Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝ ΚΙΝΑ












Σεβ. Μητροπολίτου Προικονήσου κ. Ιωσήφ

Με τον τίτλο αυτό η «Εκκλησιαστική Αλήθεια», το επίσημο εβδομαδιαίο Δελτίο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, α.φ. 12/ έτ. ΚΔ'/ σελ. 111, εδημοσίευσε στις 23 Μαρτίου 1901 άρθρο που πληροφορούσε την ελληνόφωνη Ορθοδοξία για τον «βαρύ διωγμό», που εξερράγη στην Κίνα εναντίον των Χρι­στιανών, με την Ανατολή τού εικοστού αιώνος, οι φρικαλεότητες τού οποίου εθύμιζαν «τας επί Νέρωνος και Διοκλητιανού τοιαύτας».
Στην Κίνα υπήρχε από τον 17ο αιώνα μία μικρή πα­ρουσία Ορθοδόξων από το Albazin της Σιβηρίας. Το 1685 οι Κινέζοι είχαν καταλάβει το Αλμπαζίν και αιχμαλώτισαν ένα σημαντικό αριθμό Κοζάκων και Αλμπαζίνων. Σαρανταπέντε άπ' αυτούς ήταν Ορθόδοξοι. Μαζί τους συναιχμαλωτίσθηκε κι ο ιερέας τους, ονόματι Μά­ξιμος Λεοντίεφ. Ο Κινέζος Αυτοκράτορας K'ang-hsi, επειδή ήταν επιδέξιοι κατασκευαστές τόξων, τους πήρε στην αυλή του στο Πεκίνο. Τους φέρ­θηκε καλά και μάλιστα τους παραχώρησε έναν βουδιστικό ναό στο Πεϊκουάν, βορειοανατολική συνοικία τού Πεκίνου, που τον μετέτρεψαν σε χριστιανικό κι εγκατέστησαν εκεί μια θαυμα­τουργή εικόνα τού Αγί­ου Νικολάου που είχαν φέρει μαζί τους.



Όταν οι Αλμπαζίνοι ερχόντουσαν σε γάμο με Κινέζες, οι γυ­ναίκες τους μπορούσαν ανεμπόδιστα να βαπτισθούν και να γίνουν Ορθόδοξες. Το 1696 ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος τού Τομπόλκ τους έστειλε μία επιστολή που αναγνώριζε την παρουσία τους, ένα αντιμήνσιο, ιερά σκεύη και άγιο Μύρον. Έτσι καθιέρωσαν τον Ναό στο όνομα της τού Θεού Σοφίας. Ο πρώτος αυτός Ναός στην Κίνα ήταν γνωστός και ως Ναός τού Αγ. Νικολάου (λόγω της θαυματουργής εικόνος) και ως Ναός της Αγίας Σοφίας. Αυτή ήταν η πρώτη Ορθόδοξη παροικία της Κίνας. Αργότερα, το 1716, μετά τον θάνατο τού ιερέως Μαξίμου, ήλθε στο Πεκίνο από τη Ρωσσία ο Αρχιμ. Ιλαρίων Λεζαίσκυ, μαζί μ' έναν ιερέα κι έναν διάκονο, έχοντας μαζί τους άμφια, εικόνες, λειτουργικά βιβλία και ιερά σκεύη, όμως απέθανε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Τότε ήταν που ο Τσάρος Πέτρος Α' ο Μέγας (1682-1725) θεώρησε πως θα ήταν χρήσιμο για την διπλωματική παρουσία της Ρωσσίας στην Κίνα και την προώθηση των κρατικών του συμφε­ρόντων, να χειροτονηθεί ένας Επίσκοπος και να σταλεί στο Πεκίνο.









Έτσι, στις 5 Μαρτίου 1721, παρουσία τού Τσάρου, χειροτονήθηκε στην Πετρούπολη ως Επίσκο­πος για την Κίνα ο π. Ιννοκέντιος Κουλτσίτσκυ. Όμως οι Κινέζοι αντιλήφθηκαν τις τσαρικές βλέψεις, κι έτσι δεν επέτρεψαν ποτέ στον Επίσκοπο Ιννοκέντιο να δρασκελίσει τα σύνορα της Kίνας, ενώ άρχισαν να παρακολουθούν καχύποπτα το έργο της μικρής Εκκλη­σίας. Άλλωστε είχαν το προηγούμενο με τις απαιτήσεις τού Πάπα Κλήμεντος για πλήρη υποταγή των Κινέζων Χριστιανών στις παπικές αποφάσεις, καθώς και τις Ιεραποστολές των Γάλ­λων και των Γερμανών, που υπό το ένδυμα τού εκχριστιανισμού προωθούσαν βίαια τα πολιτικο-οικονομικά συμφέρο­ντα των συγκεκριμένων χωρών με την λεγόμενη «διπλωματία των κανο­νιοφόρων», ενώ επεδείκνυαν υπεροπτική συ­μπεριφορά, ασεβούσαν απροκάλυπτα σε βάρος σεβάσμιων κοινωνικών παραδόσεων της χώρας κι επενέβαιναν δυναστικά σε θέματα δικαιοσύνης.



Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο Αυτοκράτορας Γιάνκ-Τσένκ να εκδώσει το 1724 «Ιερόν Έδικτον», με το οποίο κατεδίκαζε τον Ρωμαιοκαθολικισμό και ανεκήρυττε τον Κομφουκιανισμό ως την μόνη θρησκευτική ορθοδοξία και την μόνη οδό ενάρετης ζωής. Αργότερα ο Ιννοκέντιος έγινε Επίσκοπος τού Ιρκούτσκ, έκαμε σπουδαίο ιεραποστολικό έργο μεταξύ των Μογγόλων και αναγέννησε κυρι­ολεκτικά τη Σιβηρία. Αναδείχθηκε θαυματουργός Άγιος και η επίσημη αναγνώρισή του έγινε το 1804. Πάντως, με την (καθόλου αβάσιμη) καχυποψία των Κινέζων, παρά τη Ρωσσο-κινεζική Συνθήκη της Κιάχτα (1729), που αναγνώριζε νομικά την Ορθόδοξη παρουσία στην Κίνα, και παρά την ανέγερση και δεύτερου Ναού στο Πεκίνο (της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) τα πράγματα για την Ορθοδοξία πάγωσαν μέχρι το 1860, με μόνη εξαίρεση τη με­τάφραση στην Κινεζική της Αγίας Γραφής και μερικών λειτουργικών βιβλίων. Λιγότεροι από 200 Χριστιανοί Ορθόδοξοι, συμπεριλαμβανομένων των απογόνων των Αλμπαζίνων αιχμαλώτων, ζούσαν τότε στη χώρα.









Μετά από τον διαβόητο Πόλεμο τού Οπίου (1841-­42) και τον επίσης διαβόητο Πόλεμο τού Βέλους (1856­-60) που οδήγησαν στις επαχθείς για τους Κινέζους Συνθήκες τού Τιέντσιν (1858) και τού Πεκίνου (1860), παραχωρήθηκε στους ξένους το δικαίωμα να εγκαταστήσουν διπλωματικές υπηρεσίες στο Πεκίνο, η δυνα­τότητα εμπορικής χρήσεως πολλών λιμανιών, ενώ εξασφαλίσθηκε προστασία στις διάφορες ιεραποστολές για να εργασθούν στο εσωτερικό της Κίνας. Ταυτόχρονα άρχιζε όμως να φουντώνει μέσα στις τάξεις των διανο­ουμένων αλλά και στις πλα­τειές λαϊκές μάζες ένα κύμα μισοξενίας. Οι Ευρωπαίοι Χριστιανοί ήταν οι «ξένοι διάβολοι» που λυμαίνονταν την παρηκμασμένη Κινε­ζική Αυτοκρατορία. Παρά το αρνητικό κλίμα, οι Συνθήκες τού Τιεντσίν και τού Πεκίνου έδωσαν τη δυνατότητα στους Ρώσσους ν' αναπτύξουν ένα στοιχειώδες ιεραποστολικό έργο, να δημιουργήσουν δυο σχολεία, ένα αρρένων κι ένα θηλέων, να προβούν σε εκδόσεις βιβλίων κ.λπ..









