦ Ραδιοφώνου καί τῶν μεγαφώνων.  «Ὁ Θεός τῶν ἔνδοθεν κραζόντων ἀκούει».
Οἱ πιστοί ἑκατοντάδες χρόνια τώρα βιώνουν τό Θαῦμα τῆς Θείας Λειτουργίας, διδαγμένοι ἀπό τίς Ἀσώματες δυνάμεις, σιωπηλά, «καθώς καί οἱ Ἄγγελοι ἀσωμάτως μεταδίδονται ἀλλήλοις τήν Θείαν γνῶσιν καί ὁμιλοῦσιν ἐπίσης νοερῶς χωρίς γλώσσης[24]», βιώνουν δηλαδή ὡς Σῶμα Χριστοῦ τήν Λειτουργία, ὡς πρόσωπα καί ὄχι ὡς ἄτομα πού προσπαθοῦν καθένας μόνος του νά κατανοήσει μέ τό μυαλό τά τελούμενα.  Δέν μένουν ἀποσπασμένοι ἀπό τό Σῶμα, ἀφοσιωμένοι στό βιβλιαράκι τους καί «παρακολουθώντας», ὅπως διδάσκουν οἱ χριστιανικές ὀργανώσεις, ἀλλά ἀφήνονται καλύτερα στήν συμμετοχή ἐκ βάθους καρδίας.
Ὁ ἅγιος Μάρκος Ἐφέσου ἀναφέρει γιά τίς ἐκφωνήσεις τῶν ἱερέων κάποια στοιχεῖα πού δέν ἀφήνουν τό παραμικρό περιθώριο σέ ὅσους θέλουν νά ὑποτιμήσουν τήν συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή Λατρεία.  «Εἰκονίζει, λοιπόν, ἡ φωνή τοῦ ἱερέως εἰς τούς δεομένους μιάν ἀπόκρισιν θείαν καί προξενεῖ πληροφορίαν βεβαίας ἐλπίδος εἰς τήν ψυχήν τῶν νοούντων.  Κοινωνεῖ δέ τρόπον τινά εἰς τόν ἴδιον καιρόν ὁ ἱερεύς τῶν ὠδῶν καί δεήσεων ἡμῶν διά τῆς ἐκφωνήσεως, καί ἡμεῖς ὁμοίως κοινωνοῦμεν τῶν εὐχῶν αὐτοῦ δίδοντες ἀκρόασιν μέ σιγήν εἰς τάς ἐκφωνήσεις καί προσεπιφωνοῦντες καί ἡμεῖς κἄν τό ἀμήν»[25].
Συνοψίζοντας, λοιπόν, συνοψίζουμε τό τοῦ Μ. Βασιλείου ὅτι «οὐδέ γάρ ὅλως μυστήριον τό εἰς δημώδη καί εἰκαῖαν ἀκοήν ἔκφορον»[26] καί τό «μανιφέστο» τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «δέχομαι τά εἰρημένα, οὐ πολυπραγμονῶ τά σεσιγημένα, κατανοῶ τά ἀποκαλυφθέντα, οὐ περιεργάζομαι τά συγκεκαλυμμένα,۬ διά τοῦτο γάρ συγκεκάλυπται»[27].

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Ἀγνοώντας ὅμως οἱ ἐπίδοξοι «ἀνανεωτές» ὅλα τά παραπάνω ἰσχυρίζονται ἀκριβῶς ὅτι στήν Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου ὁ λαός μετέχει καλύτερα ἐπειδή ἀκριβῶς βλέπει καί ἀκούει τά πάντα.  Ἐξυπηρετεῖ συνεπῶς καί σ’ αὐτό τό σημεῖο τούς τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», οἱ ὁποῖοι ἐκτός τῶν ἄλλων ζητοῦν καί τήν μεγαλύτερη συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή Λειτουργία ἐννοώντας, μαζί μέ την ἀκρόαση καί ἐποπτεία τῶν πάντων, τήν συμψαλμωδία.  Ἄλλη μιά προτεσταντικογενής παρανόηση!
Τό παραμύθι τῆς μή συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ προσβάλλει τόν ἴδιο τόν εὐλογημένο λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ δέν ἐκλαμβάνεται ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες ὡς συλλειτουργία καί συμψαλμωδία πού συμβαδίζει μέν μέ τήν προτεσταντίζουσα «γενική ἱερωσύνη», ἀλλά ὡς ἑκούσια μετοχή ἑκάστου μέλους τοῦ Σώματος, ὡς ἀνάπτυξη καί καλλιέργεια τοῦ εἰδικοῦ χαρίσματός του. Καί αὐτό εἶναι τό ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπό τήν συμψαλμωδία.
«Οἱ μέν ἱερεῖς, ἅμα ἀρχίσωσι τούς Θείους ὕμνους ἔσωθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος, τά περί τόν Θεόν πρώτας τάξεις τῶν Ἀγγέλων εἰκονίζουσιν, οἱ δέ διάκονοι μέ τούς ἀναγνώστας καί ὑμνωδούς, οἱ ὁποῖοι κατά τήν τάξιν διαδέχονται τούς Θείους ψαλμούς καί τάς ἱεράς Γραφάς  τήν μέσην χορείαν τῶν οὐρανίων ταγμάτων ἐμφαίνουσι.  ὅλος δέ ὁ λαός, εὐσεβής ὤν καί ὀρθός κατά τήν πίστιν ἑνώνεται ἐξ ἰδίας προαιρέσεως ψυχῆς μέ τούς μελωδοῦντας καί ζητᾶ ἀπό τοῦ Θεοῦ ἔλεος»[28].  Ἰδού τό κριτήριο γιά τή συμμετοχή ἤ μή τοῦ λαοῦ:  Ἡ προαίρεση γιά συμμετοχή σ’ αὐτό πού ὁ ψάλτης ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ ζητεῖ, καί ὄχι ἡ συμψαλμωδία.  Ἡ τράπεζα τῆς Θείας Λειτουργία «γέμει» καί ὅποιος θέλει ἀπολαμβάνει τῆς πνευματικῆς τροφῆς στό μέτρο πού θέλει καί βιώνει κατά τό μέτρο τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως καί τήν ἐπιθυμία του.  Ἀπόλυτο πνεῦμα ἐλευθερίας!
Ὁ ἅγιος Συμεών ὅμως καί πάλι μᾶς ἐξηγεῖ γιατί ἡ συμψαλμωδία ἀντίκειται στήν λειτουργία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί στή διάκριση τῶν χαρισμάτων τοῦ Σώματος.  «Ἐπειδή μιμεῖται ἡ Ἐκκλησία τῶν ἄνω ἀγγέλων τήν εὐταξίαν, διά τοῦτο καθώς καί ἐκείνοις εἶναι διάφορος ἡ τάξις καί ὁ βαθμός, καί οἱ πρῶτοι μέν τῆ τάξει ἀμέσως μετέχουσι τοῦ Θείου Φωτός, οἱ δεύτεροι δέ διά τῶν πρώτων καί οἱ τελευταῖοι διά τῶν μέσων, καθώς ἑρμηνεύει ὁ σοφός εἰς τά Θεία Διονύσιος. ὁμοίως καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν ὁ μέν ἱεράρχης ἀμέσως εἰς ἱεράν προσεγγίζει τράπεζαν, οἱ δε ἱερεῖς καί οἱ λειτουργοί διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ἀρχιερέως, διά δε τῶν ἱερέων καί λειτουργῶν μετέχουσι καί οἱ λαϊκοίτῆς φρικτῆς κοινωνίας καί τῶν ἱερῶν ὕμνων[29]» (δική μας ὑπογράμμιση).  Καί διδάσκει ὁ ἅγιος Συμεών ὅτι «διά τοῦτο καί ἕκαστος πρέπει νά φυλάξη τήν τάξιν, καθώς καί ὁ Παῦλος παραγγέλει λέγων, ἕκαστος ἐν ᾗ ἐκλήθη τάξει ἐν αὐτῇ μενέτω, διά νά εὑρίσκεται περισσότερον εἰς αὐτόν τό θεμέλιον τῶν ἀρετῶν, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὁποία καί εἰς τους ἀγγέλους εἶναι καί ἐν τῶ μέλλοντι θέλει εἶναι»[30].  Τί κάνουν, λοιπόν, ὅσοι προπαγανδίζουν μιά ὑποτιθέμενη ἐνεργώτερη συμμετοχή τοῦ λαοῦ;  Ὅ,τι ἔκαναν καί οἱ φεμινίστριες: ξεσηκώνοντας τόν λαό νά διεκδικήσει ἀνύπαρκτα δικαιώματα τόν ὁδηγοῦν στήν ὑπερηφάνεια καί ἔτσι ἡ Λατρεία ἀντί γιά σωτήρια καταντᾶ μοιραία.  Ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους σέ μιά ἐωσφορική πτώση καί τίποτα ἄλλο.

ΤΡΟΠΟΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

Ὡς προέκταση τῆς δῆθεν ἐνεργότερης συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἔγινε συνήθεια οἱ πιστοί νά κοινωνοῦν ὅπως οἱ ἱερεῖς, νά λαμβάνουν δηλαδή ξεχωριστά τό Σῶμα καί ξεχωριστά τό Αἷμα τοῦ Κυρίου.  Πολλές δε φορές οἱ πιστοί λαμβάνουν καί μέ τό χέρι τόν ἅγιο Ἄρτο.  Ὁ τρόπος ὅμως αὐτός μεταδόσεως, ἐκτός τοῦ ὅτι ἀποκλείει φυσικά τά μικρά παιδιά ἀπό τήν Θεία Κοινωνία, ἐκτός τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ καινοτομία ἀνεπίτρεπτη, εἶναι καί ἰδιαιτέρως ἐπικίνδυνος ἀφοῦ ὁ λαός μας δέν ἔχει συνηθίσει, καί καλῶς δέν ἔχει συνηθίσει, νά κοινωνᾶ ἔτσι.  Πειραματιζόμαστε καί «παίζουμε» ἐν οὐ παικτοῖς.
Ὁ ἅγιος Συμεών λέει σχετικά ὅτι « ὁ δέ ἀρχιερεύς δίδει εἰς τούς προσελθόντας διά τῆς λαβίδος τήν Μετάληψιν, κατά τήν ὁπτασίαν καί τοῦτο τοῦ Ἡσαΐου.  Ἐπειδή δέν πρέπει ὅλοι νά μετέχωσι, ὡς εἴπομεν, ἀμέσως τῶν Θείων καί φρικτῶν, ἀλλά πρέπει εἰς τά θεῖα νά εὐλαβώμεθα καί νά συστελώμεθα…»[31] καί ὅτι «οἱ λοιποί δέ ἔξω τοῦ βήματος κοινωνοῦσιν, οὔτε εἰς τάς χεῖρας τόν Θεῖον ἄρτον λαμβάνουσι ὡς ὑποκείμενοι εἰς τήν τάξιν, ἐπειδή εἶναι τοῦ ἐσχάτου βαθμοῦ καί ἄν ἤθελον τούς ὑπερέχει κατά τήν ἀρετήν»[32] μιλώντας γιά τούς ὑποδιακόνους, ἀναγνῶστες καί λαϊκούς.
Ἡ ἐξήγηση ὅμως τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ καινοφανοῦς τρόπου μεταλήψεως ἔρχεται ἀπό τό στόμα τοῦ π. Δημητρίου Τζέρπου, λειτουργιολόγου, ὑπερμάχου τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως» καί συνεπῶς καί τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου.  Ὁ π. Δημήτριος ἀναφερόμενος στήν ξεχωριστή μετάληψη λέει ὅτι «πρόκειται ἴσως γιά τήν πιό πολύτιμη ἐμπειρία ἀπό τήν εὐχαριστιακή ζωή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, πού μᾶς διασώζει ζωντανή ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου καί ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἀποτελέσει τή βάση γιά τήν ἀντιμετώπιση ἀναλόγων  συγχρόνων προβλημάτων»[33].  Κατ’ ἀρχήν καί μόνο ὁ ὅρος «ἀρχαία ἐκκλησία», ἀλλά καί ἡ ἐμμονή σ’ αὐτό πού ὀνομάζεται ἔτσι, δείχνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί στήν πραγματικότητα δέν πιστεύουν σέ μιά ζωντανή Ἐκκλησία ὅπου τό Ἄγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ καί Τήν κατευθύνει ἀλλά κατά ἕνα φονταμεταλιστικό τρόπο πιστεύουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία πέθανε καί μόνο ἡ Ἐκκλησία τῶν πρώτων χρόνων ἦταν ζωντανή καί αὐθεντική.  Ἐξάλλου  δέν εἶναι ἀνόητο νά λέμε ὅτι κάτι ἐντελῶς πρακτικό εἶναι «ἡ πιο πολύτιμη ἐμπειρία»;  Ἄν ἦταν ἔτσι ἡ Ἐκκλησία δέν θά εἶχε εἰσάγει τήν λαβίδα ἀπορρίπτοντας τόν ξεχωριστό τρόπο μεταδόσεως.  Γιατί λοιπόν τόση σημασία σέ κάτι τόσο πρακτικό;
Τήν ἀπάντηση μᾶς τήν δίνει ὁ ἴδιος ἱερεύς ἀποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τούς λόγους βίαιης ἐπαναφορᾶς τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου πού εἶναι καί οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους κάποιοι θέλουν ὅλα νά ἀλλάξουν.  Γράφει ὁ π.Δημήτριος ὅτι «θέμα μετάδοσης ἀσθενειῶν διά μέσου τῆς Θ. Κοινωνίας δέν τίθεται γιά τήν Ἐκκλησία… Τό μόνο πού τίθεται στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ψυχολογική διευκόλυνση τῶν ὀλιγοπίστων χριστιανῶν κατά τήν προσέλευσή τους στή Θ. Κοινωνία»[34].
Ἔχουμε δικαίωμα νά ἐνισχύουμε τήν ὀλιγοπιστία τῶν πιστῶν (μάλλον ἀπίστων);  Ἄν  ἔχει κανείς τέτοιους λογισμούς ἤ δέν πιστεύει στή Θεότητα τοῦ Κυρίου, ἤ δέν πιστεύει ὅτι ἡ Θ. Κοινωνία εἶναι Αὐτός ὁ Κύριος, καί στίς δυό περιπτώσεις, δέν μπορεί νά κοινωνήσει, δέν ἔχει νόημα νά κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.  Ποιοί εἶναι αὐτοί ὅμως πού παρότι δέν πιστεύουν ἔρχονται νά κοινωνήσουν;  Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔρχονται τίς παραμονές τῶν μεγάλων ἐορτῶν, ἐντελῶς ἀπροετοίμαστοι, χωρίς νά ἔχουν ἐξομολογηθεῖ, χωρίς νά ἔχουν συναίσθηση, ἔχοντας, ἴσως, πάρει πρωτύτερα καί το πρωϊνό τους ἁπλά γιά τό καλό, ἤ γιατί τούς ἔστειλε ἡ «εὐσεβής» γιαγιά ἤ ἀκόμα καί γιά νά ὑπάρχει στίς ἑορτές τους καί λίγος Χριστούλης Αὐτούς, λοιπόν, τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονται γιά τό ἐτήσιο καθῆκον τους τίς περισσότερες, μάλιστα, φορές ἀρκετή ὥρα μετά τήν ἀπόλυση τῆς Θ. Λειτουργίας πρέπει νά τούς διευκολύνουμε ἀκόμη περισσότερο; Σέ τί θά τούς βοηθήσει αὐτό παρά στήν ἐνίσχυση τῆς ἀπιστίας τους;  Μήπως ὀφείλουμε, ὡς σωστοί πατέρες, ἀπό ἀγάπη νά τούς ἐμποδίσουμε ἀπό τή Θεία Κοινωνία πού μπορεῖ ἀκόμα καί νά τους θανατώσει καί κατά τήν ψυχή ἀλλά καί κατά τό σῶμα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες;

ΑΜΦΙΑ

Μία ἀκόμα ἀπό τίς καινοτομίες πού εἰσάγει ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εἶναι καί ἡ πρωτοτυπία τῶν ἀμφίων.  Οἱ «ἀνανεωτές» πολλές φορές ἔχουν ζητήσει ἐκτός ἀπό τήν κατάργηση τοῦ ράσου καί τήν ἀλλαγή στα ἱερά ἄμφια.  Ἐκεῖνο πού οὐσιαστικά θέλουν νά πετύχουν εἶναι ἡ κατά τό δυνατόν ἐξομοίωση μέ τά ἄμφια τῶν παπικῶν ὥστε τά βήματα πρός τήν ἕνωση νά φαίνονται λιγότερα.  Μέ τή Λειτουργία λοιπόν αὐτή τό ζητούμενο ἔρχεται πιό κοντά ἀφοῦ, κατ’  αὐτήν, πολλοί λειτουργοί καί μάλιστα ἀρχιερεῖς, φροντίζουν νά φοροῦν διαφορετικά ἄμφια.  Γιά παράδειγμα ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν πολλές φορές τελεῖ τήν Λειτουργία ὄχι μέ τόν καθιερωμένο ἀρχιερατικό σάκκο ἀλλά μέ τό ἱερατικό φαιλόνιο καί ὠμοφόριο σάν αὐτό πού βλέπουμε στίς ἁγιογραφίες, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι αὐτά ἦταν τά ἄμφια τῆς ἐποχῆς.  Ἐκεῖνο βέβαια πού ξεχνοῦν ὅσοι χρησιμοποιοῦν τό ἐπιχείρημα αὐτό εἶναι ὅτι οἱ ἱερείς τῆς ἐποχῆς δέν πήγαιναν νά λειτουργήσουν μέ πανάκριβα αὐτοκίνητα.  Μιμούμαστε τήν ἐποχή καί τους ἁγίους μόνο στήν ἐνδυμασία ἀντί νά τούς μιμηθοῦμε στή ζωή καί τά ἔργα.
Πάντως ἡ καθιέρωση τῆς αὐθαιρεσίας αὐτῆς βολεύει τούς ἀνανεωτές πού εὔκολα μποροῦν νά τήν μιμηθοῦν γιά νά ἐπιβάλλουν τελικῶς τήν ὁμοιομορφία μέ τους παπικούς πού θέλουν.  Ὁ π. Δημήτριος Τζέρπος χαρακτηριστικά μᾶς λέει γιά τά ἄμφια πού χρησιμοποιοῦνται στη Λειτουργία αὐτή : «ἄμφια λιτά, τελετουργικές κινήσεις μέ φυσική ἐκφραστικότητα, ἀπαλλαγμένες ἀπό τό φόρτο τῶν μεταγενέστερων περίπλοκων συμβολισμῶν»[35].   Ἔτσι αἰσθάνονται οἱ «ἀνανεωτές» ὅταν λειτουργοῦν ἤ μετέχουν στη Θεία Λειτουργία; Φορτωμένοι ἀπό συμβολισμούς;  Καί μποροῦν ὅταν στήν κυριολεξία τρώγονται μέ τά ροῦχα τους (γράφε ἄμφια) νά βιώσουν τό θαῦμα τῆς Θ.Λειτουργίας καί νά μιλήσουν γιά την ἄνωθεν εἰρήνη;  Ἀπορίας ἄξιο!
Τί λένε οἱ πατέρες γιά τον «φόρτο» τῶν συμβολισμῶν;  Ὅλοι ἀναφέρουν ἑρμηνεύοντας τήν Θεία Λειτουργία ὅλους τούς ὑπάρχοντες σ’ αὐτήν ἁγίους συμβολισμούς πού βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο ὅ,τι βλέπει μέ τά σωματικά μάτια νά τό ἀναγάγει σέ πολύ ὑψηλότερες ἔννοιες, ὅ,τι ἀντιλαμβάνεται μέ τίς σωματικές αἰσθήσεις νά τόν ὁδηγεῖ σέ μνήμη Θεοῦ, ὅπως διδάσκουν οἱ νηπτικοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.  Ὁ ἅγιος Συμεών ὅμως δέν ἀρκεῖται νά μᾶς δώσει τούς συμβολισμούς ἀλλά προσθέτει ὅτι «αὐτά τά τοιαῦτα σημαίνουσι καί ἀκόμη μεγαλύτερα ὅ,τι δύναται τις νά ἐννοήση διά τά Θεῖα»[36].  Διαβάζοντας ἐξάλλου τήν περιγραφή τῶν ἀρχιερατικῶν ἀμφίων, τῶν κατασκευασμένων μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Θεοῦ, στήν Παλαιά Διαθήκη, θά διαπιστώσει ὅτι ἡ βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, πού τόσο ἐνοχλεῖ τούς «ἀνανεωτές», μοιάζει μέ κουρέλι μπροστά στήν μεγαλοπρέπεια πού ζητᾶ ὁ Θεός.  Τέλος οἱ ἀπόψεις τῶν ἀνανεωτῶν ὅτι τά ἄμφια πρέπει νά εἶναι ὅλα λευκά, καί μάλιστα τό στιχάρι,  ἔρχεται σέ ἀντίθεση καί μέ τήν πολύχρωμη στολή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί μέ τίς στολές συγχρόνων ἁγίων, οἱ ὁποῖοι καί πολύχρωμα στιχάρια καί στολές φοροῦσαν καί μεγαλοπρεπῶς λειτουργοῦσαν.

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ἡ τελευταῖα καινοτομία πού εἰσάγει στή λειτουργική ζωή ἡ Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εἶναι τό παλαιοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα πού ἀναγινώσκεται κατά τήν τελεσή της καί πού ἀποτελεῖ καί αὐτό πάγιο αἴτημα τῶν «ἀνανεωτῶν» καί γιά τίς ἄλλες Λειτουργίες. «Γίνεται εὐρύτατα λόγος καί γιά την ἐπαναφορά τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ ἀναγνώσματος στή Θεία Λειτουργία», μᾶς λέει ὁ π. Δημήτριος Τζέρπος, ὁ ὁποῖος ταυτόχρονα μᾶς ἐνημερώνει ὅτι τό θέμα ἔχει συμπεριληφθεῖ γιά νά συζητηθεῖ στη μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο[37].
Δέν εἶναι ὑποκρισία ὅμως νά συζητᾶμε κάτι τέτοιο ὅταν ἔχουμε περικόψει τά ἀναγνώσματα τῶν πανηγυρικῶν ἑσπερινῶν γιά νά μπορέσει ὁ ἱεροκήρυκας νά μιλήσει ἀκόμα περισσότερο παίζοντας μέ τά νεῦρα μας κολακεύοντας τόν ἐπίσκοπό του, ὅταν ἔχουμε περικόψει τά παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα τῶν παραμονῶν τῶν μεγάλων ἑορτῶν καί διαβάζουμε μόνον τρία ἀπό τά 10 καί πλέον, ὅταν ἔχουμε καταργήσει τό Ψαλτήρι, ὅταν ἔχουμε καταργήσει τήν στιχολογία τῶν βιβλικῶν ὠδῶν στούς κανόνες τοῦ ὄρθρου, ἀλλά καί τίς στιχολογίες τῶν αἴνων καί τοῦ ἑσπερινοῦ, ὅταν δέν ψάλλουμε τούς κανόνες πού ἔχουν συχνές ἀναφορές στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἔχουμε καταργήσει τά Τυπικά τῆς Θείας Λειτουργίας καί τό παλαιοδιαθηκικό Κοινωνικό πού τό ἀντικαταστήσαμε μέ τραγουδάκια βάλς σάν τό «ἁγνή Παρθένε» πού ναί μέν συνέγραψε ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὄχι ὅμως γιά νά ἀντικαταστήσει τό κοινωνικό.  Ἄς ἐπαναφέρουμε ΟΛΑ τά παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα τῆς Λατρείας καί τότε ἄς συζητήσουμε καί γιά ἄλλα.
Ἐν κατακλεῖδι ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου περιέχει ὅλα ὅσα ζητοῦν οἱ «ἀνανεωτές» κρυμμένα πίσω ἀπό τόν δούρειο ἵππο τῆς «ἀρχαιοπρέπειας».  Ὅμως κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά πειράζει τήν Λατρεία καί νά μεταίρει ὅρια αἰώνια ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες.  Τέλος πρέπει νά ἀπαντήσουμε σέ ὅσους ὑποστηρίζουν ὅτι μόνο τά δόγματα δέν ἀλλάζουν ἐνῷ ὅλα τά ἄλλα ἐπιδέχονται ἀλλαγῶν, μέ τά λόγια τοῦ Μ. Βασιλείου «εἰ γάρ ἐπιχειρήσαιμεν τά ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μή μεγάλην ἔχοντα τήν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἄν εἰς αὐτά τά καίρια ζημιοῦντες τό Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δέ εἰς ὄνομα ψιλόν περιϊστῶντες τό κήρυγμα»[38] καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «Παράδοσις ἐστίν μηδέ πλέον ζήτει»[39].

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στις ἐπόμενες σελίδες ἀποδεικνύονται στήν πράξη τά ὅσα ὑποστηρίξαμε στό κείμενο περί τῆς λεγομένης Θ. Λειτουργίας τοῦ Ἰακώβου.  Ἀποδεικνύεται μέ τόν πιό αδιάψευστο τρόπο τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπαναφορά τῆς Λειτουργίας αὐτῆς δέν ἔχει ἄλλο σκοπό παρά νά φέρει μιά βίαιη  ἀνανέωση στή Λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνανέωση πού μέ τή σειρά της ἔχει ὡς μοναδικό σκοπό νά ἀρθοῦν οἱ Λειτουργικές διαφορές μέ τους παπικούς καί νά ἐπέλθει γρηγορότερα καί μέ ὅσο τό δυνατόν λιγότερες ἀντιδράσεις ἀπό τους Πιστούς ἡ ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν».  Ἡ Μία, ὄμως, Ἁγία καί Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι ὀργανισμός, ἑταιρεία ἤ θρησκεία γιά νά συζητᾶ γιά ἕνωση ἀλλά εἶναι τό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἴδια ἡ Ἀλήθεια.  Ἡ δέ λειτουργική ζωή τῆς Ἐκλησίας μας εἶναι τόσο τέλεια πού δέν χρειάζεται τήν παραμικρή ἀλλαγή, ἀλλά ἀρκεῖ κανείς νά τή ζήσει, ἀρκεῖ κανείς νά ἀφεθεῖ σ’ αὐτήν γιά νά καταλάβει τό πόσο εὔκολα σέ φέρνει σέ Κοινωνία μέ τόν ἴδιο τό Θεό.

Ἐκεῖνο, λοιπόν, πού χρειάζεται, ἄν δέν βιώνουμε τήν τελειότητα τῆς Λατρείας μας ἔτσι, δέν εἶναι νά ἀλλάξουμε τή Λατρεία ἀλλά τόν ἑαυτό μας.  Τόσοι καί τόσοι ἅγιοι ἔχουν γίνει οἱ κρίκοι τῆς Παράδοσης αὐτῆς τῆς Λατρείας καί ὁμολόγησαν τήν τελειότητά της.  Τόσοι καί τόσοι θνητοί ἄνθρωποι βίωσαν αὐτήν τήν τελειότητα καί κέρδισαν τήν ἀθανασία, ἔγιναν μέσα ἀπό αὐτήν Θεοί κατά Χάριν.  Οὔτε ἔνας ἅγιος δέν τόλμησε νά πειράξει ἤ νά γκρινιάξει ἔστω γιά τήν Θεοπατροπαράδοτη Λατρεία μας.  Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού θέλουν ἀλλαγές καλό θά ἦταν νά φτάσουν πρῶτα στά μέτρα τῶν ἁγίων καί ἔπειτα νά μᾶς ξαναποῦν τή γνώμη τους, ἄν βέβαια, πρᾶγμα διόλου ἀπίθανον, δέν θεωροῦν ὅτι ἔχουν κατά πολύ ξεπεράσει τά μέτρα αὐτά.
 
από ενοριακό ιστο-λόγιο

Θέλει τρέλα ρωμαίικη, τρέλα κολοκοτρωναίικη…





«Μην με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο»
Νικ. Καρούζος
«Άης Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία/ βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι/ - Βασίλη μ’ πούθε έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;/ Από τη μάνα μ’ έρχουμε και στο σχολειό πηγαίνω/ πάω να μάθω γράμματα, να πω την αλφαβήτα…»
Και «ζωγραφίζει» ο θεσπέσιος Παπαδιαμάντης: «Το άσμα τούτο μας φαίνεται θαυμάσιον εν τη αφελεία αυτού. Η έμφυτος φιλομάθεια του Ελληνικού Εθνους, εν μέσω τοσούτων διωγμών και θλίψεων επιζήσασα, μετεχειρίσθη την επί παιδείαν φήμην του ελληνικωτάτου Αγίου, ως προτροπήν προς τους νέους προς την σπουδήν και μάθησιν ούτω δε και μετά πολλούς αιώνας, ο μέγας της Καισαρείας φωστήρ, παρίσταται οιονεί συγγράφων δευτέραν προς νέους παραίνεσιν». (Απαντα, τομ. Ε’ εκδ. Γιοβάνης, σελ. 330).


0 στον υπερθετικό βαθμό Ελληνας, ελληνικότατος Μέγας Βασίλειος, δίδασκε, εν μέσω διωγμών και θλίψεων, τους νέους του αιχμάλωτου Γένους.
Όταν όμως «…λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους, και σκλαβωθήκαμε εις ανθρώπους κακορίζικους όπου ήταν (σ.σ. και είναι) η ακαθαρσία της Ευρώπης» (Μακρυγιάννης), διώξαμε τον άγιο από τις σχολικές αίθουσες και παρουσιάζουμε ενώπιον των παιδιών το παρδαλό ξωτικό της κοκακόλας.
Λοιπόν. Θέλουμε, οραματιζόμαστε μιαν πατρίδα χωρίς τα λέπια της ασημαντοκρατίας, της τιποτολογίας και τιποτοπραξίας, με ταυτότητα, και όχι πολυπολιτισμικό απολειφάδι. Η λύση, αφού ορνιθοειδώς παρακολουθούμε την διαπόμπευσή της και δεν εγειρόμαστε, είναι μία: όσοι Επίσκοποι ή ιερείς ακολουθούν τον κανόνα της αγίας ημών πίστεως και των χριστοπρεπών ηθών μας, να οργανώσουν στις ενορίες, στις μητροπόλεις τους  «Κρυφά Σχολειά». Τα ονομάζω «Κρυφά» για την ευνόητη παραπομπή στην εποχή που τα κατόρθωσε. Ζούμε σε καθεστώς δουλείας και …εθελοδουλίας.
Και εφ’ όσον τώρα δεν υπάρχουν «Κολοκοτρωναίοι»,  «ικανοί να την αποβάλουν  με σκέτο σαπουνόνερο» (Ελύτης), την ύπουλη αυτή σκλαβιά – λόγω δειλίας και τηλεκχαυνώσεως , η μόνη απαντοχή μας είναι η καθ’ ημάς Παιδεία. Δέκα χρόνια αν διδαχθούν αρκετές χιλιάδες Ελληνάκια «τα γράμματα που διαβάζουνε οι αγράμματοι και αγιάζουνε», (και πάλι ο τροπαιοφόρος νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης), η πατρίδα θα σωθεί. Θα αναστηθεί μια γενιά, που θα ρέει στο αίμα της το ύδωρ το αλλόμενον, τα πνευματικά αντισώματα του Ευαγγελίου, των Πατέρων της Εκκλησίας, των ηρώων, των σοφών της αρχαιότητας. Ο ποιητής, ο λησμονημένος Κάλβος, ο διδάχος που και σήμερα διδάσκει την υπερηφάνεια, μας κανοναρχεί: «Οσοι το χάλκεον χέρι/βαρύ του φόβου αισθάνονται/Ζυγόν δουλείαν ας έχωσι/Θέλει αρετήν και τόλμην/Η ελευθερία» («Εις Σάμον»).
Και ας μου συγχωρεθεί η λεκτική ακροβασία: Εδώ που φτάσαμε θέλει μπόλικη τρέλλα, τρέλλα ρωμαίικη, Κολοκοτρωναίικη.
«Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς. Εμείς αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμε την Επανάσταση», μας ορμηνεύει ο γερο-καπετάνιος.
«Νοικοκυριοί και φρόνιμοι
Δεν ζουν στον Ψηλορείτη
Οι κουζουλοί την κάνανε
Αθάνατη την Κρήτη»,
διαλαλεί και η κρητική λεβεντομαντινάδα.
Μονολογούσε, περίλυπος και καταντροπιασμένος, ο Νικόλαος Ιβανώφ, αρχιστράτηγος των Βουλγάρων στην μάχη του Κιλκίς, μετά την συντριβή του από τους αθάνατους Κιλκισιομάχους: «Όλα τα είχα προβλέψει, τα είχα σκεφτεί όλα, εκτός από την τρέλλα των Ελλήνων». Και ο άγιος Γέροντας μας, Παϊσιος ο Αγιορείτης: «Για να κάνει κανείς προκοπή, πρέπει να έχει παλαβή φλέβα, με την καλή έννοια. Ανάλογα πώς θα αξιοποιήσει την παλαβή φλέβα θα γίνει ή άγιος ή ήρωας. Αν όμως δεν βοηθηθεί και παρασυρθεί, μπορεί να γίνει εγκληματίας. Ένας που δεν έχει παλαβή φλέβα, δεν μπορεί να γίνει ούτε άγιος ούτε ήρωας. Γι’ αυτό χρειάζεται να πάρει μπρος μέσα μας η μηχανή, να δουλέψει η καρδιά, η παλληκαριά. Η καρδιά πρέπει να παλαβώσει». («Λόγοι Β’», εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον « Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή, 1999, σελ. 214).
 Αυτή η τρέλλα δεν είναι το μεθύσι «με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα» της γενιάς του ’40; Αυτή την τρέλλα δεν ζούσαν και οι αετοί της ΕΟΚΑ, που κατεξεφτέλισαν την αγγλοτουρκική κτηνωδία;
 Πολύ μας κούρασε η «φρονιμάδα», η «άψογος στάσις» και η «ευγενής» αφωνία των Ποιμεναρχών στις διεφθαρμένες κομματικές συμμορίες, που μας εξανδραποδίζουν. (Εξαιρώ τους χρυσοστομικού ήθους, Ιεράρχες, - Πειραιώς, Μεσολογγίου, Κυθήρων και τινών ελαχίστων ακόμη, που ξεχνώ τα ονόματά τους).
Ο σεβαστός καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών, Γ. Κρουσταλάκης, σε μια ομιλία του, το 2000, στην Ράχη Πιερίας, στα θαυμάσια «Πάτρια», ομιλώντας για την «παιδαγωγική των διδαχών του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού», ανέφερε τα εξής σπουδαία: «Θυμάμαι τον άγιο Γέροντα Πορφύριο. Του λέγαμε: «Παππούλη, πώς θα διδάσκουμε στο πανεπιστήμιο; Πρέπει να θεολογούμε; Τι να λέμε; Τι να κάνουμε; Και έλεγε εκείνος: «Κοινωνάτε την Κυριακή; Ε, τότε δεν χρειάζονται λόγια. Μεταφέρετε τον ίδιο τον Χριστό στο αμφιθέατρο, στους μαθητές σας». Είναι κάτι πολύ σημαντικό, που μου φέρνει στο νου αυτήν την μεγάλη φυσιογνωμία της Ορθοδοξίας μας, τον π. Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, που όταν του λέγαμε: «Γέροντα, πώς θα μιλάμε στα παιδιά;» Και έλεγε εκείνος: «Θέλεις να μιλήσεις; Πιάσε από το χέρι τον Αγιο Νεκτάριο και κουβάλα τον μέσα στα θρανία, μέσα στην αίθουσα με τον Άγιο Νεκτάριο να διδάξεις. Διδάσκει εκείνος και ο Χριστός και όχι εσύ τα παιδιά». (Πρακτικά, «ΙΓ’ Πάτρια», σελ. 35, Ράχη Πιερίας).
«Κρυφά Σχολειά» στις ενορίες και με την ευχή της Παναγίας, όσοι πιστοί, όσοι φιλότιμοι δάσκαλοι και καθηγητές να πιάσουμε από το χέρι τον Άγιο Βασίλειο, τον Μέγα, και αυτός θα διδάξει σε δασκάλους ποια είναι η βασιλική οδός της ορθής Παιδείας: «Δει τον προεστώτα του λόγου τύπον προκείσθαι τοις πάσιν παντός καλού, κατορθούντα πρότερον α διδάσκει». Δηλαδή, «εκείνος που διδάσκει, πρέπει να είναι υπόδειγμα κάθε καλού σε όλους και να εφαρμόζει πρώτος αυτός εκείνα που διδάσκει» (Ηθικά, όρος Ο’, ΒΕΠ 53,106).
Θα κλείσω μ’ αυτό που πρέπει να είναι πυξίδα μας, την εποχή τούτη την άστατη, που πολλές φορές το  έγραψα: «Όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλην του Ελληνικού, που πρέπει να στραφεί πίσω».
Και ο νοών νοείτω…
Καλή χρονιά και ευλογημένη….

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Τι πρέπει να κάνουμε για να είμαστε σωστοί Χριστιανοί;




● Ο Θεός από κάθε άνθρωπο που είναι βαπτισμένος ζητάει αυτά τα τρία: Από την ψυχή ορθή πίστι, από την γλώσσα την αλήθεια και από το σώμα την σωφροσύνη
(Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος).

● Αδελφοί μου, ας έχουμε καθαρό νου, στραμμένο στον Θεό... Ας κάνουμε όσα αρέσουν στον Θεό. Όποιος ζει, όπως θέλει ο Θεός, ζει μαζί με τον Θεό.


● Το να αγνοούν οι άνθρωποι εντελώς τους θείους νόμους είναι μεγάλη προδοσία της σωτηρίας.

● Εάν δουλεύουμε αδιάκοπα (τις εντολές του Θεού, την αρετή) θα βρούμε τον δρόμο της ζωής.

● ...Δια να βρεις παρηγοριά από τον Θεό, πήγαινε προσκολλήσου σε άνθρωπο που έχει φόβο Θεού, ταπείνωσε τον εαυτό σου ενώπιόν του και παράδωσε το θέλημά σου.

● Όλα για μας τα υπέστη ο Χριστός, για να μας σώσει. Ας είμαστε νηφάλιοι, ας είμαστε άγρυπνοι, ας περνούμε τον καιρό μας προσευχόμενοι, ας κάνουμε όσα είναι ευάρεστα σ' Αυτόν.

● Εάν δεν μισήσεις πρώτα την αμαρτία, δεν μπορείς να κάνης το θέλημα του Θεού... Το μόνο που ζητάει ο Θεός απ' τον άνθρωπο είναι η καλή του διάθεση και να έχει πάντοτε τον φόβο του Θεού.

● Εκεί που υπάρχει σαρκική ανάπαυση, δεν μπορεί να κατοικήσει φόβος Θεού (Αβ. Ησαΐας).

● Εάν κανείς, δεν δουλέψει, δεν παίρνει μισθό από τον Θεό (Αβ. Ησαΐας).

● Η επαγρύπνηση και η προσοχή στον εαυτό μας και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές είναι οδηγοί της ψυχής.

● Απόφευγε τις ανώφελες φιλίες του κόσμου αυτού, και από μόνες τους θα αποξενωθούν (Αββάς Ποιμήν).

● Να είσαι πρόθυμος πάντα να κάνης την πνευματική σου εργασία λίγο - λίγο και θα σωθής.

● Προϋπόθεση για να 'σαι Χριστιανός είναι να μιμείσαι τον Χριστό.

● Όπως δεν είναι δυνατόν να βόσκουν μαζί πρόβατα και λύκοι, έτσι είναι αδύνατον να βρει έλεος εκείνος που αντιμετωπίζει με δόλο τον πλησίον του.

● Για να είσαι αρεστός στον Θεό, κράτησε αυτές τις τρεις παραγγελίες και σώζεσαι: Όπου και αν πας, τον Θεό να έχης μπρος στα μάτια σου πάντοτε. Ό,τι και αν κάνης, να στηρίζεται στη μαρτυρία των θείων Γραφών. Και σ' όποιον τόπον και αν κατοικής, μη μετακινείσαι εύκολα από εκεί (Άγιος Αντώνιος).

● ...Αδελφέ, εσύ είπες. «ασθενώ στην ψυχή και στο σώμα». Αλλά γιατί δεν ομολογείς ότι υγιαίνεις στο θέλημά σου; (Άγιος Βαρσανούφιος).

● Το να βιάζουμε σε όλα τον εαυτό μας (για να κατορθώσουμε την αρετή), αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στο Θεό.

● Αυτός που βιάζει τον εαυτό του για το Θεό, είναι όμοιος με τον ομολογητή της πίστεως.

● ...Εκείνος που θέλει να ξεριζώση τα πάθη του, έχει ανάγκη από ιδρώτες και κόπους.

● Όποιος δεν γεύθηκε ακόμα τα επουράνια, ποθεί τα ακάθαρτα.

● Εντολή του Χριστού που εκτελείται με επίγνωση, χαρίζει παρηγοριά ανάλογη με τις οδύνες της καρδιάς.

● Η χάρις του Θεού ακολουθεί πάντα την προαίρεσί μας. και με την χάρι κατορθώνουμε κάθε αγαθό...

● Προτιμότερος είναι ο θάνατος για χάρη του Θεού, παρά μια ζωή γεμάτη ντροπή και οκνηρία.

● Στήριξε το θάρρος σου στο Θεό..., και να μην αρχίσης την εργασία του καλού έργου με διψυχία, που οδηγεί στη χαυνότητα, για να μη φτάση να γίνη ανώφελος ο κόπος σου και αφόρητη η εργασία της (πνευματικής) καλλιεργείας σου. Άρχισε το αγαθό με ανδρεία και αδίστακτη πίστη στο Θεό... (Αββάς Ισαάκ).

● Πολύ λυπόμαστε όταν κάνουμε αμαρτίες. Τις αίτιες τους όμως με ευχαρίστησι τις δεχόμαστε.

● Θανάσιμη αμαρτία είναι εκείνη για την οποίαν ο άνθρωπος μένει αμετανόητος. Κανένας δεν είναι τόσο αγαθός και σπλαχνικός όσον ο Θεός. Τον αμετανόητο όμως ούτε ο Θεός τον συγχωρεί (Αββά Μάρκου).

● Αυτός που αποφεύγει τον ωφέλιμο πειρασμό, αποφεύγει την αιώνιο ζωή. Σήκωσε τους πειρασμούς από την μέση και κανείς δεν θα αγιάση (Γεροντικόν).

● Οι Πατέρες μας μέσα από πολλές καταφρόνιες μπήκαν χαρούμενοι στην επουράνια πόλη (Αββάς Ιωάννης).

● Οι άνθρωποι παρουσιάζουν με πληρότητα την διδασκαλία, αλλά ελάχιστα απ' αυτά εφαρμόζουν (Αββάς Ποιμήν).

● Μάθε στην καρδιά σου να εφαρμόζη αυτά που διδάσκει η γλώσσα σου (Αββάς Ποιμήν).

● Εκείνος που με κάθε τρόπο επιδιώκει την φιλία των ανθρώπων, απομακρύνεται εντελώς από την φιλία του Θεού, μας διδάσκει ο Αββάς Ποιμήν.

● Αν ο Θεός δεν δοξάση τον άνθρωπο, η δόξα των ανθρώπων είναι ένα τίποτε (Αββάς Σισόης).

● Εξουθένωσε τον εαυτό σου, παράτησε το θέλημά σου, απαλλάξου από τις μέριμνες και θα έχης ανάπαυσι, μας λέγει ο Αββάς Σισόης.

● Μη συγκατοικήσετε με αιρετικό, ούτε να έχετε γνωριμίες με άρχοντες. Τα χέρια σας ας μην είναι απλωμένα για να μαζεύουν, προτιμότερον να είναι απλωμένα για να δίνουν (Αββάς Χωμέ).

● Σε ερώτησι του Αγίου Παμβώ προς τον άγιο Αντώνιο. τί να κάνη (για την σωτηρία του) ο Άγιος απήντησε: Μην έχης πεποίθησι στην αρετή σου, μη σκαλώνη η σκέψι σου ανώφελα σε κάτι που ανήκει στο παρελθόν, και έχε κυριαρχία στη γλώσσα σου και στην κοιλιά σου.

● Μας συμφέρει σαν ζητιάνοι να ζούμε, αρκεί μόνο να είμαστε μαζί με τον Ιησούν, διότι όποιος είναι με τον Ιησού, είναι πλούσιος και αν ακόμη υλικά είναι πτωχός. Αυτός που προτιμά τα γήινα από τα πνευματικά, θα χάση και τα δύο, ενώ εκείνος που επιθυμεί τα ουράνια, θα βρη οπωσδήποτε και επίγεια αγαθά (Οσία Ευγενία).

● Είναι αδύνατο να απόκτηση κανείς τον Ιησούν, παρά μόνο με κόπο, με ταπείνωσι και με προσευχή ακατάπαυστη, διαβάζομε στο Γεροντικό.

● Αγαπήστε την θλίψι περισσότερο από την ανάπαυσι, την περιφρόνησι περισσότερο από την δόξα, καθώς και το να δίνετε παρά να παίρνετε, και θα έχετε πνευματική ωφέλεια (Αββάς Ματώης).

● Ο Θεός από κάθε άνθρωπο που είναι βαπτισμένος ζητάει αυτά τα τρία: Από την ψυχή ορθή πίστι, από την γλώσσα την αλήθεια και από το σώμα την σωφροσύνη (Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος).

● Όπως ακριβώς ένα ερειπωμένο σπίτι έξω από την πόλη γίνεται τόπος ακαθαρσιών, έτσι και η ψυχή του οκνηρού γίνεται κατοικητήριο κάθε ακαθάρτου πάθους (Αββά Ησαΐου).

● Ό,τι αποστρέφεσαι, μην το κάνεις στον άλλο... Όποιος μπορεί να κράτηση αυτόν τον λόγο, του αρκεί για να σωθή (Γεροντικόν).

● Είναι αδύνατον να απόκτηση σταθερά αγάπη στον Θεό, όποιος έχει κάποιαν εμπαθή κλίση σε οτιδήποτε γήινο (Άγιος Μάξιμος).

● Εκείνος που έχει το νου του προσηλωμένο στην αγάπη του Θεού, καταφρονεί όλα τα ορατά, ακόμα και το σώμα του σαν ξένο (Άγιος Μάξιμος).

● Όποιος βλέπει και ίχνος μόνο μίσους μέσα στην καρδιά του για οποιονδήποτε άνθρωπο και για οποιοδήποτε φταίξιμό του, αυτός έχει αποξενωθεί τελείως από την αγάπη στο Θεό. Γιατί η αγάπη στο Θεό δεν ανέχεται καθόλου το μίσος εναντίον του ανθρώπου (Άγιος Μάξιμος).

Από το Μεγάλο Γεροντικό & τον Μικρό Ευεργετινό
impantokratoros.gr

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Μηχανή του χρόνου - Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες


Καπετάνιος Αγιογράφος - Χριστουγεννιάτικο Διήγημα του Φώτη Κόντογλου


Ἀπὸ τὸ περιοδ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ» ἔτος β´, τόμος Δ´, τεῦχος 45, Χριστούγεννα 1949

.                 Σὰν σήμερα Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά. Στ᾿ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ᾿ ἔσπασε τ᾿ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα. Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα, ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι᾿ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιά, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρά, καὶ τάξανε κ᾿ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι᾿ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε γιατὶ βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνᾶ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ ὄξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαράδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας. Καθίσανε δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σῦρα, κ᾿ εἴπανε πὼς ἔχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ᾿ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ᾿ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι᾿ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ᾿ ἔφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ᾿ ὅλο τὸ Ὄρος. Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ᾿ ἕναν γέροντα μάστορα, κ᾿ ἔγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ᾿ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλυβά του. Δὲν ἔμαθὲ πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατὶ τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι᾿ ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του. Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ᾿ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι᾿ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιὰ του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ᾿ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι᾿ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κ᾿ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι᾿ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο. Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κ᾿ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κ᾿ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα», γιατὶ δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, μὲ τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ᾿ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα ποὔπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντοῦκι ποὖχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι᾿ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ᾿ ἄλλα τἄδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.
.                 Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατὶ εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι᾿ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι᾿ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατὶ ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».
.                 Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, ἕξη χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερας. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι᾿ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νἄχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ᾿ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του. Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ᾿ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρύσες τὰ μάτια του, κ᾿ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ᾿ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κ᾿ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτήρι κ᾿ ἡ καρδιά του σὰ νἄθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; στὸ σπίτι του ἢ στὸ Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου; Κ᾿ ἔλεγε μὲ κλάψιμο: «Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σύ μου εἴ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπό σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. Τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. «Ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου». Κι᾿ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι᾿ ἄνοιγε τὰ μάτια του κ᾿ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νἄτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μὲ τὸν νοῦ του τὸ θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κ᾿ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί· διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην». Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατὶ ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ᾿ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ᾿ ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξη χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παποῦ, καὶ τοὔδινε κρύο νερὸ ἀπὸ τὴ στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τὶς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νἄνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ᾿ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί· κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ», ἤγουν: «Σὰν τ᾿ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου».
.                 Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νἄτανε ἀπὸ πέτρα κι᾿ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι᾿ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντοῦκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοίρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν τὸν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναίκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ᾿ ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ᾿ ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξη χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατὶ βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναίκα τοὔκανε μετάνοια κ᾿ ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστὰ τὴν εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρύσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἀρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ᾿ ἄλογο, κι᾿ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ᾿ ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ᾿ ἔμοιαζε τὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ᾿ ἄγρια τὰ κύματα, κ᾿ ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρῆ ὅν περ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι᾿ ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἔτος 1870».
.                 Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὄρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκεῖ πέρα τὸ γυιό της τὸν μεγάλο, γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὶς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πῆρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Καὶ κεῖνος τοὔλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι᾿ ὅπου νἆνε θἄρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Ὅπου σὲ μιὰ στιγμή, τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα, καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ του: «Ἐγὼ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θἄμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ᾿ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος ποὺ εἶπε πὼς θὰν ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος τὸν ἀγαπᾶ. Γενηθήτω τὸ θέλημά του».

ΠΗΓΗ