Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ω τῆς ὑποκρισίας τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων!

Τοῦ N. Ἰ. Σωτηροπούλου,
θεολόγου καὶ φιλολόγου
Mέγας θόρυβος, ἰδίως ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δημοσιότητος, γίνεται ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες γιὰ τὸ φόνο μὲ μαχαῖρι ἑνὸς Ἕλληνα ἀπὸ ἄλλον Ἕλληνα. Στυγερὸ ἔγκλημα, ποὺ προκάλεσε ἀποτροπιασμὸ καὶ λύπη σὲ κάθε εὐαίσθητη ψυχή. Mόνον ἀναίσθητοι δὲν λυποῦνται, ὅταν διαπράττωνται ἐγκλήματα. Mόνον ἀπάνθρωποι δὲν συγκινοῦνται, ὅταν σκοτώνωνται συνάνθρωποι. Ὡς χριστιανοὶ εὐχόμεθα ν' ἀναπαύσῃ ὁ Θεὸς τὴν ψυχὴ τοῦ φονευθέντος συμπολίτου μας, νὰ παρηγορήσῃ τοὺς οἰκείους του καὶ νὰ δώσῃ εἰλικρινῆ μετάνοια στὸν φονιᾶ.Mέγας θόρυβος γιὰ ἕνα φόνο. Ἀλλ' ὅσοι ἔχουν εὐαισθησία καὶ αἴσθημα δικαιοσύνης ἐρωτοῦν: Γιὰ τὸ φόνο ἀπὸ ἐγκληματικὰ στοιχεῖα τεσσάρων ἀνθρώπων στὴν Tράπεζα Mαρφὶν στὴν ὁδὸ Σταδίου στὴν Ἀθήνα γιατί δὲν ἔγινε τόσος καὶ μεγαλύτερος θόρυβος; Γιὰ τὸ πλῆθος φόνων, ποὺ γίνονται στὸν τόπο μας τὰ τελευταῖα ἔτη ἀπὸ λῃστές, ἰδίως ἀλλοδαπούς, γιατί δὲν γίνεται ἀνάλογος θόρυβος; Γιὰ τὶς χιλιάδες αὐτοκτονίες λόγῳ οἰκονομικῆς κρίσεως, τὴν ὁποία δημιούργησαν ἄλλου εἴδους λῃστὲς καὶ ἐγκληματίες, πολιτικοί, γιατί δὲν γίνεται μεγάλη ἀναστάτωσι πνευμάτων, καὶ μάλιστα τοῦ δημοσιογραφικοῦ κόσμου;
Ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ μνημονεύσωμε φονικὸ ἔγκλημα ἀπίστευτης ἐκτάσεως. Mὲ νόμο, τὸν ὁποῖο ψήφισαν καὶ συντηροῦν πάνω ἀπὸ εἴκοσι ἔτη ἀνάξιοι πολιτικοί, ἀνθέλληνες καὶ ἀντίχριστοι, τὸ νόμο περὶ ἐκτρώσεων, κάθε ἔτος στὴν...
ταλαίπωρη Ἑλλάδα σφάζονται καὶ κατακρεουργοῦνται μέσα στὶς κοιλιὲς τῶν γυναικῶν μὲ ἐπιστημονικὰ μαχαίρια ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀθῷα παιδιά. Ἂν αὐτὰ τὰ Ἑλληνόπουλα δὲν φονεύονταν, ἡ Ἑλλάδα σήμερα θὰ εἶχεν Ἑλληνικὸ πληθυσμὸ διπλάσιο, ἐνῷ τώρα ἔχει τεράστιο δημογραφικὸ πρόβλημα. Kαὶ ἔπειτα ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες οἱ ἀλλοδαποὶ στὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι αὐξάνονται καὶ πληθύνονται, θὰ κατακυριεύσουν γῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ κυβερνήσουν τὴν Ἑλλάδα, ἴσως δὲ καὶ θὰ ἀλλάξουν τὸ ὄνομα Ἑλλάς… Ἐρωτοῦμε ἐντονώτατα: Γιὰ τόσο ἐκτεταμένο φονικὸ ἔγκλημα, ἔγκλημα ἐθνοκτόνο, γιατί δὲν γίνεται μέγας καὶ συνεχὴς καὶ ἀκατάπαυστος θόρυβος; Γιατί σιωπᾷ ὁ δημοσιογραφικὸς κόσμος; Γιατί δὲν ὑψώνονται φωνὲς μέχρι τὰ ἄστρα; Γιατί δὲν γίνονται συλλαλητήρια καὶ δὲν σείεται ἡ γῆ τῆς αἱματοβαμμένης Ἑλλάδος;

Oὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταὶ τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως πολιτικοὶ καὶ δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι κόπτεσθε διὰ φόνον ἕνα, καὶ δὲν συγκινεῖσθε διὰ φόνους ἑκατομμύρια! Mαρὰν ἀθᾶ. Ὁ Kύριος ἔρχεται καὶ θὰ ποιήσῃ τὴν κρίσιν του.

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Ντοκιμαντέρ: Άγιος Δονάτος ο Θαυματουργός. Ο Βίος, τα Θαύματα και το Ιερ...

Οι συμμετέχοντες στην Έκθεση φωτογραφίας «Το Άγιον Όρος των προσκυνητών» της Αγιορειτικής Εστίας

Στα πλαίσια ενός προγράμματος συνεργασίας της Αγιορειτικής Εστίας με τις Δημοτικές Κοινότητες και τα Πνευματικά Κέντρα του Δήμου Θεσσαλονίκης φιλοξενούν μια σειρά από εκθέσεις με θέμα το Άγιον Όρος. Από τη 1η έως 10η Οκτωβρίου 2013 στην Αίθουσα «Μαρία Γεράρδη-Πασσαλή», (Π. Συνδίκα 24) θα λάβει χώρα η έκθεση με θέμα: «Το Άγιον Όρος των προσκυνητών».  Το φωτογραφικό υλικό της έκθεσης προέρχεται από 23 φωτογράφους από 7 χώρες, έλληνες και μη, ορθόδοξοι, ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι, προσκυνητές, επισκέπτες, διακεκριμένοι φωτογράφοι και ερασιτέχνες, ανάμεσα στις χιλιάδες των επισκεπτών του Αγίου Όρους, φωτογραφίζουν, γράφουν εντυπώσεις, συνομιλούν με τους Μοναχούς, ψηλαφούν αυτό τον μοναδικό κόσμο της αφιέρωσης, της μοναξιάς, της ιστορίας, της παράδοσης, του πολιτισμού και του πνεύματος. Το Άγιον Όρος με τα μάτια των προσκυνητών φωτογράφων εκπλήσσει για τον πλούτο των εικόνων, την ποιότητα και την τεχνική μοναδικών φωτογραφιών. Ανάμεσα τους διακρίνονται τα έργα επωνύμων ελλήνων και ξένων φωτογράφων, όπως των Zbigniew Kosc (Ολλανδία), Φώτη Μαβρουδάκη ( Ελλάδα), Patrick Barnes (ΗΠΑ), Κωνσταντίνο Δημιζά (ΗΠΑ), Τάκη Ζερβουλάκου (Ελλάδα).>Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στην Έκθεση φωτογραφίας «Το Άγιον Όρος των προσκυνητών» που διοργανώνει η Αγιορειτική Εστία από 1-10 Οκτωβρίου στην  Αίθουσα «Μαρία Γεράρδη-Πασσαλή», (Π. Συνδίκα 24), στη Θεσσαλονίκη.
ATHANASIADIS CEORGIOS

ΣΟΥΗΔΙΑ

BARNES PATRIK

ΗΠΑ

Fr. EDWARDS GREGORY

ΗΠΑ

KAMPS BAS

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

KOSC ZBIGNIEW

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

MOROS SEBASTIAN

ΑΙΓΥΠΤΟΣ

SERKO PETER

ΗΠΑ

SMITΗ DAVID

ΑΓΓΛΙΑ

TISHEL MICHAEL

ΗΠΑ

TRATTNIG DAVID

ΑΥΣΤΡΙΑ

VOOGD HERMAN

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

VOOGD WIM

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ ΕΥΤΥΧΙΟΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ ΑΛΕΚΟΣ

ΕΛΛΑΔΑ


ΔΗΜΙΖΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΗΠΑ

ΖΕΡΒΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΖΕΡΒΟΥΛΑΚΟΣ ΤΑΚΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΚΟΝΤΣΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΜΑΥΡΟΥΔΑΚΗΣ ΦΩΤΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΝΕΖΤΕΚΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

ΕΛΛΑΔΑ

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

ΕΛΛΑΔΑ

πηγή

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟ ΜΩΡΑΙΤΙΔΗ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟ ΜΩΡΑΙΤΙΔΗ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟ Ἔζησε τὴν ζωή του καὶ ποτὲ δὲν ἐλησμόνησε πὼς ἦταν ἕνας παροδίτης καὶ ποτὲ δὲν πῆρε τὴν προσοχή του ἀπὸ τὴν ἀναμενόμενη πρόσκληση τοῦ κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νὰ καθαρίζῃ τὴν ψυχή του καὶ σιγὰ σιγὰ ἄρχισε νὰ ἀπαρνιέται τὰ ἐγκόσμια. Τώρα πιὰ δὲν εἶναι ὁ λογοτέχνης ποὺ δούλευε τὸν τρόπο τῆς ἔκφρασής του. Εἶναι ὁ πιστὸς ποὺ ἀναζητεῖ καὶ στὸν λόγο του μιὰ πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ὁ τεχνίτης τοῦ λόγου μὲ τὸν πιστό. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν τὰ ἄλλα βιβλία καὶ ἄρθρα του, ὁ καημός του εἶναι νὰ τυπωθῇ ὁ τόμος τῶν 400 σελίδων ποὺ μὲ πλούσια σχόλια ἀφιέρωσε στὶς ὁμιλίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὶς ἀφιερωμένες στοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ, καθὼς καὶ στὰ ἀφιερωμένα στὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο (Ναζιανζηνό), «Παρθενίας ἐγκώμιον» κ.ἄ.. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες μελέτες του καὶ ἀγκιστρώνεται στὰ Πατερικὰ κείμενα καὶ σὲ ὕμνους πρὸς τὸν Δημιουργό. Στὴν ἄκρη ἡ κλασσικὴ φιλολογία, ὅπου τὸ πᾶν εἶναι ἐνσυνείδητο, τὸ πᾶν ὑποβάλλεται κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς λογικῆς. Τὸν ἐνδιαφέρει ὁ θρησκευτικὸς ὕμνος, τὸ θυμίαμα, ἡ προσευχή, τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα, ἡ «εἰς Κύριον ἀποδημία». Δυστυχῶς, ὁ θησαυρὸς τῶν ἔργων του, παράδεισος σωστός, ἔμεινε ἀθέατος ἀπὸ τοὺς πολλούς.
Ὡς καθηγητὴς στὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει ὑποχρεωτικὰ στὴν Ἀθήνα. Ἡ μόνη ἀπόλαυσή του εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται τὰ σκιαθίτικα καράβια στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Πατώντας τὴν κουβέρτα τῶν καραβιῶν τῆς πατρίδας του, ἔχει τὴν συναίσθηση πὼς πατεῖ τὰ ἀγαπημένα χώματά της. Ἔτσι «Τοῦ βοριᾶ τὰ κύματα», ποὺ ἔγινε καὶ τίτλος τοῦ βιβλίου του, τοῦ φέρνουν τὰ χαιρετίσματα ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του νησί.
Τὸ 1900 φεύγει ἀπὸ τὴν δημόσια ὑπηρεσία. Στὴν οὐσία παύθηκε ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν χρήματα νὰ πληρωθῇ. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ παντρεύτηκε μὲ τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη, ποὺ τὴν γνώρισε στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Τὴν βαθειά του πίστη τὴν μεταβίβασε καὶ στὴν γυναίκα του, ποὺ μαζί της πρὶν ἀκόμα παντρευτοῦν, γύριζαν μαζὶ στὶς ἐκκλησίες. Κι ὅταν παντρεύτηκαν στὸ σπίτι τους ἔβαλαν εἰκόνες καὶ κεριά, προσεύχονταν μαζί, ἔψελναν τὸν ἑσπερινό. Κάποτε μιὰ γριὰ Σκιαθίτισσα πῆγε στὴν Αἰδηψὸ γιὰ νὰ κάνῃ λουτρά. Ἔμαθε πὼς ἦταν ἐκεῖ ὁ κυρ-Ἀλέκος μὲ τὴν γυναίκα του, νιόπαντροι, καὶ πῆγε νὰ τοὺς δῇ. Τοὺς βρῆκε νὰ κάθονται στὸ δωμάτιο ποὺ εἶχαν νοικιάσει τὴν ὥρα ποὺ ἔψελναν ἑσπερινό. Ξαφνιασμένη τοὺς ρώτησε: «Ὁσπιτεύετε ἢ καλογερεύετε;».
Λένε πὼς δὲν εἶχαν ἄλλο δεσμὸ μεταξύ τους ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶχαν συναναστροφὲς μὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Μωραϊτίδης γλιστροῦσε ἀθόρυβα καὶ βιαστικὰ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ τὴν ἀπεριποίητη βιβλική του γενειάδα, γιὰ νὰ γίνη ἄφαντος νὰ χωθῇ γρήγορα στὸ ἱερὸ τοῦ σπιτιοῦ του μὲ τὰ μανουάλια καὶ τὰ ψαλτήρια, ὅπου ἱερουργοῦσε σὰν παπᾶς σὲ ἐρημοκκλήσι. Καὶ ἡ ἀγαπημένη του γυναίκα δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ταπεινὴ ἐκκλησάρισσα στὸν μικρὸ ἐκεῖνο καὶ παράδοξο ναό. Τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχε ἐνδυθῆ τὸ μοναχικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀθανασία.
Ὁ θάνατος τῆς συμβίας του
Δὲν κράτησε ὅμως πολὺ ἡ συμβίωσή τους ἐκείνη. Ἡ γυναίκα του, μοναχὴ Ἀθανασία, πεθαίνει καὶ αὐτὸ τὸν βυθίζει σὲ μεγάλο πένθος καὶ σὲ μεγαλύτερη σιωπή.
Σὲ μιὰ ἐπιστολή του μὲ ἡμερομηνία 30-10-1915, ἀπὸ τὴν Σκιάθο πρὸς τὴν Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὴν Θεοδώρα, μὲ τὴν ὁποία συνδέθηκε πνευματικά, θὰ γράψῃ ἀναφερόμενος στὸν θάνατο τῆς συζύγου του:
«Ὁ θάνατός της ὑπῆρξε κοίμησις, ἐλαφρὰ μετάστασις ἀπὸ μίαν ζωὴν εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν μοῦ λέγεις, πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολαύσω ἐγὼ αὐτὸ τὸ μακάριον τέλος; Διαβάζω ὡσὰν νὰ ἔχω στάδιον ἐμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε καὶ σκέψεις διαφόρους. Κι ἐκεῖ ὁποὺ διαβάζω, π.χ. πόσα ἔτη ταλαίπωροι σᾶς μένουν; Τί προσμένετε; Ἡ ζωή μας εἶναι 70 ἢ 80 τὸ πολὺ ἔτη. Τότε ἑξαφνιάζομαι ὡσὰν ἑξαφνιάζεται ἕνας εἰς τὸν ὕπνον του ἀπὸ ἕνα ράπισμα κατ᾿ ὄναρ.
Ἑξαφνιάζομαι καὶ βλέπω ὅτι 5 χρόνια μοῦ μένουν, ἂν μοῦ μένουν καὶ αὐτά. Καὶ μένω ἄναυδος. Ἀλλ᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμνω; Νὰ μένω ἄναυδος; Πρέπει νὰ τρέξω, νὰ ἀρράξω εἰς ἕνα ἥσυχον λιμένα ὅπου τα 5 αὐτὰ χρόνια νὰ ἐπισκευάσω τὸ καράβι μου νὰ τὸ ἔχω ἕτοιμον διὰ τὸ ταξείδι τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὁ νοῶν νοείτω....»
Σὲ ἄλλο ὀκτασέλιδο γράμμα γράφει:
«Νύκτα τῶν Χριστουγέννων 1915.
Ἀγαπητὴ ἐν Χριστῷ ἀδελφὴ κυρία Θεοδώρα.
...Δὲν πρέπει νὰ παραξενεύεσθε διὰ τὴν ἀδυναμίαν μου τὴν σωματικήν, διότι τὸ πένθος ὡς εἶπας ἦτο, ναὶ ἦτο βαρύτατον. Καὶ μόνον ὁ θάνατος θὰ τὸ ἐξαλείψῃ μὲ σπαραγμόν. Βιάζομαι νὰ χωνεύω τὴν θλίψιν, καὶ αὐτὸ φαίνεται βλάπτει σωματικῶς· εἶναι ὅμως τώρα πολὺ ἐλαφρότερον, καὶ νὰ σοῦ τὸ παραστήσω κάπως αἰσθητῶς, φαντάζομαι ὅτι ἡ μακαρία Ἀθανασία μου κάπου ἀποδημεῖ καὶ μὲ περιμένει νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ».
Τὸ 1907 ἐπισκέπτεται τὸ Μέγα Σπήλαιο. Ἐκεῖ πέφτει καὶ χτυπᾶ τὸ πόδι του. Ὑποχρεώνεται ἀπὸ αὐτὸ νὰ μείνῃ ἀκίνητος ὡς τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1908 στὴν κλινικὴ καὶ στὸ σπίτι του στὴν Σκιάθο. Οἱ συνθῆκες διαβίωσής του εἶναι τραγικές. Τὶς ἀπαριθμεῖ σὲ ἐπιστολές του πρὸς τὴν ἴδια Ἡγουμένη μὲ ἡμερομηνίες 8 καὶ 11-10-1916.
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1916
Θεοπεφιλημένη μου καὶ περιπόθητος ἀδελφὴ ἐν Χριστῷ.
Θύελλα καὶ ἀστραπαὶ καὶ κακοκαιρίαι καὶ βρονταί· ἡ στέγη τοῦ κελλίου μου σείεται διότι εἶναι ὑπὸ τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ ἐν τῇ κορυφῇ τῆς πόλεως. Εἶναι 8 ἡ ὥρα περίπου τὸ βράδυ· μοῦ ἔφεραν τὸ κατσαρολάκι μὲ ζωμὸν ἀπὸ πικραλίδας, οὕτω λέγουν ἐδῶ τα ραδίκια τοῦ βουνοῦ. Τὰ παράθυρα φεγγοβολοῦν ἀπὸ τὰς ἀστραπάς. Ἤρχισε βροχή. Καὶ ὡς φαίνεται θὰ διαρκέσῃ ὄχι μόνο τὴν νύκτα ἀλλὰ καὶ ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ καιρὸς εἶναι νότιος θερμός. Ὅταν εἶναι κρύο καὶ βορρᾶς, καταβαίνω κάτω εἰς ἓν δωμάτιον (ὅπου καὶ κοιμῶμαι τώρα), τὸ ὁποῖον εἶναι σωστὸν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον ἀπὸ τὴν κανδήλαν τῶν ἁγίων.
Ἐψάλαμεν ἀπόψε τὸν ἑσπερινὸν τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας. Ἔφερα μαζί μου καθὼς καὶ πέρυσι τὴν ἁγίαν εἰκόνα των καὶ τὴν ἐστόλισα μὲ ὡραῖα λουλούδια, κρίνα τῆς ἐρήμου κατὰ τὸ τροπάριον, πάλλευκα καὶ κάτι ἄλλα τῆς ἐποχῆς χρῶμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν ἐδῶ. Θαῦμα τῶν ὁσίων. Διότι χωρὶς νὰ τὰ παραγγείλω, χωρὶς ἄλλην φορὰν νὰ μοῦ φέρουν, ἄγνωστος γυναίκα μοῦ τὰ ἔφερε χθὲς βράδυ ἀπὸ τὸ βουνὸ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μοῦ τὰ ἔδωσε, λέγει, ἡ ἀδελφή σου, ὄχι αὐτὴ ποὺ συγκατοικῶ, ἀλλ᾿ ἄλλη ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει πὼς ἔχω τὴν πανήγυριν καὶ τὴν εἰκόνα τῶν ὁσίων προφανῶς. Καὶ εἶναι κρίνα λευκὰ ποὺ εἰς τὸ χωρίον δὲν ἔχει κανείς. Καὶ ἦσαν πολλὰ κρίνα καὶ εὐωδίαζαν. Ἂν προφθάσω θὰ θέσω μέσα εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν ἁγίαν εἰκόνα.
Τὸ μεσημέρι μετὰ τὸ φαγητὸν μόνος μου ἔπλεξα τὸ στέφανον καὶ εἰς τὰς 4 περίπου τὸ ἐπῆγα εἰς τὴν ἐκκλησίαν μετὰ τῆς εἰκόνος καