Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Φώτης Μιχαήλ, Καταντήσαμε ''παλιόψαθα των εθνών''.




ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ''ΠΑΛΙΟΨΑΘΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ''
Είναι αλήθεια ότι, στα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, ως Έλληνες, φερθήκαμε υβριστικά: Χλευάσαμε τα ιερά και τα όσια, υποτιμήσαμε τις παραδόσεις μας και πάνω απ' όλα εγκαταλείψαμε την αγάπη και το σέβας σ' αυτό που πάντα ήμασταν: Παλληκάρια, φιλότιμοι, πιστοί και αρκούντως ''τρελοί'', για να τα βάζουμε με πολύ δυνατότερούς μας.
Εν ολίγοις, ανταλλάξαμε την ''ιερή τρέλα'' της Ορθοδοξίας και τον μανικό έρωτα για την εθνική και πνευματική Ελευθερία, με την λογική, τον καθωσπρεπισμό και την ''πολιτική ορθότητα'' των προτεσταντών και παπικών συν-ευρωπαίων μας.  
Ως λαός παρασυρθήκαμε από τις ''σειρήνες'' των εχθρών της Πίστεως και της Πατρίδας και αφήσαμε να ορίζουν την ζωή μας οι επιθυμίες και τα πάθη τα κομματικά. Ταμπουρωθήκαμε πίσω από διάφορα ξενοκίνητα ιδεολογικά αναχώματα πολεμώντας ο ένας τον άλλον και αφήσαμε τον κομματικό φανατισμό, να σπείρει ανάμεσά μας το μίσος και την διαίρεση. Έτσι, πολύ γρήγορα και χωρίς να το καταλάβουμε, η κομματοκρατία όχι μόνον κυριάρχησε στον εθνικό μας συλλογικό βίο, αλλά κατάντησε σωστή γάγγραινα, που κατέφαγε τα σωθικά της Πατρίδας μας.

Έλεγε εκείνος ο ευλογημένος στρατηγός Μακρυγιάννης: ''Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμεν εις ανθρώπους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης''.
Μιλάμε κάθε τόσο για μια Ελλάδα ανεξάρτητη, για μια Ελλάδα που θα αποφασίζει για τον εαυτό της... Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο! Είμαστε μόνιμα προτεκτοράτο και υπό κατοχήν κάποιας ή κάποιων Δυτικών Δυνάμεων, με την συγκατάθεση την δική μας! Νενέκοι και Εφιάλτες, προσκυνημένοι της πολιτικής και της διανόησης, έγιναν αιτία να καταντήσουμε η ''παλιόψαθα των εθνών''.
Τώρα μάλιστα  φτάσαμε σε σημείο να μας λοιδορούν και να μας ειρωνεύονται οι πάντες. Και από πάνω, οι περισσότεροι διανοούμενοι και πολιτικοί μας, χωρίς αιδώ, να δηλώνουν υπέρμαχοι του Κοραϊκού Ευρωπαϊκού συνδρόμου: Να βρισκόμαστε στο Ευρωκοινοβούλιο, Έλληνες όντες, και να φερόμαστε φράγκικα. Να ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την ταυτότητά μας... Αυτό κι αν δεν είναι τραγικό!
Ο ερευνητής ιστορικός πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, λέει ότι εδώ χρειάζεται Ελληνορθόδοξη, Ρωμαίικη Πολιτική. Μια πολιτική βασισμένη στην δική μας πατροπαράδοτη πολιτισμική ταυτότητα, που θα μας βγάλει από τον εθνοκτόνο μεταπρατισμό πείθοντας τους ξένους, ότι έχουνε να ωφεληθούν από την σχέση τους μαζί μας.
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μονάχα όταν όλοι οι Ηγέτες μας, και κυρίως οι πολιτικοί, πάψουν να φέρονται ξενοκίνητα εντός Ελλάδος και πάρουν την απόφαση, επιτέλους, να ενεργούν προς τα έξω ως Έλληνες.
____________________________________________
Πηγές: 1. Στρατηγός Μακρυγιάννης
          2.  Καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός
          3.  Μουσικοσυνθέτης Σταμάτης Σπανουδάκης

Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, Αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί του;



Αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί του;
            Με αφορμή τις πρόσφατες  προκλητικές δηλώσεις γνωστού πρώην επαγγελματία διαφημιστού σε βάρος αγωνιστών του 1821 και της Εκκλησίας διερωτήθηκα γενικότερα αν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με κάποιον που χρησιμοποιεί επικοινωνιακές μεθόδους για να γίνει θόρυβος γύρω από το όνομά του. Αν αξίζει κανείς να ασχοληθεί με κάποιον που ευρισκόμενος στα έσχατα του βίου του – έχει ήδη ξεπεράσει σε ηλικία το προσδόκιμο για άνδρες στην Ελλάδα – δεν δείχνει να διαθέτει την ανάλογη προς την ηλικία του γνώση, σύνεση, μετριοπάθεια και νηφαλιότητα.  Αν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με κάποιον που στο βιογραφικό του, ως αξιοσημείωτα, αναφέρει το ότι πήρε το βραβείο Ιπεκτσί και το ότι ήταν υποψήφιος της νεοφιλελεύθερης «Δράσης» και τώρα του αριστερού «Ποταμιού». Να σημειωθεί πως αυτές οι δύο  διαφορετικές ιδεολογικά πολιτικές κινήσεις συμφωνούν στην αφαίρεση από τους Έλληνες της ιδιοπροσωπίας τους και στην περιθωριοποίηση της Εκκλησίας.