Ο διάβολος όμως δεν καθό­ταν με σταυρωμένα χέρια! Στις 21 Ιουνίου 1870, στο λιμάνι τού Τιεντσίν, ένας θερμόαιμος Γάλλος Πρόξενος πυροβόλησε έναν Κινέζο δικαστή. Η σφαίρα αστόχησε και σκότωσε έναν φύλακα τού δικαστηρίου. Το πλήθος αφήνιασε κι έσφαξε επί τόπου τον Πρόξενο και τον υπασπιστή του και κατόπιν ξέσπασε με λύσσα εναντίον των Χριστιανών, τόσο των ξένων, όσο και των Κινέζων «προδοτών» - το έγκλημα το είχε διαπράξει «Χριστια­νός»! Κατακρεουργήθηκαν αυθημερόν 41 Κινέζοι και ξένοι Χριστιανοί. Ανάμεσά τους και δυο ανυποψίαστοι Ορθόδοξοι, ένα ανδρόγυνο που θα γινόταν ο γάμος του εκείνη ακριβώς την τραγική ημέρα! Τα πρώτα θύματα της Ορθοδοξίας, που θανατώθηκαν μόνο γιατί ήταν Χρι­στιανοί! Άλλωστε, Ρωμαιοκαθολικοί ή Ορθόδοξοι, στα μάτια τού αφηνιασμένου όχλου ήταν το ίδιο! Η Σφαγή τού Τιεντσίν ήταν το πρελούδιο όσων θα συνέβαιναν τριάντα άκριβώς χρόνια μετά.



Με ρυθμό προσελεύσεως στην Ορθοδοξία από 10 μέχρι 40 Κινέζων τον χρόνο, το 1871 υπήρχαν στην Κίνα 620 Ορθόδοξοι. Εν τω μεταξύ μεταφράσθηκαν στα Κινεζικά το Ψαλτήρι και το Ευχολόγιο από τον Αρχιμ. Παλλάδιο Καφάρωφ, ενώ ο διάδοχός του στην Ιερα­ποστολή Αρχιμ. Φλαβιανός (αργότερα Μητροπολίτης Κιέβου) άρχισε να τελεί τις Ακολουθίες στα Κινεζικά. Ο ίδιος συγκέντρωσε και εξέδωσε στα Κινεζικά όσα οι προκάτοχοί του είχαν γράψει. Ο ίδιος επίσης προώθη­σε στην Ιερωσύνη τον πρώτο Κινέζο-Ορθόδοξο κληρικό π. Μητροφάνη Τσί-Σούνκ, που χειροτονήθηκε στην Ιαπωνία από τον μεγάλο Ιεραπόστολο της Χώρας τού Ανατέλλοντος Ηλίου Νικόλαο Καζάτκιν ( Άγιο), το 1880. Η απόφαση τού εικοσιπεντάχρονου Μη­τροφάνη να γίνει ιερεύς μέσα σ' ένα βεβαρυμμένο κατά των Χριστιανών κλίμα, καθώς και η συμφωνία της συζύγου του Τατιανής, είχαν a priori χαρακτήρα ηρωισμού και μαρτυρίας.



Η παρακμή της Αυτοκρατορίας, οι καθημερινές ταπει­νώσεις που δεχόταν ο Κινε­ζικός λαός από μέρους των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυ­νάμεων, που «μοίραζαν το πεπόνι» (όπως ειπώθηκε) της Κίνας μεταξύ τους υπό την προστασία των κανονιοφό­ρων, η πολιτική χρεωκοπία της Αυλής των Τσινκ και των μανδαρίνων, η υπεροψία των Ρωμαιοκαθολικών μισσιοναρίων, η έλλειψη ευγένειας και σεβασμού απέναντι στις παραδόσεις και τις κοινωνικές συνήθειες αιώνων, φούντωσαν το κύμα της λαϊκής οργής, που άρχισε να σχηματοποιείται κυρίως με τη μορφή μιας μαχητικής παραθρησκευτικής οργανώσεως με το όνομα Άι-Χό Τσουαν, δηλ. Πυγμάχοι της Νομίμου Αρμονίας, η απλούστερα «Μπόξερς», επειδή ήταν κάτοχοι των παραδοσιακών κινεζικών πολεμικών τεχνών.









Οι Μπόξερς πίστευαν ότι ενσάρκωναν ο καθένας τους κι από έναν «θεό» τού κινεζικού πανθέου, που τον καθιστούσε άτρωτο και πανί­σχυρο. Θεωρούσαν ως αποστολή τους το ξεκαθάρισμα της χώρας από τους «ξένους διαβόλους», την τιμωρία των εντοπίων «προδοτών» που άφησαν την πατρική θρησκεία κι έγιναν Χριστιανοί. Μερικοί υποστηρίζουν ότι οι Μπόξερς ξεκίνησαν ως αποκλειστικά αντιρωμαιοκαθολικό κίνημα. Πάντως ίδρυαν στρατόπεδα, έστηναν στη μέση έναν κατακόκκινο βωμό και με ορμητήριο αυτά ξεκίνησαν αρχικά ένα όργιο κατασυκοφαντήσεως όλων των Χριστιανών. Για όλα έφταιγαν οι Χριστιανοί. Για τις πλημμύρες, για τις αρρώστιες, για την πείνα, για τα πάντα! Οι θεοί ήταν θυμωμένοι εξ αιτίας των Χρι­στιανών και εξ αιτίας της μεταστροφής Κινέζων στον Χριστιανισμό, γι' αυτό κι άφηναν αναπάντητες τις προσευχές τού λαού κι εκδικούνταν!



Όταν την άνοιξη τού 1900 μεγά­λη ξηρασία εμάστιζε τη χώρα, κυκλοφορούσαν κείμενα με τα πιο τερα­τώδη μυθεύματα εναντίον των Χριστιανών, έγραφαν στους τοίχους συνθήματα όπως: «Ο νόμος τού Βούδα δεν είναι πια σεβαστός και οι Πέντε Σχέσεις της Κομφουκιανής ηθικής αγνοούνται. Έχει ξεσηκωθεί ο θυμός τού Ουρανού και της Γης και γι' αυτό δεν έρχεται βροχή. Αλλά ο Ουρανός μας στέλνει τώρα οκτώ εκατομμύρια πνευματικούς στρατιώτες για να ξεριζώσουν τις ξέ­νες θρησκείες κι όταν θα γίνει αυτό τότε θάρθη και η βροχή!». Για τους Ρωμαιοκαθολικούς ειδικά διέδιδαν από νωρίτερα ασύλληπτες σε φρικαλεότητα μυθολο­γίες, όπως λ.χ. ότι οι ιερείς τους έβγαζαν τα μάτια των ετοιμοθάνατων Κινέζων προσήλυτων και με μαγικά τε­χνάσματα και αλχημείες τα μετέτρεπαν σε ασήμι, «καθ' όσον τα μάτια των βαρβάρων [δηλ. των λευκών] ήταν ανεπιτήδεια για κάτι τέτοιο» κ.α. Αφού κατάφεραν να δημιουργήσουν το κλίμα που ήθελαν, άρχισαν απροκάλυπτα τον διωγμό. Έσερναν βίαια τους Χριστιανούς στα στρατόπεδά τους με τους βωμούς, όπου, αφού τους ανέκριναν με πολλά βασανιστήρια, τους υποχρέωναν ν' αρνηθούν την «ξένη θρησκεία», να κάψουν θυμία­μα μπροστά σε αγάλματα τού Βούδα και θεοτήτων του κινεζικού πανθέου (κάποτε και να πληρώσουν λύτρα!) ή να πεθάνουν. Η αγριότητα και τα βασανιστήρια ξεπερνούσαν κατά πολύ τόσο εκείνα της αρχαίας Ρώμης και Περσίας, όσο κι εκείνα της Οθωμανικής Τουρκίας! Οι Μπόξερς υπήρξαν αμίμητοι σε εφευρετικότητα τρόπων βασανισμού των Χριστιανών! Πολλοί υπέκυψαν. Εξώμοσαν. Αρνήθηκαν τον Χριστό. Άλλοι όχι. Υπέμειναν μέχρι θανάτου!



Από τους χίλιους περίπου Ορθοδόξους της Κίνας, αρκετοί, δυστυχώς, κατά τη μαρτυρία τού επί κεφαλής της Ρωσσικής Ιεραποστολής Αρχιμανδρίτου Ιωαννικίου, έμφοβοι μπροστά στα άγρια βασανιστήρια και τον θά­νατο, ελύγισαν κι εξώμοσαν. Μεταξύ τους και κάποια μέλη της Ιεραποστολή. Οι περισσότεροι όμως, παρά τους φρικαλέους βασανισμούς, έμειναν ακμονος στερρότεροι, αταλάντευτα προσηλωμένοι στο Χριστό και την Ορθοδοξία, ενώ περί τους τρι­ακόσιους εμαρτύρησαν.



Την 1η/14η Ιουνίου οι Μπόξερς έκαψαν τον Ναό και τα κτήρια της Ιεραποστολής στο Πεκίνο. Πρω­τομάρτυρας των διωγμών υπήρξε ένα παπαδοπαί­δι. Ο εικοσιτριάχρονος Ησαΐας, γιός τού ιερέως Μητροφάνους, στρατιώ­της που υπηρετούσε στο Πυροβολικό, μόλις έγινε γνωστό πως ήταν Χρι­στιανός, τού ζητήθηκε ν' αρνηθεί τον Χριστό και να προσφέρει θυμίαμα στα είδωλα. Αρνήθηκε. «Είμαι Χριστιανός!». Τον αποκεφάλισαν. Το ημερολόγιο έγραφε 7/20 Ιουνίου 1900. Τρεις μέρες μετά, το βράδυ της 10ης /23ης Ιουνί­ου προκηρύξεις γέμισαν τους δρόμους τού Πεκίνου που καλούσαν το λαό να σφάξει τους Χριστιανούς και φοβέ­ριζαν όσους θα τολμούσαν να φυγαδεύσουν Χριστιανούς. Ήταν η «Νύχτα τού Αγίου Βαρθολομαίου» για τους Ορθοδόξους της Κίνας.



Στις 10 η ώρα το βράδυ αυτό, εξαγριωμένοι Μπόξερς μαζί με στρατιώτες κύκλωσαν το σπίτι τού πράου, ανεξίκακου, αφιλάργυρου και καταστόλιστου με κάθε αρετή Ιερέως Μητροφάνους, όπου βρίσκονταν περίπου εβδομήντα πιστοί. Η ώρα για τον Καλό Ποιμένα είχε φθάσει. Αφού με τη βοήθεια της δεκαεννιάχρονης νύμφης του Μαρίας (μνηστής τού Ησαΐα) εφυγάδευσε όσους μπορούσαν και το ήθελαν, έδωσε με αυταπάρνηση την καλή μαρτυρία της Πίστεως, σφρα­γίζοντας με το αίμα του την αγία ιερατική του πορεία, στα σαρανταπέντε του μόλις χρόνια. Ο πατήρ Μητροφάνης σφάχτηκε με μοναδική αγριότητα κάτω από μία χουρ­μαδιά, μπροστά στο σπίτι του. Το στήθος του το έκαμαν σαν κυψέλη μελισσιού από το πλήθος των μαχαιριών που λυσσαλέα τού κατάφεραν. Ήταν σ' ένα πέλαγος θεί­ας ειρήνης και προσευχόμενος ως την τελευταία στιγμή.
Συνέλαβαν και τον εφτάχρονο γιό του Ιωάννη. Βασάνι­σαν το μικρό παιδάκι με αφάντα­στη βαρβαρότητα. Εκείνο αρνήθηκε να θυμιάσει τον Βούδα. «Είσαι πιστός του διαβόλου!», τού έλεγαν. «Είμαι Χριστια­νός!» απαντούσε. «Πιστεύω στον αληθινό Θεό!» Τού έκο­ψαν τα δάχτυλα των ποδιών, τη μύτη του, τα αυτιά του και τέλος τα χεράκια του από τους ώμους. Κατά τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, τού Προτάσιου Χάν και τού Ηρωδίωνος Χσιού (μέχρι τον διωγμό δεν ήταν Χριστιανοί· βαπτίσθηκαν αργότερα, παραδειγματισμένοι από τη γενναιό­τητα τού μικρού Ιωάννη), ο Παιδομάρτυρας τού Χριστού δήλωσε ότι δεν πονούσε, παρά τις πληγές και τον ακρωτηριασμό. «Το να υποφέρει κανείς για τον Χριστό δεν είναι βαρύ!», απαντούσε. Με την άκατάσχετη αιμορραγία διψούσε. Ζήτησε λίγο νερό. Τον κορόιδευαν και τον βρίζανε. Την επαύριο τον αποκεφάλισαν και κάψανε το λειψανάκι του πάνω σε μια τελετουργική πυρά, «προς τιμήν τού Βούδα» (!).
Αυθημερόν (11/24) μαρτύρησε και η μαννούλα του Πρεσβυτέ­ρα Τατιανή. Την αποκεφάλισαν. Έπιασαν και τη μνηστή τού Ησαΐα, Μαρία, δεκαεννιά χρονών. Είχε έρθει πριν δυο μέρες στο σπίτι τού ιερέα πεθερού της, θέλοντας να πεθάνη μαζί με την οικογένεια τού μνηστήρα της. Ο Σέργιος, ο δεύτερος γιός τού π. Μητροφάνους (επέζησε κι έγινε αργότερα ιερεύς) την επίεσε να φύγει για να σωθεί. Η απάντησή της ήταν: «Γεννήθηκα κοντά στην εκκλησία της Παναγίας και εδώ θέλω να πεθάνω!». Οι Μπόξερς τη συνέλαβαν. Τους κατηγόρησε κατά πρόσωπο ότι σκοτώνουν αθώους ανθρώπους, χωρίς δίκη, παράνομα. Τη βασάνισαν απάνθρωπα. Της τρύ­πησαν τα χέρια και τα πόδια. Την άφησαν. Ξαναήλθαν και την αποτελείωσαν. Συνέλαβαν τον Κατηχητή της Ιεραποστολής Παύλο Γουαν. Τον βασάνισαν φρικτά. Ξε­ψύχησε γαλήνια προσευχόμενος. Μαζί και η δασκάλα τού σχολείου της Ιεραποστολής Ίγια Γουέν. Υπέστη τα πάνδεινα. Ομολογούσε τον Χριστό με χαρά και με χα­μόγελο, μέσα στην κόλασι των βασανιστηρίων που της έκαναν. Φρικτό θάνατο βρήκαν, ομολογώντας ως το τέλος τον Χριστό και ο Κλήμης Κουΐ Κίν, ο Ματ­θαίος Χάι Τσουαν, ο αδελφός του Βίτ Χάι Τσουαν και η Άννα Τσούι, Αλμπαζίνοι από την πα­λαιά γενιά.
Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κείτονταν σφαγμένοι, με κομμένο τον λαιμό από το εν' αυτί μέχρι το άλλο, ακρωτηριασμένοι, κομμένοι σε φέτες. Η οσμή τού αίματος μέσα στη ζέστη τού Ιουνίου ήταν ανυπόφορη και το θέαμα που συναντούσες στους δρόμους ήταν φρι­κτότερο απ' όσο άντεχες να δεις!..
Ο Ιννοκέντιος κλή­θηκε στην Πετρούπολη, όπου χειροτονήθηκε Επίσκοπος κι επανήλθε στην Κίνα τον Αύγουστο τού 1902, για να μαζέψει ό,τι απόμεινε και να κάμει ένα καινούργιο ιεραποστολικό ξεκίνημα. Στη θέση της παλιάς Ιεραποστολής στο Πέικουαν τού Πεκίνου έκτισε τον Ναό Πάντων των Αγίων Μαρ­τύρων. Εκεί εθησαύρισε τα λείψανα τού Ιερομάρτυρος Μητροφάνους και όσων άλλων Μαρτύρων κατάφερε να εντοπίσει. Ο Ναός αυτός ισοπεδώθηκε μετά την επικράτηση τού Κομμουνισμού στην Κίνα και στη θέση του χτίστηκε η Πρεσβεία της Σοβιετικής Ενώσεως (!)...









Χαίροις Σινών Μαρτύρων πληθύς,

Θεού του ζώντος η γενναία παράταξις,

η πλάνην καταβαλούσα την βουδδικήν ανδρικώς,

και Χριστού την πίστιν ανυψώσασα,

τα άνθη τα πνέοντα, ευωδίαν την άρρητον,

νέοι αστέρες του νοητού στερεώματος,

οι τας καρδίας των πιστών καταυγάζοντες,

Κίνας το μέγα καύχημα, Ασίας αγλάϊσμα,

και στολισμός και λαμπρότης

και απαρχή προς τον Κύριον.

Αυτόν δυσωπείτε,

ταις ψυχαίς ημών δοθήναι το μέγα έλεος.







Ταίς των Σων εν Κίνα Αγίων Νεομαρτύρων, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών...







Από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία







ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com



18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011



Δεν υπάρχουν σχόλια: