Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Σαν σήμερα κοιμήθηκε ο παπά Εφραίμ ο Κατουνακιώτης









Την νύκτα από 26 έως 27 Φεβρουαρίου 1998 με το νέο ημερολόγιο κοιμήθηκε εν Κυρίω στον αγιασμένο Άθωνα, το Αγιώνυμο Όρος, "τον σεβάσμιον χώρον, την των αρετών εστίαν", όπως το αποκαλεί ο αγιορείτης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ένα αγιασμένο και ευώδες άνθος από το Περιβόλι της Παναγίας, και μάλιστα από το περιβόλι της ερήμου του Αγίου Όρους, ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.



Άργησε να γίνει γνωστή η κοίμηση του ευλογημένου και αγίου αυτού Γέροντος, γιατί ο παπα-Εφραίμ ανήκε στην κατηγορία εκείνων των μοναχών, που δεν επιδιώκουν την προβολή, αλλά παραμένουν μέσα στο μυστήριο της ησυχίας, που είναι η μεγαλύτερη κραυγή γι' αυτούς που μπορούν να καταλάβουν τα του Πνεύματος. Δυστυχώς, η σύγχρονη επιστήμη της πληροφορικής ασχολείται με τους ανθρώπους που ζουν μέσα στο σύστημα της διαμορφώσεως της κοινής γνώμης, ενώ αγνοεί τις ηρωικές εκείνες μορφές που ζουν μέσα στην ελευθερία του πνεύματος, αφού απηλλάγησαν από τον νόμο της φθοράς και της κτιστότητος.



Ο παπα-Εφραίμ έζησε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους εξήντα πέντε χρόνια, εντρυφώντας στα μυστήρια της πνευματικής ζωής, και ρουφώντας αχόρταγα από το μέλι της ησυχίας. Ζούσε την κατά Θεόν σχόλη. Μετά από πενήντα σχεδόν χρόνια ασκητικής ζωής στον μυροβόλο Άθωνα, στην έρημο των Κατουνακίων βγήκε για πρώτη φορά στην Θεσσαλονίκη για μια ασθένειά του. Ήταν άγνωστος για τους ανθρώπους, αλλά τόσο γνωστός για τον Θεό.



Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος







Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ





Ό παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ό πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και ή μητέρα του Βικτορία. Ό Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά ή Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης. Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει ή οικογένεια του, ό Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον 'Εφραίμ και τον Νικηφόρο.



Ή ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή. Ή μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει....

μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς ό Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή.



Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ό Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Όσιου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά την δοκιμασία του έκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραιμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.



Ό παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου. Ό Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ό παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ό απλανής πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο.



Με αφορμή την υπακοή του παπα-Εφραιμ στον άγιο γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή θέτουμε τον προβληματισμό μήπως όσοι σήμερα κληρικοί και λαϊκοί αγωνίζονται για τον δήθεν εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας, για την «λειτουργική αναγέννηση», για τον οικουμενισμό, για τον συνδυασμό εξομολογήσεως και ψυχιατρικής η όσοι κάνουν ταξίδια αναψυχής και ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις με ανθρώπους του Πάπα στο Βατικανό δείχνουν ότι δεν βρήκαν ή δεν θέλησαν να αναζητήσουν πνευματικούς Πατέρες με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και επομένως δεν βιώνουν την υπακοή όπως την διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.



Μήπως «θεολογούν» με βάση τον εγωισμό τους και δεν γνωρίζουν την κοπή του θελήματος, πού κάνει τους υποτακτικούς δοχεία του Αγίου Πνεύματος; Μήπως αναζήτησαν πνευματικό, για να τους αναβιβάσει σε κοσμικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα και όχι, για να τους οδηγήσει στον Παράδεισο;



Ό μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.



Ό άγιος Γέροντας Ιωσήφ ό Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησαν με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας καί τον θείο φωτισμό.



Άραγε οι σύγχρονοι εισηγητές του εκσυγχρονισμού στην Εκκλησία ή του οικουμενισμού καλλιέργησαν την ευχή σε τέτοιο σημείο καί άραγε ομολόγησαν ότι είπε ό παπα-Εφραίμ στον Γέροντα Ιωσήφ πως εξαιτίας της υπακοής και της ευχής έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα του και πώς καίγονταν ή καρδιά του για τον Χριστό; Άραγε στα οίκουμενιστικά συνέδρια τηρείται φυλακή των αισθήσεων, όταν υπάρχουν χορευτικά θεάματα;



Ό παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε «κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια, ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή».



Άλλωστε και ό μακαριστός γέροντας Παΐσιος ό Αγιορείτης θεωρούσε τα βιβλία αυτά ανούσια, πού στερούν τον πολύτιμο χρόνο μας και πολλά από αυτά όταν του δωρίθηκαν τον ζέσταναν στο τζάκι τις κρύες νύχτες του χειμώνα.



Το 1973 έκοιμήθη ό Ιερομόναχος Νικηφόρος ό Γέροντας του παπα-Εφραίμ. Ό Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Επομένως ό παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και κατόπιν έγινε ό ίδιος Γέροντας. 'Η πράξη αυτή ας γίνει οδηγός σε επίδοξους αυτοανακηρυχθέντες πνευματικούς «Γεροντάδες», πού δεν γνωρίζει ή αριστερά τι ποιεί ή δεξιά.



Ό παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό καί όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους.



Κάποτε ένας νέος ζήτησε από καλογέρι του παπα-Εφραίμ μία είκονίτσα από το κελί του Γέροντα. Ό μοναχός πήρε ευλογία από τον παπα-Εφραίμ να την δώσει και μόλις ο νέος άρχισε να σκέφτεται πονηρά και με τον λογισμό, πώς θα κάνει επίδειξη στην πόλη του με την είκονίτσα, πού θα του έδινε ό παπα-Εφραίμ, ό μακαριστός άγιος γέροντας πήρε πληροφορία από τον Θεό και έδωσε εντολή να μη δοθεί το εικονάκι Άραγε πολεμούν οι εκσυγχρονιστές της εκκλησιαστικής ζωής ή οι οικουμενιστές το πάθος της κενοδοξίας;



Μήπως φιλοδοξούν με τον εκσυγχρονισμό ή τον οικουμενισμό να αφήσουν «εποχή» και όνομα εκκλησιαστικού «αναμορφωτή»;



Ή θ. Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα. θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να. συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν.



Όμως ό παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα να μη παραλείπουν το ψαλτήρι.



Μήπως, όσοι θέλουν την «λειτουργική αναγέννηση» θα ήταν καλό να φθάσουν στα πνευματικά μέτρα του παπα-Εφραίμ και αφού γίνουν θεοφόροι, να δοκιμάσουν να προτείνουν τις λύσεις τους;



Ό παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή.



Ή Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι 'αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ό σεισμός του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε ό φοιτητής χωρίς αυτός να τίς έχει προαναφέρει.



Κάποτε άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ό μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Αγιον Όρος. Ό μασόνος παραδέχτηκε την ραδιουργία του.



Άραγε, μπορούν σήμερα οι εκσυγχρονιστές του εκκλησιαστικού βίου μας οίκουμενιστές ως ό παπα-Εφραίμ ό Κατουνακιώτης να προειδούν την χαρά, πού θα έχουν οι μασόνοι και οι άνθρωποι της «Νέας Εποχής» κάθε φορά πού θα αλλοιώνεται το ορθόδοξο φρόνημα είτε στα πλαίσια του οικουμενισμού, είτε στους ψευδοδιαλόγους με τους Παπικούς και τις ψευδοενώσεις με τους μονοφυσίτες είτε στην αλλοίωση της θείας Λειτουργίας στα πλαίσια της «λειτουργικής αναγέννησης»;



Ό παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές ή προτεσταντικές πλάνες.



Κάποτε ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων. Ό Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ό τόπος γέμισε ευωδιά και ό παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ό ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές.



Μπορούν άραγε όσοι πηγαίνουν σε διάλογους με τον Πάπα ή σε συνέδρια οίκουμενιστικά να μιλήσουν με το πρακτικό παράδειγμα της αγιότητας και όχι με ορθολογιστικά επιχειρήματα;



Ό παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ό Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ό Θεός και τότε ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με αποτροπιασμό.



Άραγε, μπορούν να αναρωτηθούν όσοι λαμβάνουν μέρος σε οίκουμενιστικά συνέδρια τι θα ένοιωθε αν ήταν παρών ό μακαριστός Γέροντας;



Ή παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, ή ένωση είναι δύσκολος».



Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;



Ό παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι' αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες.



Το 1996 ό παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό. Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών.



Στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998 ό παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης ό θρύλος του 'Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.



Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα, να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του. Ό υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό.



Και ή δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού Μοναχισμού, τον Γέροντα Παίσιο και τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.



http://www.pigizois.net/pneumatikoi_logoi/efrem_katouniakiotis/efraim.htm



Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Η πτώσις του Κομμουνιστικού αθεϊσμού








Μια εικοσαετία ἀπό τότε. 1990–2010. Ὁ μέγας θρίαμβος τοῦ Χριστιανισμοῦ: Ἡ πτῶσις τοῦ ἀθεϊστικοῦ Σοβιετικοῦ καθεστῶτος. Τό γεγονός, τό ὁποῖον συνεκλόνισε τόν κόσμον. Οἱ δικτάτορες ἔπεσαν. Οἱ Ναβουχοδονόσορες, οἱ Νέρωνες, οἱ Δέκιοι καί οἱ Διοκλητιανοί συνετρίβησαν. Τά στρατόπεδα Γκουλάγκ, αἱ φυλακαὶ καί αἱ ψυχιατρικαὶ κλινικαὶ τῆς κολάσεως τῶν βασανιστηρίων, ἔκλεισαν. Αἱ συλλήψεις ἐσταμάτησαν.



Οἱ ἱεροί χριστιανικοί ναοί ἄνοιξαν εἰς ὁλόκληρον τήν χώραν καί εἰς ὅλας τάς ὁμοιοπαθεῖς χώρας. Αἱ ἱεραί Μοναί, καί αὐταί ἀποκτοῦν τήν ἀναγέννησίν των. Οἱ κώδωνες τῶν Ἱερῶν Ναῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσίγησαν ἐπί 72 ἔτη, ἠχοῦν καί πάλιν χαρμοσύνως. Αἱ Ἐκκλησιαστικαί καί Θεολογικαί Σχολαί –προσφάτως καί εἰς τήν Δημοτικήν καί Μέσην ἐκπαίδευσιν– ἐπαναρχίζουν τήν Χριστιανικήν Κατήχησιν.





Τά ἱερά λείψανα ἐπαναφέρονται θριαμβευτικῶς καί λιτανεύονται καθ΄ ἅπασαν τήν Ρωσίαν καί τάς ἄλλας ὁμοδόξους Ἐκκλησίας. Εἰδικῶς, ἡ μεγάλη λειψανοθήκη, ἡ περιέχουσα τό λείψανον τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ἀπωλεσθεῖσα ἐπί τόσα πολλά ἔτη, ἀνευρίσκεται πεταμένη εἰς τό ἀθεϊστικόν μουσεῖον καί λιτανεύεται εἰς πᾶσαν τήν χώραν, ὡς ὁ ὕψιστος θρίαμβος τῆς εὐσεβείας τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ. Τά Κατηχητικά σχολεῖα εἶχον καί αὐτά καταργηθῆ. Ἄλλωστε, τό 1947 τό ἐπιτελεῖον τῶν ρωσικῶν κομμουνιστικῶν νεολαιῶν εἶχεν ἐκδώσει δεκάλογον, τοῦ ὁποίου ἄρθρον ἔλεγεν ὅτι: «ἄν δέν εἶσαι ἐν πεποιθήσει ἄθεος, δέν μπορεῖς νά....





εἶσαι καλός κομμουνιστής». Καί ἐκεῖ πού δέν ὑπῆρχεν οὔτε ἕνας μαθητής τοῦ Κατηχητικοῦ σχολείου,τώρα, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας δηλώνει ὅτι, ὑπάρχουν καί λειτουργοῦν 11.000 Κατηχητικά σχολεῖα.



Ποῦ εἶναι λοιπόν οἱ νέοι πολέμιοι καί διῶκται τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἁγίας Του Ἐκκλησίας; Ποῦ εἶναι ὁ Μάρξ, ὁ Λένιν, ὁ Στάλιν, ὁ Κροῦστσεφ, ὁ Μπρέζνιεφ; «Σκληρόν πρός κέντρα λακτίζειν». Ἡ ἀθεΐα τούς ἐσκλήρυνε καί νοῦν καί καρδίαν. Τούς μετεποίησεν εἰς υἱούς τῆς κολάσεως. Δέν ἔμαθον ὅτι, «ἡ Ἐκκλησία πολεμουμένη νικᾶ˙ ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται˙ κλυδωνίζεται, ἀλλʼ οὐ καταποντίζεται˙ παλαίει ἀλλ΄ οὐχ ἡττᾶται....».



Ὁ Ἰησοῦς «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. ΣΤ΄ 2).Ὦ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, σοί πρέπει δόξα, τιμή καί προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



«Ορθόδοξος Τύπος» 14/01/2011

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

«Οι πρώην τρισόλβιοι πρόκριτοι που μεταβλήθησαν σε επαίτες».






Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος-Κιλκίς



Λέγεται μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι «πατέρας» της νεοελληνικής ιστοριογραφίας θεωρείται ο περιβόητος Γερμανός ιστορικός Ιάκωβος – Φίλιππος Φαλμεράϋερ (1790-1861).

Ο Φαλμεράϋερ έγινε γνωστός διότι αμφισβήτησε την συνέχεια του Ελληνικού Έθνους. Υποστήριζε ότι κατά το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα οι Έλληνες εξαφανίστηκαν λόγω των σλαβικών επιδρομών. Πολλοί ξένοι αλλά και ημέτεροι ιστορικοί, ιδιαιτέρως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αντέκρουσαν τις υποβολιμαίες και εμπαθείς συγγραφές του και έκτοτε κανείς δεν αποδέχεται την θεωρία του, πλην βεβαίως των νεογραικύλων της σήμερον.



Ισχύει, όμως, πάντοτε ο αείχλωρος λόγος των προγόνων: «Ουδέν κακόν αμιγές καλού». Ο Φαλμεράϋερ μάς «γέννησε» τον Παπαρρηγόπουλο. Όμως και οι τωρινοί «Φαλμεράϋερ» αφυπνίζουν τον λαό και αναγκάζουν πολλούς έγκριτους επιστήμονες να στρέψουν την προσοχή τους στην ένδοξη εποχή της Παλιγγενεσίας και στην προηγηθείσα Οθωμανοκρατία.



Επιπλέον στην εποχή της εθνικής κατήφειας και της τρομοκρατίας από τις άπληστες συμμορίες των πολυεθνικών απατεώνων και των ημετέρων, γονατισμένων λακέδων που τους δορυφορούν, η ενασχόληση με τους αθάνατους ήρωες του ’21, προσδίδει στον λαό κάποιον ανασασμό, ψήγματα εθνικής υπερηφάνειας.



Αρχή έγινε με την κ. Ρεπούση, οι νυν τηλεϊστορικοί συνεχίζουν το έργο της, τους είμαστε ευγνώμονες. Τα ψεύδη και οι επιστημονικοφανείς σαχλαμάρες τους «γεννούν» την «καλή ανησυχία», όπως θα έλεγε ο γέροντας Παΐσιος. Ο λαός κατανοεί το μέγεθος της πνευματικής «αποπλάνησης», θυμάται ότι υπάρχει και η ευλογημένη μελέτη, όχι μόνο τα τηλεκοπρίσματα, διότι «αταλαίπωρος γαρ τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται». (Θουκυδίδης). Είναι σίγουρο ότι μια νέα γενιά εθνικών ιστορικών εκκολάπτεται.



Τώρα. Στο πρώτο επεισόδιο της τηλεϊστορίας ακούστηκε από τον «ξεναγό» της Τατσόπουλο ότι τα τρία δεινά της Οθωμανοκρατίας ήταν οι Τούρκοι, οι παπάδες και οι κοτζαμπάσηδες.



Για τους παπάδες, την ελληνοσώτειρα Εκκλησία, την κιβωτό του Γένους έχουν γραφτεί και θα γραφούν πολλά. Ετοιμάζει εγκύκλιο και η Ιερά Σύνοδος. (Είναι σατανικό το μίσος τους κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγκρίνουν, εξισώνουν μάλλον, τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό με τους αιμοσταγείς μπέηδες της Τουρκίας. Είπαμε «πας άφρων μαίνεται…»).



Για τους κοτζαμπάσηδες, τους πρόκριτους, τους Δημογέροντες, τους εύπορους Έλληνες της εποχής δεν ακούγεται όμως ούτε ένας λόγος υπεράσπισης. Για να μην παρεξηγηθώ. Σίγουρα την περίοδο της σκλαβιάς πολλοί εξ αυτών έδειξαν χειρίστη διαγωγή, κατάντησαν τσιράκια και συνεργάτες των Τούρκων, καταπίεζαν και λήστευαν τους ομοεθνείς τους. Όμως, αν δεν πρόσφεραν οι πρόκριτοι και κυρίως οι «οικοκυραίοι» των τριών ναυτικών νήσων, Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, όλο «το είναι» τους για τις ανάγκες του Αγώνα, η Επανάσταση δύσκολα θα πετύχαινε. Νομίζω πως και οι Υψηλάντες πρόκριτοι, Φαναριώτες ήταν, αλλά «θυσίασαν πρώτα ζωή, πλούτη∙ και θυμώνται Θεόν, πατρίδα και θρησκεία» γράφει ο Μακρυγιάννης. Πρόκριτος ήταν και ο Χρήστος Καψάλης, που ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη στην Έξοδο.



Για την συνέχεια χρησιμοποιώ ένα εξαιρετικό άρθρο του αείμνηστου Τάσου Λιγνάδη, που περιέχεται στο βιβλίο του «Καταρρέω», εκδόσεις «Ακρίτας», σελ. 197, με τίτλο: «Οι πρώην τρισόλβιοι (=πάμπλουτοι) πρόκριτοι που μεταβλήθησαν σε επαίτες».



Ο Λιγνάδης καταφεύγει σ’ ιστορικό λόγο που εκφώνησε στην Βουλή των Ελλήνων ο βουλευτής Φθιώτιδος Μιλτιάδης Χουρμούζης, μια από τις πιο έντιμες μορφές της ιστορίας μας, αγωνιστής ο ίδιος της Επανάστασης και θεατρικός συγγραφέας, που όταν άφησε το σπαθί, έπιασε την πένα για να χτυπήσει την βαυαροκρατία.



Στην πρώτη αγόρευσή του, το 1852, ο Χουρμούζης αναφέρεται στους προκρίτους των νήσων «οίτινες διά τον πατριωτισμόν των ελησμόνησαν και τέκνα και γονείς και συζύγους και εγένοντο επαίται σήμερον αυτοί εκείνοι, οι πολλάκις, αντί άμμου και λίθων, μεταχειρισθέντες ως έρμα τον άργυρον». Εξηγεί ο Λιγνάδης:



«Αναφέρω απλώς ότι για να εκπλεύσουν οι στόλοι κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως ήταν απαραίτητο να προκαταβληθούν στα πληρώματα οι μισθοί δύο μηνών. Τα διπλά αυτά μηνιαία καταβάλλονταν από τους προκρίτους που ήταν και πλοιοκτήτες. Η προσωρινή Διοίκηση έδινε σε αντάλλαγμα έγγραφα αναγνωρίσεως, που το μόνο τους αντίκρισμα ήταν η εκποίηση εθνικής γης, η οποία μόνο στο μέλλον επρόκειτο να αποκτήσει κάποια σημασία. Έτσι γέμισαν από χαρτιά τις στέρνες τους που τις άδειασαν από τα τάλληρά τους οι καραβοκυραίοι». Σε άλλη αγόρευσή του το ίδιο έτος ο Χουρμούζης επιτίθεται κατά των βουλευτών που ανέχονταν να παίρνουν τα υψηλά επιμίσθια την στιγμή που «λιμμώτουν σήμερον αι χήραι και τα ορφανά του Γιατράκου, του Νικηταρά, του Κολανδρούτσου, του Λυκούργου (Λογοθέτη) και μυρίων άλλων τούτων».



Το 1855 επανέρχεται λέγοντας μεταξύ άλλων:



«….ο Παναγιώτης Κρεββατάς, τον οποίον διάσημοι οπλαρχηγοί βλέποντες μακρόθεν ερχόμενον, «ο άρχοντας, έλεγον, έρχεται» και μετά σεβασμού όρθιοι τον υπεδέχοντο, αποθανών αφήκε την σύζυγόν του άπορον, διότι τον πλούτον του εδαπάνησε και αυτός αφειδώς εις τας ανάγκας της πατρίδος. Του Κρεββατά λοιπόν η σύζυγος λαμβάνει σύνταξιν 20 μόνον δραχμών κατά μήνα. Οποία ύβρις κατά του παρελθόντος…Σέκερης και Λεβέντης, η προσωποποιημένη αύτη δυάς του ακραιφνούς πατριωτισμού, εθυσίασαν περιουσίαν κολοσσιαίαν διά της πατρίδος την απελευθέρωσιν και όμως αι χήραι και τα ορφανά των σπανίων τούτων ανδρών διάγουσιν ως δουλοπάροικοι εντός της ελευθέρας Ελλάδος, μη έχοντα ουχί πέντε στρέμματα γης, ουχί καλύβην αλλ’ ουδ’ άρτον. Εις την αυτήν δε κατηγορίαν ευρίσκονται και αι χήραι και τα ορφανά του Λυκούργου, του Θ. Δεληγιάννη, του Περούκα, του Ιω. Βλάχου, του Μακρή, του Κεφάλα, του Αναγνωσταρά και τοσούτων άλλων διασήμων αγωνιστών…. Συμφέρει βεβαίως εις τινάς να λησμονήσωμεν το παρελθόν ημών, όπερ όμως αδύνατον. Χειμών δριμύς ήτο, ότε κατά το 1822 παρεδόθη η Ακροκόρινθος, πλείστα δε λάφυρα περιήλθον εις χείρας ημών, μεταξύ των οποίων πολλαί βαρύτιμοι μηλωταί (= επενδύτες από μαλλί προβάτου). Έτρεμεν εκ του ψύχους ο διάσημος της Πελοποννήσου οπλαρχηγός….Παναγιώτης Γιατράκος και αντί να θέση επί των ώμων του μίαν των μηλωτών εκείνων, έγραψεν εις την οικογένειάν του, ήτις τω απέστειλε μιαν παλαιοκαζάκαν. Παραδόξως εφάνη…και εις τον Γαβριήλ Αμανίτην και εις τον Γεώργιον Σπυρίδωνος (τον εκ δυσπραγίας παραφρονήσαντα και αποβιώσαντα προ τινός χρόνου ενταύθα) και εις τον Ηλίαν Μπισπίκην και εις αυτόν έτι τον αγορεύοντα (ενν. τον εαυτό του) νεανίαν τότε, η τοιαύτη του στρατηγού διαγωγή∙ ερωτώμενος δε περί ταύτης έλεγε: αδελφούλια μου, εν όσω έχω φορέματα εις το σπίτι μου οικονομούμαι∙ όταν δε τελειώσουν, ας είναι καλά η Πατρίς. Ναι, αείμνηστε στρατηγέ Γιατράκε, η πατρίς είναι καλή διά τους μη μετασχόντας των αγώνων σου, αλλ’ η σύζυγός του…πολλάκις νήστις εκοιμήθη…η θυγάτηρ σου ουδέ εν στρέμμα έλαβε διά προίκα…ο υιός σου έχει προ πολλού ως ενέχυρον την πολύτιμον σπάθην, την οποίαν παρά του Κιαμήλεπεκ έλαβες…»».



Στην αγόρευση αυτή του Χουρμούζη ήταν παρών και ο πρωθυπουργός (σημ. ο Βούλγαρης) προς τον οποίο απευθυνόμενος ο βουλευτής Φθιώτιδος τον ερώτησε ρητορικώς για το πόση σύνταξη έπαιρναν οι χήρες του πρώην ναυάρχου της Ελλάδος Ιακώβου Τομπάζη, του «λεοντόκαρδου» Μιαούλη, του Βόταση, του Σαχτούρη, του Αποστόλη και του Αναστασίου Τσαμαδού, που έπεσε στη Σφακτηρία. Η μνεία του ονόματος του Αναστασίου Τσαμαδού έκανε τον Χουρμούζη να θυμίσει στη Βουλή την εξής περίπτωση:



«Περί τον Μάρτιον, νομίζω του 1825, παρουσιάσθη ανάγκη να εκκινήση αμέσως ο ελληνικός στόλος ο κατά του Ιμπραήμ Πασά. Συνήλθον τότε εν τω μοναστηρίω οι μεγάθυμοι οικοκυραίοι της Ύδρας και απεφάσισαν να συνεισφέρουν και τα τελευταία τάλληρά των προς εκκίνησιν του στόλου, τέσσαρες δε χιλιάδες ταλλήρων ανελογίσθησαν εις τον γέροντα Τσαμαδόν: «αδελφοί, είπε τότε εις τους άλλους, τάλληρα πλέον δεν μοι έμειναν, διότι όσα είχα τα εδαπάνησα (σημ. είχε δαπανήσει για τον Αγώνα 150.000 τάλληρα) ∙ έχω όμως την ζωήν μου ακόμη και ιδού επιβαίνω του πλοίου μου ως ναύτης». Και ταύτα ειπών, εκίνησε τρέμοντας πόδας ο γηραιός οικοκύρης της Ύδρας, όπως θυσιάσει διά την απελευθέρωσιν της πατρίδος ό,τι εισέτι τω έμενε: την ζωήν του αυτήν… Τούτου δε ο υιός Λάζαρος ελθών εις Αθήνας διά να ζητήση περίθαλψιν παρά της κυβερήσεως και μη εισακουσθείς κατέβη πεζός εις Πειραιά, διότι και της δραχμής εστερείτο δι’ αγώγιον, και μεταβάς εις Ύδραν δωρεάν διά τινος υδραϊκού πλοιαρίου αυτοχειριάσθη ο δύσποτμος»! (Δύσποτμος= δυσ+πότμος. Πότμος είναι αυτό που πέφτει στον καθένα, η μοίρα. Δύσποτμος είναι ο κακότυχος).



Και συνέχισε ο Χουρμούζης:



«Εις εκ των πρώτων οικοκυραίων της Ύδρας, ο Θεόδωρος Γκίκας, προσήνεγκεν όλην αυτού την χρηματικήν κατάστασιν, συνισταμένην εις 900.000 δραχμάς εις τας ανάγκας της πατρίδος∙ και λέγω όλην, διότι μετά τον θάνατον αυτού η σύζυγός επεκαλέσθη της κυβερνήσεως την συνδρομήν και μη εισακουσθείσα κατέφυγεν εις την ευεργετικήν αρωγήν των επτά ορνίθων της, των οποίων τα ωά πωλούσα ηγόραζεν τον άρτον της ημέρας, ο δε Παπαμιχαλάκης, ο ιερεύς της ενοριακής της εκκλησίας η Ανάληψις, συνήθροιζεν επ’ ονόματί της κατά Κυριακήν διά του δίσκου ολίγα λεπτά, άτινα έδιδεν εις την χήραν του βαθύπλουτου Γκίκα, έως ου η δυσπραγία και η λύπη έδωκαν τέλος εις τα βάσανά της».



Στο πόνημά του «πώς δει ιστορίαν συγγράφειν», ο Λουκιανός γράφει ότι ο ιστορικός πρέπει να είναι «άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος παρρησίας και αληθείας φίλος». Το να λες ότι όλοι οι πρόκριτοι ήταν περίπου μάστιγα του λαού, ψεύδεσαι.



Ο κ. Τατσόπουλος και οι συν αυτώ δεν αρκούνταν στην ασημαντότητά τους, ήθελαν επωνυμία. Όμως, όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας, «όσο ψηλότερα πηδάει η μαϊμού τόσο περισσότερο φαίνεται ο κώλος της».



πηγή: ρεσαλτο

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΗΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ (ΜΠΕΤ ΣΑΧΟΥΡ) ΧΑΛΙΛ ΑΜΠΟΥΦΑΡΧΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ.







Μία Συγκλονιστική Ουράνια Θεία Λειτουργία





Εκ των Θαυμάτων στο Προσκύνημα των Ποιμένων πλησίον της Βηθλεέμ





Η ΤΟΠΙΚΗ ευσέβεια έχει διασώσει θαυμαστές ιστορίες και περιστατικά, πού συνέβησαν στο Προσκύνημα των Ποιμένων μεταξύ των ετών 1900-1971.



Ό Ελληνορθόδοξος άραβας και ευσεβής κάτοικος του χωριού των Ποιμένων (Μπέτ Σαχούρ) Χαλιλ Άμπουφάρχα ήτο πρόγονος του εφημερίου Ιερέως του χωριού και διηγιόταν το έξης γεγονός, πού έζησε γύρω στα 1903, πριν από περίπου πέντε-έξι γενιές.



Είχε λάβει το κλειδί του Σπηλαίου (όπου ό υπόγειος Ναός του Αγίου Γεωργίου) να πάει ενωρίς να ανάψει τα καντήλια για τον Όρθρο. Νομίζοντας ότι ήταν πέντε ή ώρα το πρωί, επειδή ήταν πανσέληνος εκείνο το βράδυ, έφθασε στο Σπήλαιο στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, πολύ ενωρίτερα.



Όταν έφθασε στον υπόγειο Ναό, άκουσε από' έξω ψαλμωδία, άλλα δίστασε να μπει μέσα επειδή οι φωνές του φάνηκαν άγνωστες. Αναρωτήθηκε ποιός άραγε να είχε ανοίξει τον Ναό, και αφού πήρε θάρρος μπήκε μέσα στην Εκκλησία.



Βρέθηκε λοιπόν σε Ουράνια Θεία Λειτουργία Αγγέλων. Παρατήρησε τότε μια Κυρία, πού στεκόταν κοντά στην Ωραία Πύλη, περιτριγυρισμένη από φωτοστέφανο. Στάθηκε ακίνητος ακούοντας με έκπληξη, θαυμασμό και απορία την ουράνια υμνωδία, διερωτώμενος πώς άραγε ήξιώθη να βρεθεί σε Ακολουθία Αγγέλων, και ποία να ήταν αυτή ή θαυμαστή Γυναίκα.



Ξαφνικά άκουσε να έρχεται από πάνω από την πόρτα του Σπηλαίου, θόρυβος βημάτων άλογου, καλπασμός άλογου και ένας νεαρός Καβαλάρης έφθασε έξω από το Σπήλαιο. Μόλις μπήκε μέσα τρέχοντας, πλησίασε την Κυρία, ή Οποία τον ρώτησε με δυνατή φωνή:



«Που ήσουνα Άγιε Γεώργιε και άργησες να έλθεις, εσύ που δέχεσαι τα περισσότερα δώρα από τους πιστούς;».



Και Αυτός απήντησε:



«Μητέρα του Θεού, Κυρία Θεοτόκε, μια βάρκα βυθιζότανε στο πέλαγος και ήμουν υποχρεωμένος να τρέξω να βοηθήσω τους ανθρώπους πού επικαλέστηκαν την βοήθεια μου».



Λέγοντας αυτά τίναξε τον μανδύα του πού ήτο βρεγμένος, και πιτσίλισε το πρόσωπο και τα ενδύματα του Χαλιλ Λμπουφάρχα πού ήταν παρών.



Όταν τελείωσε ή Ουράνια αυτή Θεία Λειτουργία, έλαβε Αντίδωρο από τα χέρια τής Παναγίας και όταν εξαφανίστηκαν οι Άγγελοι, ή Παναγία και ό Άγιος Γεώργιος, αυτός παρέμεινε με πειστήριον στα χέρια του το Αντίδωρο και τις σταγόνες στα ρούχα του από τον μανδύα του Αγίου Γεωργίου, προς πίστωσιν αληθινή των κατοίκων του χωριού και του Ιερέως, πού έφθασαν κατόπιν για τον Όρθρο, και τούς εξήγησε τα όσα θαυμαστώς είδε και άκουσε στο Σπήλαιο των Ποιμένων.





Απορία Φυλλάδιο του Ηγουμένου της 'Ιεράς Μονής των Ποιμένων 'Αρχιμ. Ιγνατίου του Σεπτ. 2007.





Αναρτήθηκε από PROSKINITIS

Συνταγή σωτηρίας από τον Γέροντα Παΐσιο










Η «συνταγή» σωτηρίας του Γέροντα προς όλους τους κοπιώντας και πεφορτισμένους, ήταν απλή και σαφής:



-Αναζητήστε σανίδα σωτηρίας κοντά στο Θεό.


-Περιορίστε τις υλικές ανάγκες σας, γιατί δημιουργούν τεράστια βάρη και άγχη.


-Μη ζηλεύετε ανθρώπους που έχουν χρήματα, ανέσεις, δόξα και ισχύ, αλλά εκείνους που ζουν με αρετή, λογική και ευσέβεια.



-Μη ζητάτε από τον Θεό πράγματα που στηρίζουν μόνο το σώμα σας, αλλά, κυρίως, ό,τι είναι καλό και ωφέλιμο για τη ψυχή σας.




-Αλλάξτε ζωή, ανακαλύψτε το νόημα της ζωής, κερδίστε τον χρόνο που χάσατε στη μέχρι τώρα πορεία σας στη γη.




-Μη εμπιστεύεστε το φρόνημα κοσμικών ανθρώπων.




-Θεραπευτείτε από αρρώστιες που κυριαρχούν στη ζωή ανθρώπων που δεν έμαθαν να νηστεύουν, να εγκρατεύονται, να προσεύχονται, να ελπίζουν.




-Μην απελπίζεστε. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και αγαπάει τον άνθρωπο.




-Κόψτε κάθε σχέση με το κακό, ζήστε ελεύθερα, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου.




-Αποδείξτε την πίστη σας και με έργα αγάπης προς τον πλησίον.




-Αποφασίστε, τί θέλετε πιό πολύ: τη συμπάθεια του κόσμου ή την επιστροφή κοντά στο Θεό;




-Σχεδόν όλα τα προβλήματα ξεκινούν από το στόμα (από το πώς μιλάς) και, επίσης, από το πόσο εξαρτάσαι από τα πάθη σου.




-Να αγαπάς τη γυναίκα σου πιο πολύ απ' τον εαυτό σου. Με έργα, όχι με λόγια. Και να μη της μιλάς ποτέ άσχημα, γιατί καμιά φορά η γλώσσα σκοτώνει και καταστρέφει την αγάπη. Επίσης, να προσέχετε, γιατί μερικοί γονείς χαϊδεύουν πολύ τα παιδιά τους και τους κάνουν όλα τα χατίρια. Και όταν χαϊδεύεις πολύ το παιδί, θα γίνει εγωιστής και θα πάρει στραβό δρόμο. Πολλοί γονείς φροντίζουν περισσότερο να δώσουν υλικά πράγματα στα παιδιά τους. Αυτό είναι λάθος. Το σώμα έχει πολλές υλικές επιθυμίες, αλλά σύντομη ζωή. Η ψυχή έχει συνέχεια, άλλη πορεία. Η ψυχή δεν καταλήγει στο χώμα, άλλα στο Θεό. Όλοι σήμερα ασχολούνται με το σώμα τους, όχι με τις ανάγκες της ψυχής τους.




-Ποιες είναι οι ανάγκες της ψυχής;



-Να, πώς να στο πω; Οι ανάγκες της ψυχής είναι διαφορετικές. Και οι χαρές της ψυχής είναι αλλιώτικες από τις χαρές του σώματος. Το σώμα εύκολα το βολεύεις, τη ψυχή όχι. Αν έχεις λεφτά και μπεις σε ένα μεγάλο μαγαζί, το σώμα βολεύτηκε. Αλλά τί μπορείς να βρεις σε ένα, πώς τα λένε αυτά τα μεγάλα μαγαζιά, ναι, σουπερ μάρκετ, για τη ψυχή σου; Η ψυχή χρειάζεται άλλα πράγματα. Η ψυχή έχει ανάγκη από ειρήνη, ησυχία, επικοινωνία με το Θεό. Για να συντηρηθεί το σώμα, χρειάζονται αργύρια και επιούσιος άρτος. Η ψυχή για να συντηρηθεί χρειάζεται θεία τάλαντα, τον επουράνιο Άρτο».



(Τάσος Μιχαλάς, «Τέσσερις ώρες μα τον π. Παΐσιο»)



Πηγή: αγιοριτικές μνημες

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο ταπεινός άνθρωπος κατά τον Γέροντα Παΐσιο






Μακάριοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι που κατόρθωσαν να μιμηθούν την ταπεινή γη, η οποία, ενώ πατιέται από όλους, όμως όλους τους σηκώνει με την αγάπη της και τους τρέφει με στοργή σαν καλή μάνα, η οποία έδωσε και το υλικό για τη σάρκα μας στην πλάση. Δέχεται επίσης με χαρά και ό,τι της πετάμε, από καλούς καρπούς μέχρι ακάθαρτα σκουπίδια, τα οποία επεξεργάζεται αθόρυβα σε βιταμίνες και τις προσφέρει πλουσιοπάροχα με τους καρπούς της αδιακρισίας σε καλούς και κακούς ανθρώπους.



Ο ταπεινός άνθρωπος, όπως φαίνεται, είναι ο δυνατότερος του κόσμου, διότι και νικάει, αλλά και σηκώνει πολλά ξένα βάρη με ελαφριά τη συνείδησή του.



Ενώ ζει περιφρονημένος και αδικημένος για τα ξένα σφάλματα που οικειοποιείται από αγάπη, εσωτερικά νιώθει τη μεγαλύτερη χαρά του κόσμου, γιατί είναι περιφρονημένος πια από αυτόν ο μάταιος τούτος κόσμος.



Οι ύβρεις, οι αδικίες κλπ. είναι τα καλύτερα νυστέρια για όσους έφταιξαν, είναι μαχαίρια δημίου, και Μάρτυρες θεωρούνται αυτοί που τα δέχονται χαρούμενοι για την αγάπη του Χριστού.



Οι μεγάλοι στην ηλικία, που δε δέχονται ύβρεις και αυστηρές παρατηρήσεις για να θεραπευθούν ή για να λάβουν μισθό (όταν δε φταίνε), είναι πιο ανόητοι κι από τα μωρά παιδιά, που δε θέλουν ούτε να ακούσουν το γιατρό, διότι φοβούνται την ένεση (μην τους τρυπήσει με τη βελόνα), και υποφέρουν τον πυρετό συνέχεια και το βήχα.



Περισσότερη ευγνωμοσύνη οφείλουμε σ' αυτούς που μας κέντησαν και βγήκαν τα αγκάθια της ψυχής μας, παρά σ' εκείνους που μας έσκαβαν δωρεάν την περιοχή μας και θα μας φανέρωναν τον κρυμμένο μας άγνωστο θησαυρό.



Δεν ωφελεί να τρίβει κανείς τα γόνατά του με αμέτρητες μετάνοιες, εάν δεν τρίβει παράλληλα και τη μούρη του με την ταπείνωση (την εσωτερική μετάνοια).



Εκείνος που ζητάει ταπείνωση από το Θεό, αλλά δε δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώσει, δεν ξέρει τι ζητάει, διότι οι αρετές δεν αγοράζονται σαν τα ψώνια στον μπακάλη (όσα κιλά θέλουμε), αλλά μας στέλνει ο Θεός ανθρώπους να δοκιμαστούμε, να εργαστούμε, να την αποκτήσουμε και να στεφανωθούμε.



Όποιος σκύβει ταπεινά και δέχεται τα χτυπήματα από τους άλλους, διώχνει τα δικά του εξογκώματα, ομορφαίνει πνευματικά σαν Άγγελος, και έτσι χωράει από τη στενή πύλη του Παραδείσου.



Μακάριος εκείνος ο άνθρωπος που έδωσε τα εξογκώματά του και βαδίζει την τεθλιμμένη οδό του Κυρίου με ξένο βάρος (συκοφαντίες κλπ.) και αφήνει τους ανθρώπους να του πλέκουν αμαράντινα στεφάνια με τις κατηγορίες, διότι αυτό φανερώνει τη γνήσια ταπεινοφροσύνη που δεν εξετάζει τι λένε οι άνθρωποι, αλλά τι θα πει ο Θεός την ημέρα της Κρίσεως.



Εκείνος που μιλάει λογικά σε φιλοκατήγορο ή σε ολιγόμυαλο και έχει την απαίτηση να βρει κατανόηση, φανερώνει ότι και ο ίδιος δεν είναι καλά, διότι ο κακότροπος είναι χειρότερος από τον ολιγόμυαλο, γιατί είναι σκοτισμένο το μυαλό του από την κακία και τον εγωισμό.



Όσοι όμως έχουν ταπείνωση, έχουν και καλοσύνη και θείο φωτισμό και δε σκοντάφτουν ποτέ στην πνευματική τους πορεία από τα εμπόδια του πονηρού.



Τους περισσότερους πειρασμούς, τις περισσότερες φορές, τους δημιουργεί ο ίδιος ο εαυτός μας, όταν βάζουμε τον εαυτό μας στις συνεργασίες μας μαζί με τους άλλους, όταν δηλαδή θέλουμε να υψώνουμε τον εαυτό μας. Στον Ουρανό δεν ανεβαίνει κανίς με το κοσμικό ανέβασμα αλλά με το πνευματικό κατέβασμα.



Όποιος βαδίζει χαμηλά, βαδίζει πάντα με σιγουριά και ποτέ δεν πέφτει.



Εκείνος που δε συμβουλεύεται στην πνευματική του πορεία, μπερδεύει τους δρόμους και κουράζεται πολύ και καθυστερεί. Εάν δεν ταπεινωθεί να ρωτήσει έστω και αργότερα, δύσκολα θα φτάσει στον προορισμό του. Ενώ αυτοί που συμβουλεύονται βαδίζουν ξεκούραστα, με σιγουριά, και σκεπάζονται με τη Χάρη του Θεού και φωτίζονται επειδή ταπεινώνονται.



Όσοι κινούνται όλο απλά με καλούς λογισμούς, κα λένε όλους τους λογισμούς τους και πιστεύουν από πολλή ταπείνωση ότι δεν έχουν τίποτα το καλό, ενώ αγωνίζονται με φιλότιμο πολύ, αυτοί κρύβουν το μεγαλύτερο πνευματικό θησαυρό μέσα τους, χωρίς να τον γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι ούτε οι άλλοι άνθρωποι, και έτσι δε σπαταλιέται από τους ίδιους και δεν κλέβεται από τους άλλους.



Στον πολύ ταπεινό και ευαίσθητο άνθρωπο όταν ταπεινώνεται κανείς, βοηθιέται πολύ, ενώ στον άνθρωπο που αγνοεί την ταπείνωση, εάν ταπεινωθείς --τον συμβουλευτείς ή πεις τα ελαττώματά σου τον κάνεις πιο περήφανο και αναιδή.



Ο άνθρωπος που δεν έχει ταπείνωση και καλούς λογισμούς, είναι γεμάτος από αμφιβολίες και ερωτηματικά. Κι επειδή θα βρίσκεται συνέχεια ζαλισμένος, έχει ανάγκη στις αρχές από Γέροντα με μεγάλη υπομονή, για να του δίνει συνέχεια εξηγήσεις, μέχρι να καθαρίσει ο νους και η καρδιά, για να μπορεί να βλέπει καθαρά.



Ο ταπεινός και καλοκάγαθος άνθρωπος, επειδή έχει την καθαρότητα και την εσωτερική και εξωτερική ηρεμία, έχει και βάθος πνευματικό και βλέπει βαθιά τα θεία νοήματα και βοηθιέται περισσότερο, και αυξάνεται και η πίστη του πιο πολύ, ζώντας τα μυστήρια του Θεού.



Ο υπερήφανος, εκτός που είναι σκοτισμένος, είναι και συνέχεια εσωτερικά και εξωτερικά ταραγμένος από την ελαφρότητα του εγωισμού, στέκεται πάντα στην επιφάνεια των πραγμάτων, και δεν μπορεί να προχωρήσει στο βάθος, όπου βρίσκονται τα θεία μαργαριτάρια, για να πλουτίσει πνευματικά ...



(του γέροντος Παϊσίου από το αμερικάνικο περιοδικό Orthodox Heritage, P. 10, Vol. 04, Issue 01 Μετάφραση του περιοδικού «Χριστιανική Σπίθα»)



ΨΗΓΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



H πρόκληση του διαφωτισμου και οι Κολυβαδες - π. Γ. Μεταλληνός










Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.



Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ' όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.





Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία - άγνωστη στην καθ' ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.

Παραδοσιακοί κατ' εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι' αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ' όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ' όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα - μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.

Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».

Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.





Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.

Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:





α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ' αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος - προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.





β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ' εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ' αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι' αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ' οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ' αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.





γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι' αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».





δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει...». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.

Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ' όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.

Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ' ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.





Συμπερασματικά:





1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ' αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.





2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι' αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ' ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ' εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.





3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).





4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.



(Πηγή: «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009)

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

'Ἀθηνῶν τῶν κλεινῶν τε νῦν καὶ πάλαι τὸ βλάστημα










H αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Aθήνα από γονιούς άρχοντες, μοναχοπαίδι του Aγγέλου Mπενιζέλου και της Συρίγας. Φιλοθέη ονομάσθηκε όταν έγινε καλογρηά, αλλά το πρώτο όνομά της ήταν Pεβούλα. H μητέρα της ήτανε στείρα και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει τέκνο, και μια νύχτα είδε πως βγήκε από το εικόνισμα της Παναγίας ένα φως δυνατό και πως μπήκε στην κοιλιά της. Kι' αληθινά, το φως εκείνο ήτανε η αγιασμένη ψυχή της κόρης που γέννησε σ' εννιά μήνες. Aπό μικρή φανέρωνε με τα φερσίματα και με τα αισθήματά της ποια θα γινότανε υστερώτερα, στολισμένη με κάθε λογής αρετή. Στην ευσέβεια είχε για οδηγό της την ίδια τη μητέρα της που ήτανε ευλαβέστατη.


                                               το πατρικό σπίτι της Αγίας Φιλοθέης

Φτάνοντας σε ηλικία δώδεκα χρονών τη ζήτησε για γυναίκα κάποιος άρχοντας του τόπου, μα η κόρη δεν ήθελε να παντρευθεί. Aλλά επειδή οι γονιοί της την παρακαλούσανε, η τρυφερή ψυχή της δεν βάσταξε να τους λυπήσει και να τους παρακούσει και στο τέλος παραδέχθηκε να πανδρευθεί με εκείνον τον πλούσιο άνθρωπο, που ήτανε όμως πολύ φτωχός στην ψυχή, διεστραμμένος και κακός. Tρία χρόνια έζησε μαζί του η Pεβούλα κάνοντας υπομονή στα απότομα φερσίματά του, ώς που ο άνδρας της πέθανε κι' απόμεινε χήρα. Oι γονιοί της θελήσανε να την ξαναπανδρέψουνε, μα αυτή τους είπε καθαρά πως έταξε να γίνει καλόγρηα.



Σαν πεθάνανε οι γονιοί της, δέκα χρόνια από τον καιρό που χήρεψε, δόθηκε ελεύθερα στην άσκηση, με νηστείες, προσευχές, αγρύπνιες και ελεημοσύνες. Kατήχησε τις υπηρέτριές της και τις έκανε δοχεία του Πνεύματος. Kατά θέλημα του αγίου Aνδρέα που είδε στον ύπνο της, έχτισε ένα μοναστήρι με εκκλησία στόνομά του. Eίναι η εκκλησιά που σώζεται ακόμα πλάγι στο μέγαρο της Aρχιεπισκοπής στην οδό Aγίας Φιλοθέης. Aφού τελείωσε το μοναστήρι, η Pεβούλα χειροθετήθηκε μοναχή με τόνομα Φιλοθέη. Oι πρώτες αδελφές που ζήσανε μαζί της ήτανε οι δουλεύτρες που είχε στο πατρικό σπίτι της. Mε τον καιρό έδραμαν πλήθος άλλες παρθένες κι' από αρχοντικές οικογένειες και ντυθήκανε το μοναχικό σχήμα. Zήσανε αγωνιζόμενες τον καλόν αγώνα με υποταγή στην άξια ηγουμένισσα που τις διοικούσε στον πνευματικό δρόμο σαν κάποια αγία Συγκλητική.


                                        το αρχοντικό των Μπενιζέλων


Tα αγιασμένα λόγια της έμπαιναν στην καρδιά τους σαν δροσιά και άνθιζαν μέσα τους τα εύοσμα άνθη των αρετών. Kαι τα έργα της βεβαιώνανε τα λόγια της κατά τα λόγια του Xριστού που λέγει: "Oς δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών" (Mατθ. ε΄, 19). Όπου μάθαινε πως βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, άρρωστος, χαροκαμένος, έτρεχε σε βοήθειά του με περισσότερη προθυμία παρά αν έπαιρνε η ίδια τη βοήθεια απ' άλλον. Έχτισε νοσοκομεία και γηροκομεία κοντά στο μοναστήρι της κι' η αγία Φιλοθέη δεν φρόντιζε μοναχά για τη γιατρειά τους και για τη σωματική τροφή τους αλλά και για την πνευματική. Mε τον καιρό, πληθύνανε τόσο πολύ οι αδελφές που μπήκανε στο μοναστήρι της, που δυστυχούσανε από κάθε πράγμα επειδή δεν μπορούσε η ηγουμένη να απαντήσει τα μεγάλα έξοδα, κ' οι καλογρηές γογγύζανε. Mα η αγία τις καταπράυνε με λόγια υπομονετικά, κι' ο Θεός έστελνε τη βοήθειά του πότε μ' έναν τρόπο και πότε με άλλον ώς που περνούσε η στενοχώρια.





Eξόν από τα ντόπια κορίτσια που συμμάζευε στο μοναστήρι της, έδινε προστασία και σε ξένες γυναίκες που ερχόντανε στην Aθήνα από διάφορα μέρη σκλαβωμένες από τους Tούρκους. Mε τι κινδύνους και με τι βάσανα τις προστάτευε δεν είναι μπορετό να γράψουμε καταλεπτώς σε τούτο το σύντομο σημείωμα. Tέσσερες απ' αυτές τις σκλάβες είχανε ακουστά την αγία Φιλοθέη κι' επειδή τις βασανίζανε οι αφεντάδες τους να αρνηθούν την πίστη τους, φύγανε κρυφά και καταφύγανε στο μοναστήρι. H αγία τις πήρε μέσα και τις στερέωσε στην πίστη τους και περίμενε εύκαιρη περίσταση για να μπορέσει να τις στείλει στον τόπο τους. Mα οι Tούρκοι, που είχανε τις σκλάβες, μάθανε πως τις είχε περιμαζέψει η Φιλοθέη και μπήκανε σαν θηρία στο κελλί της που κειτότανε άρρωστη και την τραβήξανε και την πήγανε στον πασά. Kαι κείνος πρόσταξε να τη ρίξουνε στη φυλακή. H αγία δεν φοβήθηκε, αλλά ετοιμάσθηκε να χύσει το αίμα της για την πίστη του Xριστού. Tην άλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοί Tούρκοι και φωνάζανε να σκοτώσουνε την αγία. Kι' ο πασάς πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή και να την παρουσιάσουνε μπροστά του, και της είπε να διαλέξει ανάμεσα στα δύο, ή ν' αρνηθεί την πίστη της ή να κοπεί το κεφάλι της. Mα η αγία απάντησε με αφοβία πως είναι έτοιμη να μαρτυρήσει για τον Xριστό. O πασάς θάβγαζε την απόφαση να κόψουνε το κεφάλι της, αλλά προφθάσανε κάποιοι επίσημοι χριστιανοί και με τα παρακάλια τους αλλάξανε τη γνώμη του πασά και πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή.


                                το μοναστηράκι της Αγίας Φιλοθέης στην Καλογρέζα


Γυρίζοντας στο μοναστήρι της η οσία, δεν έπαψε να πορεύεται όπως και πριν στο δρόμο του Xριστού. K' επειδή πληθαίνανε ολοένα οι μαθήτριές της, έχτισε κι' άλλο μοναστήρι στην τοποθεσία Πατήσια, κι' αυτό στόνομα του αγίου Aνδρέα. Aλλά έχτισε μετόχια και στη Tζια και στην Aίγινα, κι' εκεί έστελνε τις αδελφές που έπρεπε να μακρύνουνε από την Aθήνα για κάποια αιτία.





Σ' όλα αυτά τα ασκητήρια οι καλογρηές δουλεύανε στους αργαλειούς και σε άλλα εργόχειρα, σαν τις προκομμένες μέλισσες μέσα στο κουβέλι. Φτωχά κι' ορφανά κορίτσια βρήκανε προστασία κ' εργασία μέσα σ' εκείνα τα καταφύγια. Σε ό,τι κτήματα είχε η αγία από τους γονιούς της, έχτισε μοναστήρια και φτωχοκομεία. K' είχε πολλή περιουσία. Ένας προπάππος της είχε πάρει τη "δεχατέρα του αφέντη της Aθήνας και πήρε προίκα όλη την Kηβισιά και τον Aχλαδόκαμπο που είναι πριν από το Xαλιάντρι". Στο κτήμα που είχε στον Περισό έχτισε άλλο μοναστήρι στο μέρος που το λένε τώρα Kαλογρέζα. Όλη η φτωχολογιά την είχε σαν πονετικιά μάνα. Mε κάθε τρόπο πάσχιζε να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους, τους τάιζε, τους άνοιγε πηγάδια για νάχουνε νερό, τους γιάτρευε, τους έβρισκε δουλειά. O κόσμος την έλεγε "κυρά δασκάλα".


Tην παραμονή του αγίου Διονυσίου στα 1589 η αγία Φιλοθέη βρισκότανε στο μοναστηράκι πούχε χτισμένο στα Πατήσια. Tο βράδυ συναχθήκανε οι αδελφές για να κάνουνε αγρυπνία. Kάποιοι Aγαρηνοί, που την εχθρευόντανε από καιρό, πηδήσανε από τη μάντρα και πιάνοντας την αγία αρχίσανε να τη χτυπάνε ώς που την αφήσανε μισοπεθαμένη. Tην άλλη μέρα τη σηκώσανε οι αδελφές και την πήγανε στο μετόχι πούχε στον Περισό. Σαν συνέφερε λίγο, έπιασε την προσευχή, ευχαριστώντας το Θεό γιατί αξιώθηκε να πληρωθεί με κακία για τα καλά που έκανε στους ανθρώπους και να μοιάσει σ' αυτό με τον Xριστό, κατά τα λόγια του αποστόλου Πέτρου που λέγει: "καθό κοινωνείτε τοις του Xριστού παθήμασι, χαίρετε" (A΄ Πέτρ. δ΄, 13). Στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 παρέδωσε την καθαρή ψυχή της στον Kύριο, που υπόμεινε τόσα βάσανα για την αγάπη του.






Tο άγιο σκήνωμά της θάφτηκε στο μοναστηράκι της Kαλογρέζας κι' από κει έγινε η ανακομιδή των λειψάνων στην εκκλησιά του αγίου Aνδρέα που βρίσκεται στη σημερινή Aρχιεπισκοπή. Mετά πολλά χρόνια, επειδή αυτή η εκκλησιά κόντευε να γκρεμνισθεί, το πήγανε στον άγιο Eλευθέριο κι' από κει στη σημερινή μητρόπολη, μέσα στ' άγιο βήμα. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια:





"Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα,

ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων".



H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595-1600)[/align]



Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.

Όσιων την έλλαμψιν, είσδεδεγμένη σεμνή, την πάλιν έφαίδρυνας, των Αθηναίων τη ση, ασκήσει καί χάριτι · συ γαρ εν εύποιίαις, διαλάμπουσα Μήτερ, ήθλησας δι' άγάπην, εύσεβώς του πλησίον διό σε ώ Φιλοθέη, Χριστός έδόξασε.







Απολυτίκιο της Αγ. Φιλοθέης - 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Άγιος ο καιρός, άγιος ο θάνατος





Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , trackback

Ο μακαριστός γέροντας Παίσιος (+1994) έκανε λόγο για ένα μοναχό με καρδιά μικρού παιδιού. Αυτός ο μοναχός νομίζοντας πως η «Ανάληψη» ήταν κάποια αγία γυναίκα όπως π.χ. η Αγία Παρασκευή έλεγε στην προσευχή του: Αγία Ανάληψη! Να είχαμε σήμερα ένα ψαράκι! Και η «Αγία Ανάληψη» του έκανε τη χάρη και του έφερε μπροστά του ένα ψαράκι!
«Άγιος ο Θεός, άγιος ο καιρός! άγιος ο θάνατος! ιλέησον ημάς» έλεγε μια αγράμματη γερόντισσα από χωριό της Κορίνθου και άστραφτε το πρόσωπό της! Ενώ κάποια άλλη απλοϊκή μανούλα είπε στον παπά του χωριού της: «Παπά μου, σου έφερα το παιδί μου να του διαβάσεις μια ευχή, γιατί δεν έχει όρεξη! Και του διάβασε την ευχή επί «ορύξει φρέατος» (άνοιγμα πηγαδιού)! Και στο παιδί «άνοιξε» η όρεξη! Αληθινἠ χωριάτικη πίστη!



Πηγή: Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Χωριάτικη πίστη



Άρρωστος μια βδομάδα με διακονητές αγγέλους και αγίους




Ο Γέροντας Παΐσιος διηγήθηκε σε πνευματικό του τέκνο το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός , το οποίο συνέβη στον ίδιο



Κάποτε , ότα ήμουν στον Τίμιο Σταυρό , αρρώστησα βαριά.Ήταν χειμώνας βαρύς, είχε πέσει τόσο χιόνι που κανένα δέντρο δεν έμοιαζε για δέντρο.Όλα ήταν πνιγμένα στο λευκά, τα μονοπάτια είχαν χαθεί, τα πουλιά είχαν λουφάξει, τα σύννεφα και η ομίχλη σκέπαζαν τον Άθωνα.Δεν είχαν καμμία επικοινωνία με το μοναστήρι του Σταυρονικήτα , μού ήταν αδύνατο να ζήσω περισσότερο από λίγες μέρες, γιατί η αρρώστια με είχε παραλύσει τελείως.Περίμενα τον Κύριο να μού την ψυχή και να την οδηγήσει στο έλεος της ευσπλαγχνίας Του.Ούτε ένα τσάι δεν μπορούσα να φτιάξω, ούτε τη σόμπα να ανάψω, ούτε νερό να πιώ είχα.Η ζωή μου ήταν αφημένη στο έλεος τού Θεού.Έλεγα «Ιδού Κύριε, εις το έλεος Σου ελπίζω μη με εγκαταλέίψεις!»



Ύστερα από λίγη προσευχή που με πολύ κόπο ψέλλισα , είδα να εμφανίζονται στο κελλί μου μέσα άγγελοι και άγιοι, απεσταλμένοι τού Θεού. Ταχύ με προκατάλαβε η Χάρη τού Θεού.Ευχαριστούσα και δοξολογούσα τον Σωτήρα μου.Δάκρυσα. Ένας από τους αγγέλους φρόντιζε για τη σόμπα, άλλος ετοίμαζε φαγητό ζεστό,φέρνανε και ευωδιαστά ψωμιά.Βρέθηκα στον Παράδεισο.Τι άλλο ήθελα.



Οι άγιοι άρχισαν να με στηρίζουν με λόγους παρηγορίας και με παρακλήσεις.Και μόνο η θέα τους με ξεκούραζε, με ενίσχυε και μού έδινε ελπίδα.Καθίσανε μαζί μου ώσπου έγινα καλά και μπορούσα να οικονομήσω τον εαυτό μου.Μετά φύγανε.Μία βδομάδα καθίσανε.Όταν μετά από καιρό σηκώθηκα βγήκα από το κελί και κοίταξα γύρω τη φύση με διαφορετικό βλέμμα .Όλα έλαμπαν μέσα στο άκτιστο φώς της χάρης τού Αγίου Πνεύματος.Δεν ήμουν άξιος αλλά η άπειρη αγαθότητα τού Θεού και η αγάπη Του εκδηλώθηκαν με αυτό τον τρόπο.



Πάντως ένοιωθα τόση χάρη να με πληρώνει εσωτερικά που έλεγα «Φτάνει Θεέ μου , δεν αντέχω άλλο.Θα σκάσω.Ή πάρε με κοντά Σου ή λιγόστεψε τη χάρη που μού έδωσες.Αν τόση χάρη μού δίνεις τώρα, φαντάζομαι στον Παράδεισο τι θα γίνεται.»



(η φωτογραφία από το κελλί του Τιμίου Σταυρού στην Καψάλα όπου διέμειναν ο παπα Τύχωνας και ο γ.Παΐσιος)




πηγή: για την απλή και ήσυχη ζωή συν πάσι τοις αγίοις

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝ ΚΙΝΑ












Σεβ. Μητροπολίτου Προικονήσου κ. Ιωσήφ

Με τον τίτλο αυτό η «Εκκλησιαστική Αλήθεια», το επίσημο εβδομαδιαίο Δελτίο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, α.φ. 12/ έτ. ΚΔ'/ σελ. 111, εδημοσίευσε στις 23 Μαρτίου 1901 άρθρο που πληροφορούσε την ελληνόφωνη Ορθοδοξία για τον «βαρύ διωγμό», που εξερράγη στην Κίνα εναντίον των Χρι­στιανών, με την Ανατολή τού εικοστού αιώνος, οι φρικαλεότητες τού οποίου εθύμιζαν «τας επί Νέρωνος και Διοκλητιανού τοιαύτας».
Στην Κίνα υπήρχε από τον 17ο αιώνα μία μικρή πα­ρουσία Ορθοδόξων από το Albazin της Σιβηρίας. Το 1685 οι Κινέζοι είχαν καταλάβει το Αλμπαζίν και αιχμαλώτισαν ένα σημαντικό αριθμό Κοζάκων και Αλμπαζίνων. Σαρανταπέντε άπ' αυτούς ήταν Ορθόδοξοι. Μαζί τους συναιχμαλωτίσθηκε κι ο ιερέας τους, ονόματι Μά­ξιμος Λεοντίεφ. Ο Κινέζος Αυτοκράτορας K'ang-hsi, επειδή ήταν επιδέξιοι κατασκευαστές τόξων, τους πήρε στην αυλή του στο Πεκίνο. Τους φέρ­θηκε καλά και μάλιστα τους παραχώρησε έναν βουδιστικό ναό στο Πεϊκουάν, βορειοανατολική συνοικία τού Πεκίνου, που τον μετέτρεψαν σε χριστιανικό κι εγκατέστησαν εκεί μια θαυμα­τουργή εικόνα τού Αγί­ου Νικολάου που είχαν φέρει μαζί τους.



Όταν οι Αλμπαζίνοι ερχόντουσαν σε γάμο με Κινέζες, οι γυ­ναίκες τους μπορούσαν ανεμπόδιστα να βαπτισθούν και να γίνουν Ορθόδοξες. Το 1696 ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος τού Τομπόλκ τους έστειλε μία επιστολή που αναγνώριζε την παρουσία τους, ένα αντιμήνσιο, ιερά σκεύη και άγιο Μύρον. Έτσι καθιέρωσαν τον Ναό στο όνομα της τού Θεού Σοφίας. Ο πρώτος αυτός Ναός στην Κίνα ήταν γνωστός και ως Ναός τού Αγ. Νικολάου (λόγω της θαυματουργής εικόνος) και ως Ναός της Αγίας Σοφίας. Αυτή ήταν η πρώτη Ορθόδοξη παροικία της Κίνας. Αργότερα, το 1716, μετά τον θάνατο τού ιερέως Μαξίμου, ήλθε στο Πεκίνο από τη Ρωσσία ο Αρχιμ. Ιλαρίων Λεζαίσκυ, μαζί μ' έναν ιερέα κι έναν διάκονο, έχοντας μαζί τους άμφια, εικόνες, λειτουργικά βιβλία και ιερά σκεύη, όμως απέθανε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Τότε ήταν που ο Τσάρος Πέτρος Α' ο Μέγας (1682-1725) θεώρησε πως θα ήταν χρήσιμο για την διπλωματική παρουσία της Ρωσσίας στην Κίνα και την προώθηση των κρατικών του συμφε­ρόντων, να χειροτονηθεί ένας Επίσκοπος και να σταλεί στο Πεκίνο.









Έτσι, στις 5 Μαρτίου 1721, παρουσία τού Τσάρου, χειροτονήθηκε στην Πετρούπολη ως Επίσκο­πος για την Κίνα ο π. Ιννοκέντιος Κουλτσίτσκυ. Όμως οι Κινέζοι αντιλήφθηκαν τις τσαρικές βλέψεις, κι έτσι δεν επέτρεψαν ποτέ στον Επίσκοπο Ιννοκέντιο να δρασκελίσει τα σύνορα της Kίνας, ενώ άρχισαν να παρακολουθούν καχύποπτα το έργο της μικρής Εκκλη­σίας. Άλλωστε είχαν το προηγούμενο με τις απαιτήσεις τού Πάπα Κλήμεντος για πλήρη υποταγή των Κινέζων Χριστιανών στις παπικές αποφάσεις, καθώς και τις Ιεραποστολές των Γάλ­λων και των Γερμανών, που υπό το ένδυμα τού εκχριστιανισμού προωθούσαν βίαια τα πολιτικο-οικονομικά συμφέρο­ντα των συγκεκριμένων χωρών με την λεγόμενη «διπλωματία των κανο­νιοφόρων», ενώ επεδείκνυαν υπεροπτική συ­μπεριφορά, ασεβούσαν απροκάλυπτα σε βάρος σεβάσμιων κοινωνικών παραδόσεων της χώρας κι επενέβαιναν δυναστικά σε θέματα δικαιοσύνης.



Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο Αυτοκράτορας Γιάνκ-Τσένκ να εκδώσει το 1724 «Ιερόν Έδικτον», με το οποίο κατεδίκαζε τον Ρωμαιοκαθολικισμό και ανεκήρυττε τον Κομφουκιανισμό ως την μόνη θρησκευτική ορθοδοξία και την μόνη οδό ενάρετης ζωής. Αργότερα ο Ιννοκέντιος έγινε Επίσκοπος τού Ιρκούτσκ, έκαμε σπουδαίο ιεραποστολικό έργο μεταξύ των Μογγόλων και αναγέννησε κυρι­ολεκτικά τη Σιβηρία. Αναδείχθηκε θαυματουργός Άγιος και η επίσημη αναγνώρισή του έγινε το 1804. Πάντως, με την (καθόλου αβάσιμη) καχυποψία των Κινέζων, παρά τη Ρωσσο-κινεζική Συνθήκη της Κιάχτα (1729), που αναγνώριζε νομικά την Ορθόδοξη παρουσία στην Κίνα, και παρά την ανέγερση και δεύτερου Ναού στο Πεκίνο (της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) τα πράγματα για την Ορθοδοξία πάγωσαν μέχρι το 1860, με μόνη εξαίρεση τη με­τάφραση στην Κινεζική της Αγίας Γραφής και μερικών λειτουργικών βιβλίων. Λιγότεροι από 200 Χριστιανοί Ορθόδοξοι, συμπεριλαμβανομένων των απογόνων των Αλμπαζίνων αιχμαλώτων, ζούσαν τότε στη χώρα.









Μετά από τον διαβόητο Πόλεμο τού Οπίου (1841-­42) και τον επίσης διαβόητο Πόλεμο τού Βέλους (1856­-60) που οδήγησαν στις επαχθείς για τους Κινέζους Συνθήκες τού Τιέντσιν (1858) και τού Πεκίνου (1860), παραχωρήθηκε στους ξένους το δικαίωμα να εγκαταστήσουν διπλωματικές υπηρεσίες στο Πεκίνο, η δυνα­τότητα εμπορικής χρήσεως πολλών λιμανιών, ενώ εξασφαλίσθηκε προστασία στις διάφορες ιεραποστολές για να εργασθούν στο εσωτερικό της Κίνας. Ταυτόχρονα άρχιζε όμως να φουντώνει μέσα στις τάξεις των διανο­ουμένων αλλά και στις πλα­τειές λαϊκές μάζες ένα κύμα μισοξενίας. Οι Ευρωπαίοι Χριστιανοί ήταν οι «ξένοι διάβολοι» που λυμαίνονταν την παρηκμασμένη Κινε­ζική Αυτοκρατορία. Παρά το αρνητικό κλίμα, οι Συνθήκες τού Τιεντσίν και τού Πεκίνου έδωσαν τη δυνατότητα στους Ρώσσους ν' αναπτύξουν ένα στοιχειώδες ιεραποστολικό έργο, να δημιουργήσουν δυο σχολεία, ένα αρρένων κι ένα θηλέων, να προβούν σε εκδόσεις βιβλίων κ.λπ..









Ο διάβολος όμως δεν καθό­ταν με σταυρωμένα χέρια! Στις 21 Ιουνίου 1870, στο λιμάνι τού Τιεντσίν, ένας θερμόαιμος Γάλλος Πρόξενος πυροβόλησε έναν Κινέζο δικαστή. Η σφαίρα αστόχησε και σκότωσε έναν φύλακα τού δικαστηρίου. Το πλήθος αφήνιασε κι έσφαξε επί τόπου τον Πρόξενο και τον υπασπιστή του και κατόπιν ξέσπασε με λύσσα εναντίον των Χριστιανών, τόσο των ξένων, όσο και των Κινέζων «προδοτών» - το έγκλημα το είχε διαπράξει «Χριστια­νός»! Κατακρεουργήθηκαν αυθημερόν 41 Κινέζοι και ξένοι Χριστιανοί. Ανάμεσά τους και δυο ανυποψίαστοι Ορθόδοξοι, ένα ανδρόγυνο που θα γινόταν ο γάμος του εκείνη ακριβώς την τραγική ημέρα! Τα πρώτα θύματα της Ορθοδοξίας, που θανατώθηκαν μόνο γιατί ήταν Χρι­στιανοί! Άλλωστε, Ρωμαιοκαθολικοί ή Ορθόδοξοι, στα μάτια τού αφηνιασμένου όχλου ήταν το ίδιο! Η Σφαγή τού Τιεντσίν ήταν το πρελούδιο όσων θα συνέβαιναν τριάντα άκριβώς χρόνια μετά.



Με ρυθμό προσελεύσεως στην Ορθοδοξία από 10 μέχρι 40 Κινέζων τον χρόνο, το 1871 υπήρχαν στην Κίνα 620 Ορθόδοξοι. Εν τω μεταξύ μεταφράσθηκαν στα Κινεζικά το Ψαλτήρι και το Ευχολόγιο από τον Αρχιμ. Παλλάδιο Καφάρωφ, ενώ ο διάδοχός του στην Ιερα­ποστολή Αρχιμ. Φλαβιανός (αργότερα Μητροπολίτης Κιέβου) άρχισε να τελεί τις Ακολουθίες στα Κινεζικά. Ο ίδιος συγκέντρωσε και εξέδωσε στα Κινεζικά όσα οι προκάτοχοί του είχαν γράψει. Ο ίδιος επίσης προώθη­σε στην Ιερωσύνη τον πρώτο Κινέζο-Ορθόδοξο κληρικό π. Μητροφάνη Τσί-Σούνκ, που χειροτονήθηκε στην Ιαπωνία από τον μεγάλο Ιεραπόστολο της Χώρας τού Ανατέλλοντος Ηλίου Νικόλαο Καζάτκιν ( Άγιο), το 1880. Η απόφαση τού εικοσιπεντάχρονου Μη­τροφάνη να γίνει ιερεύς μέσα σ' ένα βεβαρυμμένο κατά των Χριστιανών κλίμα, καθώς και η συμφωνία της συζύγου του Τατιανής, είχαν a priori χαρακτήρα ηρωισμού και μαρτυρίας.



Η παρακμή της Αυτοκρατορίας, οι καθημερινές ταπει­νώσεις που δεχόταν ο Κινε­ζικός λαός από μέρους των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυ­νάμεων, που «μοίραζαν το πεπόνι» (όπως ειπώθηκε) της Κίνας μεταξύ τους υπό την προστασία των κανονιοφό­ρων, η πολιτική χρεωκοπία της Αυλής των Τσινκ και των μανδαρίνων, η υπεροψία των Ρωμαιοκαθολικών μισσιοναρίων, η έλλειψη ευγένειας και σεβασμού απέναντι στις παραδόσεις και τις κοινωνικές συνήθειες αιώνων, φούντωσαν το κύμα της λαϊκής οργής, που άρχισε να σχηματοποιείται κυρίως με τη μορφή μιας μαχητικής παραθρησκευτικής οργανώσεως με το όνομα Άι-Χό Τσουαν, δηλ. Πυγμάχοι της Νομίμου Αρμονίας, η απλούστερα «Μπόξερς», επειδή ήταν κάτοχοι των παραδοσιακών κινεζικών πολεμικών τεχνών.









Οι Μπόξερς πίστευαν ότι ενσάρκωναν ο καθένας τους κι από έναν «θεό» τού κινεζικού πανθέου, που τον καθιστούσε άτρωτο και πανί­σχυρο. Θεωρούσαν ως αποστολή τους το ξεκαθάρισμα της χώρας από τους «ξένους διαβόλους», την τιμωρία των εντοπίων «προδοτών» που άφησαν την πατρική θρησκεία κι έγιναν Χριστιανοί. Μερικοί υποστηρίζουν ότι οι Μπόξερς ξεκίνησαν ως αποκλειστικά αντιρωμαιοκαθολικό κίνημα. Πάντως ίδρυαν στρατόπεδα, έστηναν στη μέση έναν κατακόκκινο βωμό και με ορμητήριο αυτά ξεκίνησαν αρχικά ένα όργιο κατασυκοφαντήσεως όλων των Χριστιανών. Για όλα έφταιγαν οι Χριστιανοί. Για τις πλημμύρες, για τις αρρώστιες, για την πείνα, για τα πάντα! Οι θεοί ήταν θυμωμένοι εξ αιτίας των Χρι­στιανών και εξ αιτίας της μεταστροφής Κινέζων στον Χριστιανισμό, γι' αυτό κι άφηναν αναπάντητες τις προσευχές τού λαού κι εκδικούνταν!



Όταν την άνοιξη τού 1900 μεγά­λη ξηρασία εμάστιζε τη χώρα, κυκλοφορούσαν κείμενα με τα πιο τερα­τώδη μυθεύματα εναντίον των Χριστιανών, έγραφαν στους τοίχους συνθήματα όπως: «Ο νόμος τού Βούδα δεν είναι πια σεβαστός και οι Πέντε Σχέσεις της Κομφουκιανής ηθικής αγνοούνται. Έχει ξεσηκωθεί ο θυμός τού Ουρανού και της Γης και γι' αυτό δεν έρχεται βροχή. Αλλά ο Ουρανός μας στέλνει τώρα οκτώ εκατομμύρια πνευματικούς στρατιώτες για να ξεριζώσουν τις ξέ­νες θρησκείες κι όταν θα γίνει αυτό τότε θάρθη και η βροχή!». Για τους Ρωμαιοκαθολικούς ειδικά διέδιδαν από νωρίτερα ασύλληπτες σε φρικαλεότητα μυθολο­γίες, όπως λ.χ. ότι οι ιερείς τους έβγαζαν τα μάτια των ετοιμοθάνατων Κινέζων προσήλυτων και με μαγικά τε­χνάσματα και αλχημείες τα μετέτρεπαν σε ασήμι, «καθ' όσον τα μάτια των βαρβάρων [δηλ. των λευκών] ήταν ανεπιτήδεια για κάτι τέτοιο» κ.α. Αφού κατάφεραν να δημιουργήσουν το κλίμα που ήθελαν, άρχισαν απροκάλυπτα τον διωγμό. Έσερναν βίαια τους Χριστιανούς στα στρατόπεδά τους με τους βωμούς, όπου, αφού τους ανέκριναν με πολλά βασανιστήρια, τους υποχρέωναν ν' αρνηθούν την «ξένη θρησκεία», να κάψουν θυμία­μα μπροστά σε αγάλματα τού Βούδα και θεοτήτων του κινεζικού πανθέου (κάποτε και να πληρώσουν λύτρα!) ή να πεθάνουν. Η αγριότητα και τα βασανιστήρια ξεπερνούσαν κατά πολύ τόσο εκείνα της αρχαίας Ρώμης και Περσίας, όσο κι εκείνα της Οθωμανικής Τουρκίας! Οι Μπόξερς υπήρξαν αμίμητοι σε εφευρετικότητα τρόπων βασανισμού των Χριστιανών! Πολλοί υπέκυψαν. Εξώμοσαν. Αρνήθηκαν τον Χριστό. Άλλοι όχι. Υπέμειναν μέχρι θανάτου!



Από τους χίλιους περίπου Ορθοδόξους της Κίνας, αρκετοί, δυστυχώς, κατά τη μαρτυρία τού επί κεφαλής της Ρωσσικής Ιεραποστολής Αρχιμανδρίτου Ιωαννικίου, έμφοβοι μπροστά στα άγρια βασανιστήρια και τον θά­νατο, ελύγισαν κι εξώμοσαν. Μεταξύ τους και κάποια μέλη της Ιεραποστολή. Οι περισσότεροι όμως, παρά τους φρικαλέους βασανισμούς, έμειναν ακμονος στερρότεροι, αταλάντευτα προσηλωμένοι στο Χριστό και την Ορθοδοξία, ενώ περί τους τρι­ακόσιους εμαρτύρησαν.



Την 1η/14η Ιουνίου οι Μπόξερς έκαψαν τον Ναό και τα κτήρια της Ιεραποστολής στο Πεκίνο. Πρω­τομάρτυρας των διωγμών υπήρξε ένα παπαδοπαί­δι. Ο εικοσιτριάχρονος Ησαΐας, γιός τού ιερέως Μητροφάνους, στρατιώ­της που υπηρετούσε στο Πυροβολικό, μόλις έγινε γνωστό πως ήταν Χρι­στιανός, τού ζητήθηκε ν' αρνηθεί τον Χριστό και να προσφέρει θυμίαμα στα είδωλα. Αρνήθηκε. «Είμαι Χριστιανός!». Τον αποκεφάλισαν. Το ημερολόγιο έγραφε 7/20 Ιουνίου 1900. Τρεις μέρες μετά, το βράδυ της 10ης /23ης Ιουνί­ου προκηρύξεις γέμισαν τους δρόμους τού Πεκίνου που καλούσαν το λαό να σφάξει τους Χριστιανούς και φοβέ­ριζαν όσους θα τολμούσαν να φυγαδεύσουν Χριστιανούς. Ήταν η «Νύχτα τού Αγίου Βαρθολομαίου» για τους Ορθοδόξους της Κίνας.



Στις 10 η ώρα το βράδυ αυτό, εξαγριωμένοι Μπόξερς μαζί με στρατιώτες κύκλωσαν το σπίτι τού πράου, ανεξίκακου, αφιλάργυρου και καταστόλιστου με κάθε αρετή Ιερέως Μητροφάνους, όπου βρίσκονταν περίπου εβδομήντα πιστοί. Η ώρα για τον Καλό Ποιμένα είχε φθάσει. Αφού με τη βοήθεια της δεκαεννιάχρονης νύμφης του Μαρίας (μνηστής τού Ησαΐα) εφυγάδευσε όσους μπορούσαν και το ήθελαν, έδωσε με αυταπάρνηση την καλή μαρτυρία της Πίστεως, σφρα­γίζοντας με το αίμα του την αγία ιερατική του πορεία, στα σαρανταπέντε του μόλις χρόνια. Ο πατήρ Μητροφάνης σφάχτηκε με μοναδική αγριότητα κάτω από μία χουρ­μαδιά, μπροστά στο σπίτι του. Το στήθος του το έκαμαν σαν κυψέλη μελισσιού από το πλήθος των μαχαιριών που λυσσαλέα τού κατάφεραν. Ήταν σ' ένα πέλαγος θεί­ας ειρήνης και προσευχόμενος ως την τελευταία στιγμή.
Συνέλαβαν και τον εφτάχρονο γιό του Ιωάννη. Βασάνι­σαν το μικρό παιδάκι με αφάντα­στη βαρβαρότητα. Εκείνο αρνήθηκε να θυμιάσει τον Βούδα. «Είσαι πιστός του διαβόλου!», τού έλεγαν. «Είμαι Χριστια­νός!» απαντούσε. «Πιστεύω στον αληθινό Θεό!» Τού έκο­ψαν τα δάχτυλα των ποδιών, τη μύτη του, τα αυτιά του και τέλος τα χεράκια του από τους ώμους. Κατά τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, τού Προτάσιου Χάν και τού Ηρωδίωνος Χσιού (μέχρι τον διωγμό δεν ήταν Χριστιανοί· βαπτίσθηκαν αργότερα, παραδειγματισμένοι από τη γενναιό­τητα τού μικρού Ιωάννη), ο Παιδομάρτυρας τού Χριστού δήλωσε ότι δεν πονούσε, παρά τις πληγές και τον ακρωτηριασμό. «Το να υποφέρει κανείς για τον Χριστό δεν είναι βαρύ!», απαντούσε. Με την άκατάσχετη αιμορραγία διψούσε. Ζήτησε λίγο νερό. Τον κορόιδευαν και τον βρίζανε. Την επαύριο τον αποκεφάλισαν και κάψανε το λειψανάκι του πάνω σε μια τελετουργική πυρά, «προς τιμήν τού Βούδα» (!).
Αυθημερόν (11/24) μαρτύρησε και η μαννούλα του Πρεσβυτέ­ρα Τατιανή. Την αποκεφάλισαν. Έπιασαν και τη μνηστή τού Ησαΐα, Μαρία, δεκαεννιά χρονών. Είχε έρθει πριν δυο μέρες στο σπίτι τού ιερέα πεθερού της, θέλοντας να πεθάνη μαζί με την οικογένεια τού μνηστήρα της. Ο Σέργιος, ο δεύτερος γιός τού π. Μητροφάνους (επέζησε κι έγινε αργότερα ιερεύς) την επίεσε να φύγει για να σωθεί. Η απάντησή της ήταν: «Γεννήθηκα κοντά στην εκκλησία της Παναγίας και εδώ θέλω να πεθάνω!». Οι Μπόξερς τη συνέλαβαν. Τους κατηγόρησε κατά πρόσωπο ότι σκοτώνουν αθώους ανθρώπους, χωρίς δίκη, παράνομα. Τη βασάνισαν απάνθρωπα. Της τρύ­πησαν τα χέρια και τα πόδια. Την άφησαν. Ξαναήλθαν και την αποτελείωσαν. Συνέλαβαν τον Κατηχητή της Ιεραποστολής Παύλο Γουαν. Τον βασάνισαν φρικτά. Ξε­ψύχησε γαλήνια προσευχόμενος. Μαζί και η δασκάλα τού σχολείου της Ιεραποστολής Ίγια Γουέν. Υπέστη τα πάνδεινα. Ομολογούσε τον Χριστό με χαρά και με χα­μόγελο, μέσα στην κόλασι των βασανιστηρίων που της έκαναν. Φρικτό θάνατο βρήκαν, ομολογώντας ως το τέλος τον Χριστό και ο Κλήμης Κουΐ Κίν, ο Ματ­θαίος Χάι Τσουαν, ο αδελφός του Βίτ Χάι Τσουαν και η Άννα Τσούι, Αλμπαζίνοι από την πα­λαιά γενιά.
Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κείτονταν σφαγμένοι, με κομμένο τον λαιμό από το εν' αυτί μέχρι το άλλο, ακρωτηριασμένοι, κομμένοι σε φέτες. Η οσμή τού αίματος μέσα στη ζέστη τού Ιουνίου ήταν ανυπόφορη και το θέαμα που συναντούσες στους δρόμους ήταν φρι­κτότερο απ' όσο άντεχες να δεις!..
Ο Ιννοκέντιος κλή­θηκε στην Πετρούπολη, όπου χειροτονήθηκε Επίσκοπος κι επανήλθε στην Κίνα τον Αύγουστο τού 1902, για να μαζέψει ό,τι απόμεινε και να κάμει ένα καινούργιο ιεραποστολικό ξεκίνημα. Στη θέση της παλιάς Ιεραποστολής στο Πέικουαν τού Πεκίνου έκτισε τον Ναό Πάντων των Αγίων Μαρ­τύρων. Εκεί εθησαύρισε τα λείψανα τού Ιερομάρτυρος Μητροφάνους και όσων άλλων Μαρτύρων κατάφερε να εντοπίσει. Ο Ναός αυτός ισοπεδώθηκε μετά την επικράτηση τού Κομμουνισμού στην Κίνα και στη θέση του χτίστηκε η Πρεσβεία της Σοβιετικής Ενώσεως (!)...









Χαίροις Σινών Μαρτύρων πληθύς,

Θεού του ζώντος η γενναία παράταξις,

η πλάνην καταβαλούσα την βουδδικήν ανδρικώς,

και Χριστού την πίστιν ανυψώσασα,

τα άνθη τα πνέοντα, ευωδίαν την άρρητον,

νέοι αστέρες του νοητού στερεώματος,

οι τας καρδίας των πιστών καταυγάζοντες,

Κίνας το μέγα καύχημα, Ασίας αγλάϊσμα,

και στολισμός και λαμπρότης

και απαρχή προς τον Κύριον.

Αυτόν δυσωπείτε,

ταις ψυχαίς ημών δοθήναι το μέγα έλεος.







Ταίς των Σων εν Κίνα Αγίων Νεομαρτύρων, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών...







Από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία







ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com



18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011



Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Ο Άγιος Νικόλαος εξ Ιχθύος Κορινθίας







Πυρ υπερενεγκών Νικόλαε τρισμάκαρ,



γήθεν μετέστης προς μονάς αιωνίους.



Κάτθανε Νικόλαος δεκάτη



πυρί ήδε Τετάρτη.











Αυτός ο γενναίος μάρτυρας του Χριστού Νικόλαος καταγόταν από ένα ασήμαντο χωριό, που ονομάζεται Ψάρι και βρίσκεται στα σύνορα του νομού Κορινθίας. Οι γονείς του ονομαζόταν Ιωάννης και Καλή και ήταν και οι δύο θεοσεβείς. Δώδεκα χρονών και ορφανός έφυγε από το χωριό του και ήρθε στη Σηλυβρία, η οποία απέχει μια μέρα δρόμο από την Κωνσταντινούπολη.



Έζησε εδώ με φόβο Θεού και αργότερα παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά, τα οποία ανέτρεφε χριστιανοπρεπώς. Αν και ζούσε μέσα στην φασαρία και την κίνηση, αυτό δεν τον εμπόδιζε να φροντίζει την σωτηρία του. Είχε το επάγγελμά του πλανόδιου παντοπώλη και παράλληλα έδινε ελεημοσύνη στους φτωχούς και εκκλησιαζόταν τακτικότατα. Στο 34ο έτος της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Α’ (1520 -1566) κάποιος έπαρχος στην Κωνσταντινούπολη που ονομαζόταν Σινάν φέρονταν πολύ σκληρά στους υπόδουλους Χριστιανούς, τους ταλαιπωρούσε συνεχώς και τους εκφόβιζε με απειλές. Τότε ο Νικόλαος φθονήθηκε από τους Αγαρηνούς συναδέλφους του, διότι πουλούσε περισσότερα προϊόντα από αυτούς και κατηγορήθηκε ότι ύβρισε τον Μωάμεθ ως ψευδοπροφήτη. Τον έφεραν λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη και αφού στάθηκε μπροστά στο βήμα του επάρχου, χωρίς καθόλου να φοβηθεί, ομολόγησε την χριστιανική πίστη του και έλεγξε ως ψευδή την θρησκεία των μωαμεθανών. Ο έπαρχος διέταξε να τον ραβδίσουν πολλές φορές και μάτωσαν τα νύχια των ποδιών του. Κατόπιν, τον έριξαν στη φυλακή, όπου έμεινε τέσσερις μέρες.



Όταν τον έβγαλαν, άρχισε ο έπαρχος να του τάζει μεγάλες τιμές και αξιώματα για να τον πείσει να αρνηθεί την πίστη του. Ο άγιος Νικόλαος όμως, έμεινε περισσότερο σταθερός και με κανένα τρόπο δεν υπέκυπτε, αντίθετα μάλιστα αποκαλούσε τον ψευδοπροφήτη τους τον Μωάμεθ, γιο του διαβόλου. Για αυτό και τον έδεσαν με αλυσίδες από τον τράχηλο, τον έντυσαν με ψάθα και τον έσυραν οι δήμιοι στην πόλη. Επειδή αυτό όμως όχι μόνο δεν τον έκαμψε, αλλά τον δυνάμωσε ακόμα περισσότερο, με διαταγή του επάρχου άναψαν φωτιά στο ιπποδρόμιο και δεν έβαλαν τον άγιο ολόκληρο επάνω, αλλά έκαιγαν λίγο λίγο τις σάρκες του, για να είναι οι πόνοι αφόρητοι και η τιμωρία σκληρότερη.



Αφού ο άγιος βασανίστηκε έτσι για πολλή ώρα και δεν μπορούσε πλέον να στέκεται όρθιος, έγειρε το κεφάλι του στα δεξιά και ο δήμιος τεντώνοντας την αλυσίδα (διότι ήταν ακόμη γύρω από τον τράχηλο του μάρτυρα) έκοψε με το ξίφος το κεφάλι του στις 14 Φεβρουαρίου 1554. Το τίμιο σώμα του κάηκε από τη φλόγα και μόνο η κάρα του αγοράστηκε από κάποιον πιστό, αφού πλήρωσε είκοσι χρυσά νομίσματα στον δήμιο, και την έστειλε στη μονή του αγίου Αθανασίου στα Μετέωρα, όπου και βρίσκεται επιτελώντας πολλά θαύματα εις δόξαν Πατρός, υιού και Πνεύματος Αγίου. Αμήν.



Απολυτίκιον. Ήχος δ΄. Ως των αιχμαλώτων.



Ως των αθλοφόρων ομότροπος, και των εν ανάγκη υπέρμαχος τω Δεσπότη των όλων ικέτευε, ειρήνην τη οικουμένη δωρήσασθαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

"ΠΟΥΛΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ;"



Γράφει η Κλασσικοπερίπτωση





Αδέλφια μου μια "δυσκολία" με έκανε να μην μπορώ να γράψω για κάμποσες μέρες και κει που έλεγα να πιάσω πάλι να φωνάζω μαζί σας, ήλθε το κακό μαντάτο του ξεπουλήματος της πατρίδας μας.



Δεν είναι το ότι η κομαντατούρα έβγαλε το ανακοινωθέν της, δεν είναι ούτε το ότι οι σφετεριστές προδότες είχαν κρυφτεί στα φουστάνια της καθαρίστριας της Μέρκελ, είναι ότι δεν είδα κανέναν ΕΛΛΗΝΑ να σηκώνεται αυθόρμητα και ακαθοδήγητα , να κλείνει την πρετεντοτηλεόραση και να κατεβαίνει κάτω στο Σύνταγμα να φωνάξει, να σφίξει τη γροθιά και να παλαίψει για την λευτεριά και την υποληψή του.

Αυτή η εικόνα του παραδομένου με τσάκισε.

Που είναι οι σπίθες σου Θεοδωράκη;



Που είναι ο τσαμπουκάς σου Δημαρά;



Που ήσουνα το Σάββατο το πρωί σύντροφε του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ;



Τι περίμενες ρε μεταλλαγμένε ψοφοδεή αριστερέ του Τσίπρα και των αλλωνών για να βγείς στους δρόμους;



Ερεθιστήκατε και αναψοκοκκινήσατε βρωμόγυφτοι πλασιέδες του ευρω- Μαρξ και του ευρω-Έγκελς όταν είδατε το σκισμένο κοράνι και τώρα που οι ξένοι επικυρίαρχοι και οι ντόπιοι λακέδες θέλουν να πουλήσουν ακόμα και τον τάφο του πατέρα και του αδελφού μας, εσείς όπως και όλοι οι άλλοι γαργαρίζετε τα πολιτικά σας σάλια μπροστά στα μικρόφωνα και στις κάμερες.



Που ήταν ο παλιός συγκάτοικος του κατοχικού κυβερνήτη όταν στίς 2 τα ξημερώματα το γιουσουφάκι του ΓΑΠ παρίστανε για χάρη του τον "αστραπόγιαννο";



Πού είχες κρυφτεί για τόσες ώρες ρε θλιβερέ Ελλαδέμπορε και περιστεροχεσμένε ψηφοφόρε του μνημόνιου;



Σε ποιά τρύπα είχατε λουφάξει εσείς οι μαυροφορεμένοι "εραστές του δωδεκαθέου" με τα άρβυλα και τα ξυρισμένα σαν κώλους κεφάλια; Μήπως θα βγαίνατε από το λαγούμι σας αν το ανακοινωθέν της κομαντατούρας το διάβαζε κανένας μαύρος;



Εσείς τα ψευτοαντιεξουσιαστικά θρασίμια με τα κράνη και τις κουκούλες δικαιολογείστε που δεν βγήκατε. Η καλύτερη στιγμή της θλιβερής ζωής σας ήταν εκείνη που ο φράγκος τελάλης του κατακτητή έφτυνε και έκαιγε την Ελληνική σημαία μπροστά σε όλες τις κάμερες. Εξ άλλου και να βγαίνατε απο τους υπονόμους των αριστοκρατικών σας προαστείων τι θα βρίσκατε να κάψετε;



Το μόνο που σας είχε αφήσει για να κάψετε η "εξουσία" την οποία δήθεν πολεμάτε ήταν πριν μήνες κάποιοι αθώοι εργαζόμενοι στην Marfin .



Δεν αντέχω άλλο. Τα γράμματα στο πληκτρολόγιο θόλωσαν όπως θόλωσε και η σκέψη μου.



Δεν φταίει η ήττα, δεν φταίει που σε λίγο θα είμαι όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες πεινασμένος και απελπισμένος και που δεν θα έχω να ταϊσω τα παιδιά μου. Φταίει που δεν βλέπω καμία Ελληνική σημαία να κυματίζει μεσίστια στα μπαλκόνια όσων σπιτιών δεν έχει πάρει ακόμα η τράπεζα και κανέναν συμπολίτη μου στους δρόμους.



Μην περιμένετε απο δαύτους στην βουλή ούτε απο εκείνους τους δήθεν "ανυπάκουους" που έστησαν τα παραμάγαζα έξω απο αυτήν, να σας καλέσουν να υπερασπιστείτε την δημοκρατία και την εθνική μας κυριαρχία.



Ακούστε τις ματωβαμένες πέτρες αυτού του τόπου που σας φωνάζουν να ξυπνήσετε απο τον λήθαργο.



Ξυπνείστε, σηκωθείτε, βγείτε στους δρόμους και φωνάξτε στον διπλανό σας να σας ακολουθήσει σε μια πορεία λυτρωτική και περήφανη.



Αδέλφια μου Έλληνες. Ρωτείστε τον εαυτό σας αν θα μπορεί να ζήσει απο δω και πέρα σαν ραγιάς προσδοκώντας απλως να τον λυπηθεί ο δήμιος.



Πιό κάτω ένα μικρό απόσπασμα απο τα απομνημόνεύματα του Μακρυγιάννη, στον τάφο του οποίου μας προσκαλούν απο τηλεοράσεως οι " Έλληνες" ταγματασφαλίτες της Νέας Τάξης Πραγμάτων να πάμε να κατουρήσουμε.



Διαβάστε το και εύχομαι να κυλήσει απο τα μάτια σας εκείνο το λυτρωτικό δάκρυ που έκανε κάποτε τα πρόβατα να γίνουν θεριά ανήμερα και αγωνιστές της "Πϊστης του Χριστού της Αγίας και της Ελευθερίας της πατρίδας"







...Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι:



«Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου.



Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο». ...



Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα. Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα.



... Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.



... Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.



Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον.



Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν.



Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».



Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα. Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω». ...



Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας παρεξηγήσουν οι ισχυροί.



Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούντα. Και είπαν λόγια άπρεπα δια τους παπάδες.



Εμείς, με σκιάν μας τον Τίμιον Σταυρόν, επολεμήσαμεν ολούθε, σε κάστρα, σε ντερβένια, σε μπογάζια και σε ταμπούργια. Και αυτός ο Σταυρός μας έσωσε. Μας έδωσε την νίκη και έχασε (οδήγησε σε ήττα) τον άπιστον Τούρκον.



Τόση μικρότητα στον Σταυρό, τον σωτήρα μας! Και βρίζουν οι πουλημένοι εις τους ξένους και τους παπάδες μας, τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους.



Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας σαν λεοντάρια.



Ντροπή Έλληνες!