            Αλήθεια, δεν αξίζει τον κόπο, γιατί η απάντηση στον περί ου ο λόγος αυτοδιαφημιζόμενο πρώην επαγγελματία διαφημιστή κρύβει την παγίδα να δοθεί αξία στα όσα  υποστηρίζει. Ασφαλώς ούτε οι άνθρωποι της  Εκκλησίας, ούτε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι αγωνιστές έχουν ανάγκη συνηγόρων και βεβαίως οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται από παρέες μιας κοσμοπολίτικης ιντελιγκέντσιας σε πολυτελή διαμερίσματα και εστιατόρια του Κολωνακίου, δεν έχουν σχέση με την κοινή και διαχρονική αντίληψη των Ελλήνων.   
            Όμως υπάρχει και ο Έλληνας που θέλει να πληροφορηθεί την αλήθεια για τα θέματα που γράφει ο 79χρονος πρώην διαφημιστής. Για την άλωση της Τρίπολης και τον Κολοκοτρώνη λ.χ.. Ήταν η πρώτη άλωση των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς, ταπεινώσεων,  βασάνων,  φονικών και δεν ήταν εύκολο να ελεγχθεί το μένος τους. Αν χαρακτηριστεί  «Γενοκτονία» η άλωση της Τρίπολης από τους Έλληνες και η σφαγή που επακολούθησε, όταν οι Τούρκοι δεν θέλησαν να φύγουν χωρίς τα άρματά τους, πώς να χαρακτηριστεί η τεράστια εκατόμβη των εκατομμυρίων  Ελλήνων, θυμάτων  των αιώνων της τουρκοκρατίας;...
Ο κάθε σοβαρός άνθρωπος  οφείλει να μην διαβάζει αποσπασματικά  τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη. Λ.χ. στη συνέχεια της περιγραφής της άλωσης της Τρίπολης γράφει: « Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον πλάτανο εις το παζάρι οπού εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: <Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκτρεμάσθηκαν εκεί>  και διέταξα και τον έκοψαν. Επαρηγορήθηκα και για τον σκοτωμό των Τούρκων». Να διαβάσει επίσης τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου – Κολλίνου Θεοδ. Κολοκοτρώνη, στον Τερτσέτη. Όταν ήταν επτά ετών ο πατέρας του τον ενημέρωσε ότι οι Άγγλοι τον θέλανε για αξιωματικό τους, να πάει να υπηρετήσει στο Βασίλειο της Νεαπόλεως κι εκείνος αγριεμένος τους απάντησε: « Όχι δεν προδίδω την πατρίδα μου. Όπου σκότωσαν τον πατέρα μου, όπου έκοψαν χέρια και πόδια του παππού μου, εκεί θα πάγω...Εις τον πλάτανον της Τριπολιτζάς, όπου εκρέμασαν τους ιερείς της πίστεώς μας εκεί θα πάγω να πάρω, να ξαγοράσω το αίμα τους με αίμα...». Ασφαλώς στο Κολωνάκι θα ήθελαν ο Κολοκοτρώνης να έλεγε στους Τούρκους «Παρακαλώ περάστε»... Αλλά τότε γινόταν επανάσταση και χυνόταν αίμα, πλήθος αίμα ελληνικό...     
            Για την Εκκλησία, από άγνοια, ημιμάθεια ή από ιδεολογία, γίνεται το σφάλμα να θεωρείται ότι Αυτή προσωποποιείται σε ένα άτομο, τον πατριάρχη.  Κι έτσι να λεχθεί είναι γνωστό ότι δεκάδες πατριάρχες και χιλιάδες αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί φονεύθηκαν από τους οθωμανούς. Αλλά το αληθές είναι ότι Εκκλησία είναι κλήρος και λαός. Εκκλησία είναι και οι Ρήγας  Βελεστινλής, Αδαμάντιος Κοραής,  Κωνσταντίνος Κούμας και οι άλλοι διδάχοι του Έθνους που ήσαν πιστοί Χριστιανοί. Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό όποιος θέλει να έχει σοβαρή άποψη ας διαβάσει τα Απομνημονεύματά του. Πάντως όλοι οι αγωνιστές, μηδενός εξαιρουμένου, στην Επανάσταση του 1821 ήσαν πιστά μέλη της Εκκλησίας.  Απόδειξη ότι όλα τα Συντάγματα του Αγώνα (Επιδαύρου, Άστρους και Τροιζήνας) είχαν ως προμετωπίδα «ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ». Δυστυχώς σήμερα φτάσαμε να αμφισβητείται από ορισμένους ο Αγώνας της Παλιγγενεσίας και οι πρωταγωνιστές του, για να επαληθευθεί το γνωμικό «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος αχαρίστου».-

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Λόγος Καποδίστρια όταν έφτασε στην Αίγινα να αναλάβει Κυβερνήτης.

Πηγή: Ολυμπία

Για το Αρχείο κάθε Έλληνα.!

20140326-080823.jpg11 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας απεβιβάσθη στην Αίγινα. Ο Γ. Τερτσέτης στα
«Απόλογα για τον Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία του Κυβερνήτη με τον
Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:
«Είναι καιροί πού πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά είς την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα
όταν
έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τί παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδή… «Ζήτω ο κυβερνήτης ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!»
εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά
κατεβασμένα από τις σπηλιές.
Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες μου εζητούσαν να αναστήσω τους πεθαμένους
τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου
εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσκαλέσατε να οικοδομήσω,
να θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις και ως πρέπει ζει, ευτυχεί τους
ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους διατί διορθώνει την ζημία του θανάτου
και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο
διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχη συνείδησι, ευσπλαχνία, μέτρα
σοφίας.
“…Ώς ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει είς πολλούς κινδύνους ακόμη ή ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε
είς τα δάκτυλα την επικράτειάν μας.
Τ’ Ανάπλι, την Αίγιναν, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραΐμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της
Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας την Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από
αυτεξούσιο στρατό καί από πειρατείαν, τα δύο μεγάλα πολεμικά καράβια μας
είναι αραγμένα ξαρμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειότερους των Ελλήνων. Που το θησαυροφυλάκιον του έθνους;
Ακούωεπουλήσατε και την δεκατία του φετεινού έτους πρίν σπαρθή ακόμα το γέννημα, ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι; σκόρπιοι είς τα βουνά και εις τασπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δυο εκατομμύρια λίρες στερλίνες
χρέος, άλλα τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη είς τους
Άγγλους δανειστάς, ανάγκη να την ελευθερώσωμε με την ίδια απόφασι ως τηνελευθερώσαμε καί από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου.
Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι, προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου καί τωνδακρύων παρά άλλο. Ο θεός μου τάδωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάση.
Είμαι από τη φυλή σας, είς ένα μνήμα μαζί με σας θα θαφτώ, ό,τι έχω, ζωή,περιουσία, φιλίες είς την Ευρώπην, κεφάλαια γνώσεων αποκτημένα από τόσα
θεάματα και ακροάματα συμβάντων του κόσμου είς τάς ημέρας μου, τα αφιερώνω
είς την κοινήν πατρίδα…
Κατεβαίνω πολεμιστής είς το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων πού είναι φυτευμένες είς ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, τοφιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση είς την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.”
ΠΠ

Η ΚΑΤΑΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 21


 
Συντάκτης: Γιώργος Καραμπελιάς 
 
 
 
 
 Στη μεταπολιτευτική περίοδο, και ιδιαίτερα μετά το 1990, θα γίνει το αποφασιστικό  βήμα σε αυτή την κατεύθυνση, θα συγκροτηθεί μια μαρξίζουσα ιστοριογραφική σχολή, η οποία θα καταλάβει τις κυριότερες θέσεις των Πανεπιστημίων, των πολιτιστικών ιδρυμάτων και του «προοδευτικού» Τύπου, δηλαδή την ιδεολογική και πνευματική εξουσία, και θα εγκαταλείψει σταδιακώς κάθε αναφορά στην κυρίαρχη έως τότε εθνικο-απελευθερωτική συνιστώσα. Στο εξής, μία και μόνη ιδεολογική αντίθεση θα χαρακτηρίζει τον προεπαναστατικό ελληνισμό, η διχοτομία ανάμεσα στον «διαφωτισμό» και την «Εκκλησία»˙ διχοτομία η οποία, στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο, αναγνωρίζει πλέον την αστική τάξη, και μάλιστα τα ανώτερα στρώματά της, ως τον βασικό, αν όχι και αποκλειστικό, φορέα του «φωτισμού» και της επανάστασης.
 
Έτσι, οι αναλύσεις μαρξιστών όπως του Ζέβγου, του Σβορώνου, του Μοσκώφ, του Μάξιμου, του Ψυρούκη, ακόμα και του Κορδάτου, για τον μεταπρατικό χαρακτήρα της μεγαλοαστικής τάξης της υπόδουλης Ελλάδας, σταδιακώς, βυθίζονται στη λήθη.  Πράγματι, η συμμαχία των Οθωμανών με την αποικιοκρατική Δύση, που διείσδυε εμπορικά στην Ανατολή, και η γενικευμένη ανασφάλεια του οθωμανικού κράτους, υποχρέωσε την ελληνική μεγαλοαστική τάξη να στραφεί περισσότερο προς το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης  και να δημιουργήσει μια εξαρτημένη σχέση με το δυτικό κεφάλαιο, ενώ μόνον τα μεσαία και κατώτερα στρώματα των βιοτεχνών, των καραβοκυραίων, των εμπόρων, θα συγκροτούν μια οιονεί «εθνική» αστική τάξη. Όλες αυτές οι επισημάνσεις, σταδιακώς αποσιωπούνται και προβάλλεται μόνον ο διαφωτιστικός και παιδευτικός ρόλος των Φαναριωτών, των μεγαλεμπόρων και των τραπεζιτών – σίγουρα υπαρκτός, αλλά σφραγισμένος από τη μεταπρατική υφή αυτών των τάξεων.
 
Μέσα από αλλεπάλληλες ιδεολογικές και κοινωνικές μετατοπίσεις, περάσαμε, από τον παλαιό μαρξιστικό υπερτονισμό των κοινωνικών αντιθέσεων στο εσωτερικό του υπόδουλου ελληνισμού, στην ανοικτή υποστήριξη των ελίτ ως φορέων της προόδου και στην περιφρόνηση των λαϊκών στρωμάτων ως σκοταδιστικών, υποβαθμίζοντας ακόμα και την ίδια τη συμμετοχή τους στην  Επανάσταση του ’21.

Η απόρριψη της συνέχειας του ελληνισμού

 
Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, αυτή η «νέα ιστοριογραφία» καθίσταται κυριολεκτικά σκανδαλώδης και οδηγεί σε εξωφρενικά συμπεράσματα. Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι εκείνη του Βασίλη Κρεμμυδά, που επιχειρεί μια αναθεώρηση όχι μόνο της ιστοριογραφίας του ’21 αλλά και της ίδιας της Επανάστασης και, μάλιστα, σε Έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, για την Ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη, της οποίας ανέλαβε να συγγράψει τον εισαγωγικό τόμο[1], και της οποίας τον πρόλογο υπογράφει η κ. Ψαρούδα-Μπενάκη, ως η τότε πρόεδρος της Βουλής. 
 
Σε αυτή τη «ανάλυση», η οικονομική απογείωση του ελληνικού χώρου αποδίδεται αποκλειστικά στην επίδραση της Δυτικής Ευρώπης, χωρίς ούτε μία στιγμή να συνυπολογίζονται οι στρεβλώσεις που προκάλεσε η αποικιοκρατική διείσδυση του δυτικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό, εξ άλλου, εκθειάζονται η Αγγλία και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ως οι σωτήρες της επανάστασης.
 
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η «εμπορική αστική τάξη, είχε [ ] τον ίδιο χαρακτήρα με τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις»[2]! Όσο για την Επανάσταση του ’21, ήταν μια αστική –και όχι παλλαϊκή εθνική– επανάσταση, η οποία πραγματοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, που μάστιζε το εμπόριο και τη ναυτιλία, μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Δεδομένου ότι η αστική τάξη δεν μπορούσε να βρει απάντηση στα οικονομικά της προβλήματα, στράφηκε προς την «εθνική επανάσταση», εξ αιτίας της αδυναμίας του οθωμανικού κράτους να «ενσωματώσει στις λογικές» του τις «αυτονομήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων των υποδούλων»:
 
Για τον ελληνισμό των αρχών του 19ου αιώνα, υπόδουλο και παροικιακό, το ερώτημα για την απελευθέρωση των κοινωνικών δυνάμεων δεν μπορούσε παρά να υποκατασταθεί από το αίτημα για εθνικό κράτος˙ οι αυτονομήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων των υποδούλων, λόγω της αδυναμίας του Οθωμανικού κράτους να τις ενσωματώσει στις λογικές του, δεν είχαν μεγάλα περιθώρια επιτυχίας, κυρίως όταν, κατά τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, οι οικονομικές δραστηριότητες βυθίστηκαν σε βαθειά κρίση[3].
 
Έτσι μία −πραγματική− συνιστώσα της επανάστασης του ’21, η οικονομική κρίση, και μία −όντως σημαντική− κοινωνική τάξη, μεταβάλλονται στην αποκλειστική αιτία και κινητήρα της επανάστασης, μέσα από έναν αφόρητο και προκατακλυσμιαίο οικονομισμό. Μάλιστα, σε ολόκληρο το κείμενο, δεν γίνεται καμία διαφοροποίηση ανάμεσα στο πιο μεταπρατικό τμήμα της μεγαλοαστικής τάξης και την «εθνική αστική τάξη» των εσναφλήδων, των μικρεμπόρων και των βιοτεχνών, που όντως έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας.
 
Και για να μη μείνει καμία αμφιβολία ως προς το προκρούστειο σχήμα του συγγραφέα, απορρίπτεται οποιαδήποτε συνέχεια της επανάστασης του ’21 με τις προηγούμενες εξεγέρσεις και επαναστατικές απόπειρες των Ελλήνων, ακόμα και με τον Ρήγα Φεραίο! Σημειώνει ο αναθεωρητής «αναλυτής»:
 
Εντούτοις, όσα υποστήριζε η παλιά ιστοριογραφία, ότι δηλαδή οι εξεγέρσεις, οι κινήσεις τα σχέδια κ.λπ. ήταν προοίμια της μεγάλης Επανάστασης που ερχόταν, δεν είναι κοντά στα πράγματα. [ ] Τότε που η κύρια αντίθεση κατακτητή και κατακτημένου ήταν η πίστη, δεν είχαν εμφανιστεί οι οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές των τελευταίων 50 χρόνων και η εθνική συνείδηση ήταν ανύπαρκτη ή στα σπάργανα. Μέχρι το μήνυμα της Γαλλικής επανάστασης να απορροφηθεί ως συνείδηση απελευθέρωσης, ο μόνος τρόπος  για απαλλαγή από τον αλλόθρησκο κατακτητή ήταν η βοήθεια του ομόθρησκου καθολικού Ευρωπαίου ή, ακόμη καλύτερα, του ομόδοξου Ρώσου[4].
 
Όσο λοιπόν η «κύρια αντίθεση» παρέμενε η πίστη, οι Έλληνες δεν διέθεταν καμία «εθνική συνείδηση» αλλά ανέμεναν τη γαλλική Επανάσταση για να την αποκτήσουν!

Ορθοδοξία και εθνική συνείδηση

 
Και όμως, γνωρίζουμε από πολύ παλιά, από τον Παπαρρηγόπουλο έως τον Βακαλόπουλο και τον Σβορώνο, πως, μετά, τουλάχιστον, το 1204, το ελληνικό έθνος παλεύει για την επιβίωση και την επιβεβαίωσή του˙ συνεπώς, υποχωρεί η οικουμενική συνείδηση, που το χαρακτηρίζει από την εποχή της ελληνιστικής έως τη μεσοβυζαντινή περίοδο, και, πλέον, η οικουμενική ορθόδοξη συνείδηση συνδυάζεται με την ανοικτή διεκδίκηση της ελληνικότητας, είτε αυτή αποκαλείται ρωμιοσύνη, είτε ελληνικότητα, είτε «γραικοσύνη»[5]. Στο εξής, η ορθόδοξη πίστη αποκτά για τους Έλληνες ανοικτά εθνική διάσταση. Όσοι Έλληνες εξισλαμίζονταν, χάνονταν οριστικά για τον ελληνισμό, ακόμα −τις περισσότερες φορές− και όσοι λατινοφρονούσαν. Και γι’ αυτό, στο ’21, ο σταυρός της ελληνικής σημαίας θα αποτελεί ταυτόχρονα εθνικό και όχι απλώς θρησκευτικό σύμβολο των Ελλήνων. Σε όλα δε τα επαναστατικά συντάγματα, από  εκείνο της Επιδαύρου, και μετά:
 
Το κατ’ εξοχήν νομικό και πολιτικό κριτήριο για τον ορισμό του Έλληνα πολίτη δεν συγκροτείται από την ελληνική γλώσσα [  ] ούτε  από την εθνοτική προέλευση. Αποφασιστικό κριτήριο για την πρόσκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη στα επαναστατικά Συντάγματα [ ] καθίσταται η «χριστιανική πίστη»[6].
 
Δεν έχουν σχέση λοιπόν –για τον συγγραφέα και, εμμέσως, για τη Βουλή των Ελλήνων– με το ελληνικό έθνος τα εκατομμύρια των θυμάτων του ελληνισμού, από τους εξισλαμισμούς, τους νεομάρτυρες, τους κλέφτες, από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο έως τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο και τον Λάμπρο Κατσώνη, ακόμα και τον Ρήγα Φεραίο˙ δεν συναρτώνται με την εθνική συνείδηση ούτε παρουσίαζαν καμία συνέχεια με το ’21! Το ελληνικό έθνος είναι αποκλειστικό δημιούργημα της αστικής τάξης, και μάλιστα της ύστερης, εκείνης που δημιούργησε η ευρωπαϊκή οικονομική επέκταση, καθώς και της γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή αποτελεί, ούτως ή άλλως, εισαγόμενο είδος.
 
Ο συγγραφέας καταλήγει σε μια τέτοια αντίληψη −εμφανώς ηροστράτεια και εθνομηδενιστική− μέσα από μία αναπόφευκτη διαλεκτική αλληλουχία, στον βαθμό που αντιπαραθέτει την ελληνική εθνική συνείδηση με την Ορθοδοξία, με την οποία για αιώνες ταυτίζεται.
 
Ιδού πως περιγράφει τον ρόλο της Εκκλησίας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας:
 
Η νομιμοποίηση του κοινωνικού ρόλου της Εκκλησίας ήταν αποκλειστικά συναρτημένη με τις συνθήκες της κατάκτησης˙ αλλά, ως τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, η Εκκλησία παρέμενε κοινωνικά αδρανής, γιατί η εξουσία της δεν αντλούνταν από την κοινωνία αλλά από το σουλτάνο και το Θεό[7].
 
Τέτοια ιστορική διαστρέβλωση όντως απαιτεί «προσπάθεια» − και μάλιστα σε βιβλίο που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων. Η Εκκλησία παραμένει «κοινωνικά αδρανής», η δε νομιμοποίησή της δεν σχετίζεται καν με την οργάνωση του γένους των Ελλήνων, με την ίδια τη επιβίωσή του απέναντι στους εξισλαμισμούς, με την εκπαίδευσή του, με τη διαμόρφωση του κοινοτικού του ήθους. Όχι, συνεχίζει ο Κρεμμυδάς, «άλλωστε, οι υπόδουλοι −όχι μόνο οι Έλληνες− ήταν πιστοί απευθείας στον Θεό, χωρίς τη μεσολάβηση της Εκκλησίας»[8]. Τέτοια ανακρίβεια για τη σχέση Ελλήνων-Ορθοδοξίας, και, γενικότερα, για τη σχέση του ανθρώπου με τη θρησκεία και τον Θεό, απαιτεί όντως προσπάθεια για να διατυπωθεί γραπτώς. Η σχέση με τον Θεό, από τότε που διαμορφώνονται οι πολιτισμένες ανθρώπινες κοινωνίες, διαμεσολαβείται, θα λέγαμε συγκροτείται, από τις οργανωμένες θρησκείες και δεν είναι ποτέ αποκλειστικά ατομική − ακόμα και στην πιο ατομοκεντρική εκδοχή της, τον προτεσταντισμό, όπου όντως αναβαθμίζεται η ατομική σχέση. Μόνον ο ντεϊσμός και η «théologie naturelle», την οποία υιοθετεί ο Βολταίρος, δοκιμάζουν να μεταβάλουν τη θρησκεία σε μια απολύτως ατομική σχέση με το θείο, χωρίς όμως να το επιτύχουν, έστω και στο ελάχιστο. Ακόμα και η γαλλική Επανάσταση θα οργανώσει γιορτές για την εφήμερη λατρεία του Υπερτάτου Όντος.
 
Πόσο μάλλον στην Ορθοδοξία, και μάλιστα σε συνθήκες δουλείας, όπου η οργάνωση του θρησκευτικού γεγονότος ρυθμίζει ολόκληρη τη ζωή, ακόμα και την παραγωγή − η σπορά, ο θερισμός, ακόμα και τα ταξίδια των μαστοροσυντεχνιών συναρτώνται με θρησκευτικά γεγονότα και εορτές. Και το ίδιο συμβαίνει και με τα μεγάλα «πολιτικά» γεγονότα: από τις εκλογές των συντεχνιών, που πραγματοποιούνται την ημέρα της εορτής του προστάτη Αγίου της συντεχνίας, μέχρι την έναρξη της Επανάστασης του ’21, που θα συνδυαστεί με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, την 1η Ιανουαρίου του 1822, διαβάζουμε:
Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες[ ].
Στη δεύτερη Συνέλευση του Άστρους, όπου ψηφίζεται το πλήρες Σύνταγμα, στο Β΄ κεφάλαιο, επαναλαμβάνεται επί λέξει ή ίδια διατύπωση· το αυτό θα συμβεί και στο τελικό επαναστατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας, του Μαΐου του 1827, στο άρθρο 6:
6. Έλληνες είναι
α. Όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικράτειας πιστεύουσιν εις Χριστόν.
β. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν [  ][9]:
 
Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σαφή: Έλληνες αναγνωρίζονται, από τα φιλελεύθερα δημοκρατικά Συντάγματα της Επανάστασης, οι αυτόχθονες και «ετερόχθονες» Χριστιανοί της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, δήθεν ιστορικοί έχουν το θράσος να διαστρεβλώνουν κατάφωρα την ιστορική αλήθεια για τη συνέχεια του ελληνισμού μέσω και δια της ορθόδοξης ταυτότητας.
 
[Ο ίδιος ο Κρεμμυδάς δε, σε πλήρη αντίφαση με την απόλυτη «αδράνεια» και την έλλειψη οποιουδήποτε κοινωνικού ρόλου της  Εκκλησίας, είχε χαρακτηρίσει όλες τις προηγούμενες εξεγέρσεις των Ελλήνων ως εμπνεόμενες από την πίστη.] Και συνεχίζει:
 
Κοινωνικό ρόλο άρχισε να παίζει η Εκκλησία, το Πατριαρχείο, όταν αντιλήφθηκε ότι οι νέες ιδέες φθάνουν στον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην «επικράτειά» του, δηλαδή. Ο σχηματισμός και η ισχυροποίηση της ελληνικής αστικής τάξης, η υιοθέτηση από ένα τμήμα της και του αντικληρικανικού[10] (sic, Γ.Κ.) κηρύγματος του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης [ ] ταρακούνησαν το κατεστημένο σχήμα σχέσεων. [ ] Τότε ακριβώς το Πατριαρχείο ανέλαβε κοινωνικό ρόλο και τάχθηκε με το μέρος της αντεπανάστασης. [ ] Εντέλει, όταν ήρθε η ώρα να συμβάλει στην επιτυχία της Επανάστασης του δικού της έθνους, πήρε το μέρος του σουλτάνου…[11]
 
Όσο για τον σουλτάνο, εξαπέλυσε διώξεις κατά της Εκκλησίας, με εκατόμβες θυμάτων, και πρώτον τον Πατριάρχη, από «λανθασμένη εκτίμηση» και εσφαλμένη κοσμοθεωρητική οπτική!
 
Γιατί ο σουλτάνος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι για τον ελληνισμό [ ] η διαφορά στην πίστη είχε πάψει προ πολλού να συνιστά την κύρια αντίθεση με τον κατακτητή. [ ] Σ’ αυτές τις λογικές και τις αντίστοιχες συμπεριφορές του σουλτάνου είναι εύκολο να ανακαλύψουμε το λόγο που τον έκανε να οδηγήσει στην αγχόνη τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (Πάσχα 1822), έναν ιδεολογικό σύμμαχο του στην πραγματικότητα[12].

Η απόρριψη της συνέχειας και το «σύνδρομο της Μελούνας»

 
Αυτή όμως η λυσσαλέα επίθεση κατά της Ορθοδοξίας δεν αποτελεί μία απλή ιδεοληψία του συγγραφέα˙ είναι απαραίτητη ώστε να μπορεί να κατασκευαστεί το σχήμα μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης που αρχίζει να διαμορφώνεται μόλις με την, μετά το 1770, αναπτυσσόμενη αστική τάξη, και μετά τη γαλλική Επανάσταση. Διότι, εάν όντως η ελληνική εθνική συνείδηση συγκροτείται σε αντιπαράθεση με την Ορθοδοξία, και όχι σε ταύτιση ή συνάφεια μαζί της, τότε καθίσταται θεμιτή και η μετατροπή των ελάχιστων αντικληρικαλικών ή αντικληρικών κειμένων σε ορόσημα για τη «δημιουργία» εθνικής συνείδησης. Όπερ έδει δείξαι: Ούτε συνέχεια του ελληνισμού υπάρχει, ούτε σχέση με το Βυζάντιο και την αρχαιότητα˙ υπάρχει απλώς μια αντανακλαστική, παράγωγη της Δύσης, αστική ανάπτυξη, και μια εξ ίσου αντανακλαστική Επανάσταση, ως παρακολούθημα της γαλλικής.
 
Εάν, αντίθετα, η συνέχεια και η συνάφεια της νεότερης εθνικής συνείδησης με την Ορθοδοξία και το Βυζάντιο είναι πραγματική, όπως βεβαιώνει μέχρι σήμερα η ιστορική πραγματικότητα και η ιστοριογραφία του ελληνισμού, τότε είναι υπαρκτή και η γενικότερη ιστορική συνέχεια του ελληνισμού και δεν αποτελεί απλό παρακολούθημα της Δύσης. Όπως τόσο έξοχα και περιεκτικά είχε απαντήσει στο ερώτημα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,:
 
Ἡ ἐ­πανάστασις ἡ ἐδική μας δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμιὰν ἀπ' ὅσαις γίνονται τὴν σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν διοικήσεων των εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος. Ὁ ἐδικός μας πόλεμος ἦτο ὁ πλέον δίκαιος, ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλο ἔθνος. [ ] Μιὰν φορὰν, ὅταν ἐπήραμεν τὸ Ναύπλιον, ἦλθεν ὁ Ἀμιλτον νὰ μὲ ἰδῇ· μοῦ εἶπε ὅτι: πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν συμβιβασμόν, καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μεσιτεύσῃ· ἐγὼ τοῦ ἀπεκρίθηκα, ὅτι αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἢ θάνατος· ἐμεῖς, καπιτὰν Ἄμιλτον, ποτὲ συμβιβασμὸ δὲν ἐκάμαμε μὲ τοὺς Τούρκους· ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γεννεὰ εἰς γεννεά· ὁ Βασιλεύς μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε, ἡ φρουρὰ του εἶχε παντοτινὸν πόλεμον μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον πάντοτε ἀνυπότακτα·
–μὲ εἶπε, ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρά του, ποῖα εἶναι τὰ φρούρια;
– ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι Κλέφται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη καὶ τὸ Σοῦλι καὶ τὰ βουνα· ἔτζι δὲν μὲ ὡμίλησε πλέον[13].
 
Ο Κολοκοτρώνης όχι απλώς θεωρεί την Επανάσταση του ’21 συνέχεια των προγενέστερων αγώνων του ελληνισμού, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως τον δολοφονημένο βασιλέα του και να βλέπει τους σκλαβωμένους Έλληνες σε διαρκή και ανειρήνευτο πόλεμο με τους Τούρκους, παρότι ο κ. Κρεμμυδάς φαίνεται να γνωρίζει καλύτερα το πρόβλημα – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην Αγγλία.
 
Το διακύβευμα, λοιπόν, είναι εξόχως σημαντικό, γι’ αυτό αξίζει ακόμα και μία τόσο άτεχνη και χονδροειδή −ο καθείς και οι δυνατότητές του− απόπειρα αναθεώρησης.
 
Όμως, «επικίνδυνος» είναι και ο Ρήγας Φεραίος, και όχι μόνο διότι εξέδωσε τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου», έκδοση με την οποία δεν ασχολείται, ή ίσως αγνοεί, ο συγγραφέας, αλλά διότι παραπέμπει σε μια αντίληψη του ελληνισμού που τη συνδέει με τη βυζαντινή και οικουμενική του παράδοση:
 
Εντούτοις, τα πολιτικά σχέδια του Ρήγα δεν εξυπηρετούσαν τις προϋποθέσεις του έθνους-κράτους˙ το Σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία μιας Βαλκανικής αυτοκρατορίας στα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής. [ ] Το Σχέδιο του Ρήγα δεν συμβάδιζε με το έμμεσο, πάντα, κήρυγμα του Διαφωτισμού για έγερση των εθνικισμών. [ ] Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η Επανάσταση δεν χρειάστηκε  το πολιτικό σχέδιο  του Ρήγα˙ ήταν μια εθνική επανάσταση, με διακηρυγμένο το σκοπό της να δημιουργήσει εθνικό κράτος, όχι πολυεθνική αυτοκρατορία[14].
 
Πρόκειται για κατάφωρο βιασμό της ιστορικής αλήθειας, διότι η Επανάσταση του ’21 θα θελήσει να είναι και παμβαλκανική, σε πλήρη συνέχεια με το όραμα του Ρήγα, εξ ου και η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, και τα σχέδια για ταυτόχρονη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Μόνο η αποτυχία της επανάστασης σε αυτό το ευρύτερο πεδίο θα την υποχρεώσει στον γεωγραφικό περιορισμό της στη Νότια Ελλάδα.
 
Για την ελληνική συνείδηση του ’21, η επανάσταση στόχευε −με νέους όρους− στην ανασύσταση του ύστερου βυζαντινού κράτους, που, στο βάθος αυτής της συνείδησης, συνιστά τη βάση όλων των επαναστατικών αποπειρών. Για τη μυθική εκδοχή αυτής της παράδοσης, αυτή η ανασύσταση θα πάρει τη μορφή της Ανάστασης του μαρμαρωμένου βασιλιά, ή της έλευσης του «ξανθού γένους»˙ σε μια νεωτερική, σύγχρονη, εκδοχή, –του Ρήγα, και της Φιλικής– θα λάβει τη μορφή ενός σύγχρονου ρωμαίικου κράτους με περισσότερες εθνότητες και λαούς, αλλά με σύμβολο τον σταυρό και γλώσσα την ελληνική˙ τέλος δε, στους περισσοτέρους Έλληνες, θα εμφανίζεται με τη μορφή ενός κράματος και των δύο αυτών εκδοχών, της παραδοσιακής και της νεωτερικής, γι’ αυτό ο Ρήγας, παράλληλα με το Σύνταγμά του, θα εκδώσει και τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου».
 
Ο προκρούστειος μικροελλαδισμός του Κρεμμυδά θα επιμένει, σε όλη την έκταση του πονήματός του, να συρρικνώνει τα όρια της επαναστατικής απόπειρας στη δημιουργία του μικροσκοπικού κράτους της Προστασίας. Γι’ αυτό και θα μας καλεί επανειλημμένα να εγκαταλείψουμε τον «λαϊκισμό» της παλιάς ιστοριογραφίας και να αναγνωρίσουμε ιδιαίτερα τον «θετικό ρόλο» της Αγγλίας και του Μαυροκορδάτου στην εθνική απελευθέρωση των Ελλήνων, δηλαδή τον περιορισμό της επανάστασης σε ένα μικρό τμήμα εκείνου που σχεδίαζε η Φιλική Εταιρεία.
 
Μια τέτοια κατάληξη της επανάστασης υπήρξε προφανώς και συνέπεια της ίδιας της οικονομικής και κοινωνικής δομής της υπόδουλης κοινωνίας και η ευθύνη θα πρέπει να προσγραφεί κατ’ εξοχήν στις ίδιες τις ελληνικές ελίτ, που, εξ αιτίας του μεταπρατικού τους χαρακτήρα, δεν είχαν τη δυνατότητα να ξεσηκώσουν όλους τους βαλκανικούς λαούς, ή «να καταλάβουν» την Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποσιωπάται ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων –και της Αγγλίας κατ’ εξοχήν– σε αυτόν περιορισμό της Επανάστασης, ούτε ακόμα περισσότερο να προσγράφεται στις θετικές εξελίξεις το γεγονός ότι η ελληνική Επανάσταση και το νεοσύστατο κράτος θα παραδοθεί στα χέρια της Αγγλίας και των μεγάλων δυνάμεων˙ διότι αυτή η παράδοση θα καθορίσει στη συνέχεια τον εσαεί εξαρτημένο χαρακτήρα του ελλαδικού κράτους. Στη χειρότερη περίπτωση, και από τον πιο «ρεαλιστή» ιστορικό, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια αναγκαία, αλλά πάντως αρνητική, εξέλιξη.
 
 Όταν, μάλιστα, είναι πασίγνωστο, πως η αγγλική επέμβαση θα πραγματοποιηθεί ακριβώς για να αποφευχθεί μια πιθανή κατάρρευση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο σύνολό της, ίσως και μετά από παρέμβαση της Ρωσίας. Οι Άγγλοι δεν μας «χάρισαν» τίποτε, η ελληνική απελευθέρωση είχε δρομολογηθεί, και το ερώτημα ήταν έως που θα έφτανε και υπέρ ποίου θα λειτουργούσε εν τέλει. Όλα αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για τον αγγλόφιλο ιστορικό:
 
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το καλοκαίρι του 1825 συγκεκριμένα, συνέβη κάτι επίσης σημαντικό: η Επανάσταση επισήμως ανέθεσε την «μοναδικήν υπεράσπισιν» της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, και της πολιτικής υπόστασης του έθνους στην Αγγλία. Την αίτηση προς την αγγλική κυβέρνηση είχαμε χαρακτηρίσει παλαιότερα ως «ψήφισμα της υποτέλειας»˙ είναι ώρα να την αναθεωρήσουμε. Γιατί επρόκειτο για πράξη που ωφέλησε τον αγώνα…[15]
 
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε ad nauseam, διότι το συγκεκριμένο κείμενο ξεπερνάει ίσως κάθε προηγούμενο, εξ αιτίας της ανοικτής, ανενδοίαστης και αστήρικτης υποστήριξης αναληθειών που, όμως, κινδυνεύουν να γίνουν επίσημη ιδεολογία του ελληνικού κράτους. Και επί πλέον, το σημαντικότερο, αποτελεί έκδοση της ίδιας της Βουλής των Ελλήνων, που θα έπρεπε να πάρει τα αναγκαία μέτρα για να αποσυρθεί αυτό το ιστορικά απαράδεκτο ανοσιούργημα.
 
Κλείνοντας, αξίζει να υπογραμμίσουμε πως, από το πόνημα αυτό, εκτός από τις αρές κατά της Εκκλησίας και τους ύμνους στην αστική τάξη, απουσιάζουν παντελώς ορισμένες τάξεις και στρώματα. Έτσι, ούτε καν αναφέρονται, έστω ως συνιστώσες της επανάστασης, οι… λαϊκές τάξεις, οι αγρότες, ο «χοντρός λαός» των αστικών κέντρων, οι βιοτέχνες, οι γυναίκες, οι μαχητές της επανάστασης. Το πόνημα της Βουλής των Ελλήνων ασχολείται αποκλειστικά με τις «ηγέτιδες» τάξεις − ίσως ως αντανάκλαση της ολιγαρχικής μετεξέλιξης της σύγχρονης δημοκρατίας και ως έκφραση της κατάντιας της πάλαι ποτέ αριστερής διανόησης. Από τον Ρήγα και τον Καραϊσκάκη, από τον Αντώνη Οικονόμου και τον Λυκούργο Λογοθέτη, θα μετατοπιστεί στον Μαυροκορδάτο και τους Εγγλέζους «συμμάχους».
 
Τι καλύτερη δικαιολογία, και ταυτόχρονα προοίμιο για την ξενοδουλεία των ελληνικών ελίτ και την ταύτισή τους με τη Δύση, ως παρασιτική απόφυσή της, από μια «Επανάσταση» η οποία είναι και αυτή δημιούργημα της Δύσης;! Αυτό απαιτούν οι σύγχρονες ανάγκες του ελληνικού κρατικού παρασίτου και αυτό προσφέρουν οι κάλαμοι που βρίσκονται στην υπηρεσία του.
Το κείμενο αποτελεί μέρος ευρύτερης εργασίας-βιβλίου του συγγραφέα. Το άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό «Μανιφέστο»,  στο τεύχος 17 του Απριλίου 2009.
[1] Βλ. Βασίλης Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα Τρικούπη στο σήμερα. Το Εικοσιένα στις νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις [Εισαγωγικός τόμος στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Σπυρίδωνα Τρικούπη], Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2007.
[2] Βασίλης Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 30.
[3] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 37.
[4] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σσ. 42-43.
[5] Βλ. Γιώργος Καραμπελιάς, Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, Αθήνα 32007.
[6] Βλ. George Vlachos, «L’ idée constitutionellle et la conception révolutionnaire de nation pendant la Révolution hellénique de 1821», La Révolution française et l’ hellénisme moderne, Actes du III Colloque d’ Histoire (Αθήνα 14-17 Οκτωβρίου 1987), ΕΙΕΕ-ΚΝΕ, Αθήνα 1989, σ. 337.
[7] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 32.
[8] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 32.
[9] Βλ. Αλεξάνδρου Σβώλου, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος και Τα ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986, Στοχαστής, Αθήνα 21998, σσ. 107, 122, 136.
[10] Ο «αντικληρικανισμός», στον οποίο επανειλημμένα αναφέρεται ο Κρεμμυδάς στο πόνημά του, αποτελεί μια ιδιαίτερη συμβολή του στον γλωσσικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Προφανώς, εννοεί τον αντικληρικαλισμό, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον κ. καθηγητή. Εδώ, ολόκληρο ελληνικό έθνος εξαφάνισε πριν την γαλλική Επανάσταση, και θα «υποχωρήσει» μπροστά σε μία απλή λέξη, την οποία αναπλάθει δημιουργικά; Εξ άλλου το ίδιο πράττει και με τα Βέρβαινα τα οποία αποκαλεί Δέρβενα, (σελίδα 65) ίσως σε μία σύνθεση της μάχης των Βερβαίνων (17-18 Μαϊου 1821) με εκείνη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822). Εξ άλλου και στις δύο περιπτώσεις πρωτοστατούσε ο Νικηταράς  − ο λεγόμενος και «τουρκοφάγος».
[11] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 32.
[12] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 66. [Παρεμπιπτόντως και εδώ υπάρχει η ίδια ακρίβεια και προσοχή που χαρακτηρίζει όλο το έργο. Ο Γρηγόριος Ε΄ απαγχονίστηκε το… 1822. Εκτός αν υποθέσουμε πως και αυτή η… μικρή διαφορά του ενός χρόνου, εντάσσεται σε κάποια στρατηγική ενίσχυσης του μηνύματος του συγγραφέα, ότι δηλαδή ο απαγχονισμός του δεν συναρτάται με την Επανάσταση του ’21 και έγινε πάνω από ένα χρόνο αργότερα. Πάντως το αποτέλεσμα, ηθελημένο ή αθέλητο, είναι ακριβώς αυτό.]
[13] Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης (υπαγόρευσε), Διήγησις Συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846, σ. 190.

[14] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 44.
[15] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 87.
 
απο ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΝΤΟΣ

Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶναι ἡ πιὸ πνευματικὴ ἐπανάσταση ποὺ ἔγινε στὸ κόσμο. Εἶναι ἁγιασμένη!

 

Τοῦ Φώτη Κόντογλου  
Ἡ ἐπανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορὲς ἀπὸ κάποιες ὑλικὲς αἰτίες, ποὺ εἶναι ἡ σκλαβιά, ἡ στέρηση, ἡ κακοπέραση, τὰ βασανιστήρια, ἡ περιφρόνηση. Ἡ λευτεριὰ εἶναι ἡ θεότητα ποὺ λατρεύει ὁ ἐπαναστάτης, καὶ γι’ αὐτὴ χύνει τὸ αἷμα του. Μὰ τὴ λευτεριά, πολλὲς φορές, σὰν τὴν ἀποχτήσει ὁ ἐπαναστάτης, δὲν τὴ μεταχειρίζεται γιὰ πνευματικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ γιὰ νὰ χαρεῖ τὴν ὑλικὴ ζωὴ μονάχα. Κοντὰ στὴν ὑλικὴ ζωὴ ἔρχεται κ’ ἡ πνευματική, μὰ τὶς περισσότερες φορὲς γιὰ πνευματικὴ ζωὴ θεωροῦνε οἱ ἄνθρωποι κάποιες ἀπολαύσεις ποὺ εἶναι κι αὐτὲς ὑλικές, κι ἃς φαίνονται σὰν πνευματικές. Ἕνας ἐπαναστάτης τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης, νὰ ποῦμε, θεωροῦσε γιὰ πνευματικὰ κάποια πράγματα πού, στ’ ἀλήθεια, δὲν ἤτανε πνευματικά. Αὐτὸς ἤθελε ν’ ἀποχτήσει τὴ λευτεριά, γιὰ νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ νόμιζε πὼς εἶναι σωστὰ καὶ δίκαια γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο τὸν κόσμο μοναχά, δηλαδὴ γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωή τους, μὴ πιστεύοντας πὼς ὑπάρχει τίποτ’ ἄλλο γιὰ νὰ τὸ ἐπιδιώξει ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ λέγω πώς, γιὰ τὶς περισσότερες ἐπαναστάσεις, οἱ αἰτίες ποὺ τὶς κάνανε νὰ ξεσπάσουνε σταθήκανε ὑλικές, καὶ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἐπιδιώξανε ἤτανε προορισμένη νὰ....
ἱκανοποιήσει μονάχα ὑλικὲς ἀνάγκες.
Ἡ ἑλληνικὴ ὅμως Ἐπανάσταση εἶχε μὲν γιὰ αἰτία καὶ τὶς ὑλικὲς στερήσεις καὶ τὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, ὅπως ἡ κάθε ἐπανάσταση, ἀλλά, ἀπάνω ἀπ’ αὐτὲς τὶς αἰτίες, εἶχε καὶ κάποιες ποὺ εἶναι καθαρὰ πνευματικές. Καὶ πνευματικό, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἀληθινὰ πνευματικό, εἶναι ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸ πνευματικὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴ ψυχή του, δηλαδὴ μὲ τὴ θρησκεία.
Ἡ σκλαβιὰ ποὺ ἔσπρωξε τοὺς Ἕλληνες νὰ ξεσηκωθοῦνε καταπάνω στὸ Τοῦρκο δὲν ἤτανε μονάχα ἡ στέρηση καὶ ἡ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, ἀλλά,ἀπάνω ἀπ’ ὅλα, τὸ ὅτι ὁ τύραννος ἤθελε νὰ χαλάσει τὴ πίστη τους, μποδίζοντάς τους ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ χρέη τους, ἀλλαξοπιστίζοντάς τους καὶ σφάζοντας ἢ κρεμάζοντάς τους, ἐπειδὴ δὲν ἀρνιόντανε τὴ πίστη τους γιὰ νὰ γίνουνε μωχαμετάνοι. Γιὰ τοῦτο πίστη καὶ πατρίδα εἴχανε γίνει ἕνα καὶ τὸ ἴδιο πράγμα, καὶ ἡ λευτεριὰ ποὺ ποθούσανε δὲν ἤτανε μονάχα ἡ λευτεριὰ ποὺ ποθοῦνε ὅλοι οἱ ἐπαναστάτες, ἀλλὰ ἡ λευτεριὰ νὰ φυλάξουνε τὴν ἁγιασμένη πίστη τους, ποὺ μ’ αὐτὴν ἐλπίζανε νὰ σώσουνε τὴ ψυχή τους. Γιατί, γι’ αὐτούς, κοντὰ στὸ κορμί, ποὺ ἔχει τόσες ἀνάγκες καὶ ποὺ μὲ τόσα βάσανα γίνεται ἡ συντήρησή του, ὑπῆρχε καὶ ἡ ψυχή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὸ σῶμα, ὅσο περισσότερο ἀξίζει τὸ ροῦχο ἀπ’ αὐτό.
Ἐκεῖνες οἱ ἅπλες ψυχές, ποὺ ζούσανε στὰ βουνὰ καὶ στὰ ρημοτόπια, ἤτανε διδαγμένες ἀπὸ τοὺς πατεράδες τους στὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ γνωρίζανε, μ’ ὅλο ποὺ ἤτανε ἀγράμματες, κάποια ἀπὸ τὰ λόγια του, ὅπως εἶναι τοῦτα: «Τί θὰ ὠφελήσει ἄραγε τὸν ἄνθρωπο, ἂν κερδίσει τὸν κόσμον ὅλο, καὶ ζημιωθεῖ τὴ ψυχή του;» Ή: «Τί θὰ δώσει ἄνθρωπος γιὰ πληρωμὴ τῆς ψυχῆς του;» «Ἡ ψυχὴ εἶναι πιὸ πολύτιμη ἀπὸ τὴ τροφή, ὅπως τὸ κορμὶ ἀπὸ τὸ φόρεμα!»  κ.α.
Γιὰ τοῦτο, κατὰ τὰ χρόνια τς σκλαβιᾶς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε καὶ κρεμαστήκανε καὶ παλουκωθήκανε γιὰ τὴ πίστη τους, ἀψηφώντας τὴ νεότητά τους, καὶ μὴ δίνοντας σημασία στὸ κορμί τους καὶ σὲ τούτη τὴ πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ὁλάκερο εἶναι οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες, ποὺ δὲ θανατωθήκανε γιὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τούτης τῆς ζωῆς, ἀλλὰ γιὰ τὴ πολύτιμη ψυχή τους, ποὺ γνωρίζανε πὼς δὲ θὰ πεθάνει μαζὶ μὲ τὸ κορμί, ἀλλὰ θὰ ζήσει αἰώνια. Ἀκούγανε καὶ πιστεύανε ἀτράνταχτά τα λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «Μὴ φοβηθεῖτε ἐκεῖνον ποὺ σκοτώνει τὸ σῶμα, καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα παραπάνω. Ἀλλὰ νὰ φοβηθεῖτε ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ θανατώσει καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴ ψυχή».
Ἡ ἐλευθερία, ποὺ γι’ αὐτὴ θυσιάζονταν, δὲν ἤτανε κάποια ἀκαθόριστη θεότητα, ἀλλὰ ἤτανε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ γι’ αὐτὸν εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ὅπου το Πνεῦμα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία.» Κι ἀλλοῦ λέγει: «Σταθεῖτε στερεὰ στὴν ἐλευθερία ποὺ σᾶς χάρισε ὁ Χριστός, σταθεῖτε καὶ μὴν πέσετε πάλι στὸ ζυγὸ τῆς δουλείας. Γιατί γιὰ τὴν ἐλευθερία σᾶς κάλεσε. Ἀλλὰ τὴν ἐλευθερία μὴν τὴν παίρνετε μονάχα σὰν ἀφορμὴ γιὰ τὴ σάρκα σας».
Γιὰ τοῦτο εἶναι ἁγιασμένη ἡ ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, κι ἁγιασμένοι οἱ πολεμιστές της, ὅπως ἤτανε ἁγιασμένοι ὅσοι πολεμήσανε μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο, πρὶν ἀπὸ τρακόσα ἐξηνταοχτῶ χρόνια, κατὰ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, καταπάνω στὸν ἴδιο ὀχτρὸ τῆς πίστης τους.
Στὴν ἐπανάσταση τοῦ Εἴκοσι ἕνα, ὅπως καὶ στὴν πολιορκία τῆς Πόλης, μαζὶ μὲ τοὺς λαϊκοὺς πολεμούσανε πλῆθος ραφοφορεμένοι, καλόγεροι, παπάδες καὶ δεσποτάδες, καὶ τραβούσανε μπροστὰ μὲ τὸ σταυρὸ στὸ χέρι, κι ἀπὸ πίσω τους χίμιζε κλαίγοντας ὁ λαός, κ’ ἔψελνε:
Γιὰ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία, γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία, γι’ αὐτὰ τὰ δύο πολεμῶ, μ’ αὐτὰ νὰ ζήσω ἐπιθυμῶ, κι ἂν δὲν τὰ ἀποκτήσω, τί μ’ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;
Στὴ Πόλη κρεμάστηκε ὁ πατριάρχης Γρηγόριος, ἀνοίγοντας πρῶτος το μαρτυρολόγιο τῆς Ἐπανάστασης. Ὁ Θανάσης Διάκος πολέμησε σὰν νέος Λεωνίδας, καὶ σουβλίστηκε γιὰ τὴ πίστη του. Ὁ Παλαιῶν Πατρὼν Γερμανός, ὁ Ἠσαΐας Σαλώνων, ὁ Ρωγῶν Ἰωσήφ, ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Θύμιος Βλαχάβας, κι ἄλλοι πολλοί, πολεμήσανε γιὰ τὴν ἁγιασμένη πατρίδα τους.
Στὴ Τριπολιτσὰ κλειστήκανε στὴ φυλακὴ κατὰ τὴν Ἐπανάσταση οἱ δεσποτάδες τοῦ Μοριά, κ’ οἱ περισσότεροι πεθάνανε μὲ ἀβάσταχτα μαρτύρια. Τὸ ἴδιο καὶ στὴ Πόλη, φυλακωθήκανε καὶ κρεμαστήκανε πολλοὶ δεσποτάδες.
Παρακάτω βάζω λίγα λόγια ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο τοῦ ἀντιναύαρχου Γεωργίου Σαχτούρη:
«Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου. Ἑορτὴ τῶν Γενεθλίων το Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀραγμένοι εἰς Ντάρδιζα μὲ ἥσυχον ἀέρα τῆς τραμουντάνας, πλὴν μὲ χιόνια. Αὐτὴν τὴν ἡμέρα, διὰ τὸ χαρμόσυνόν τς ἑορτῆς, τὸ πρωί, ὑψώνοντας τὴν σημαίαν μας, ἐρρίχθη καὶ μία κανονιά, καθὼς καὶ ὅλα τα ἑλληνικὰ ἐδῶ ἀραγμένα τὸ αὐτὸ ἔπραξαν.
Κυριακή, 15 Αὐγούστου. Ἑορτὴ τῆς Θεοτόκου. Ἐξημερώθημεν ἀραγμένοι. Ὑψώσαμεν τὰς σημαίας καὶ ἐρρίξαμεν καὶ ἀπὸ μίαν κανονιὰν διὰ τὸ χαρμόσυνόν τς ἡμέρας».
Ὁ ναύαρχος Κουντουριώτης ἔκανε τὴ προσευχή του, σὰν τοὺς παλιούς, νὰ τὸν βοηθήσει ἡ Παναγία στὴ ναυμαχία τῆς «Ἕλλης», κι ὅπου ἀλλοῦ τὸν καλοῦσε τὸ χρέος του. Τὸ ἴδιο κάνανε καὶ κάνουνε ὅλοι οἱ Ἕλληνες στὸ πόλεμο.
Κατὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πρῶτοι οἱ ἄνθρωποι τῆς θρησκείας πληρώσανε μὲ τὴ ζωὴ τοὺς τὸ καινούργιο χαράτσι στὸν ὀχτρὸ τῆς πίστης μας. Ὁ μητροπολίτης τῆς Σμύρνης Χρυσόστομος κρεμάστηκε, ὁ δεσπότης τῶν Κυδωνιῶν Γρηγόριος θάφτηκε ζωντανός, ὁ Μοσχονησίων Ἀμβρόσιος θανατώθηκε ἄσπλαχνα, κι ὅλοι οἱ παπάδες κ’ οἱ καλόγεροι περάσανε ἀπὸ τὸ σπαθί.
Οἱ Γερμανοὶ κ’ οἱ Ἰταλοὶ θανατώσανε κι αὐτοὶ τοὺς ρασοφορεμένους τῶν χωριῶν, γιὰ νὰ μὴν ἀπομείνουν παραπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεομάχους.
Ναί! Πίστη καὶ πατρίδα εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα πράγμα. Κι ὅπως πολεμᾶ τὸ ἕνα, πολεμᾶ καὶ τ’ ἄλλο, κι ἃς μὴν ξεγελιέται.
Ἡ μάννα μας ἡ πνευματικὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ποὺ ποτίστηκε μὲ πολὺ κι ἁγιασμένο αἷμα. Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε καὶ δὲν χύνει ὡς τὰ σήμερα τὸ αἷμα του γιὰ τὴ πίστη, ὅσο ὁ δικός μας. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη εἶναι ὁ θησαυρὸς ὁ κρυμμένος κι ὁ πολύτιμος μαργαρίτης ποὺ λέγει ὁ Χριστός.

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΞΕΦΤΙΛΑ...


1.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ
2.ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
3.ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ
4.ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 
5. ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ
6. ΔΩΡΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑ
7. ΕΙΚΟΝΑ ΜΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ "ΑΓΙΟΥ"
8. (ΟΧΙ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΩΡΟ) ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ 
9. ΜΕ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ...  ΣΤΗΝ "ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΑ  ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΡΩΜΗΣ"

Ο Νίκος Δήμου και το "Ποτάμι" μας διδάσκουν την αλήθεια για το '21!


Ο συνεργάτης του Στ. Θεοδωράκη στο "Ποτάμι" Νίκος Δήμου με  άρθρο του στο protagon σήμερα, 25η Μαρτίου μας παραδίδει μαθήματα ιστορίας για την αλήθεια του '21! Στον τίτλο του άρθρου διερωτάται "Πότε θα διδαχθούν τα παιδιά την αλήθεια για το 21;" και επαναλαμβάνει μερικές από τις γνωστές εθνομηδενιστικές θέσεις όπως ότι "η Εκκλησία όχι μόνο δεν πρωτοστάτησε στον Αγώνα αλλά τον πολέμησε με κάθε τρόπο", "η επανάσταση του 21 απέτυχε ολοκληρωτικά και ελευθερωθήκαμε μόνο χάρη στην απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων", "η επανάσταση απέτυχε επειδή οι Έλληνες πολεμούσαν περισσότερο μεταξύ τους, παρά με τους Τούρκους" και άλλα εμετικά. 
Τα αναφέρουμε μόνο για όσους πίστεψαν πως το "Ποτάμι" μπορεί να φέρει κάτι νέο στην πολιτική μας ζωή. Το μόνο που μπορεί να φέρει στην επιφάνεια το νερό αυτού του ποταμιού είναι μερικούς εθνομηδενιστές
ισάξιους ή και "ανώτερους" της Ρεπούση η οποία για μια ακόμη φορά και φέτος πολέμησε με περισσή ανιστόρητη "ανδρεία" το θεσμό των μαθητικών παρελάσεων.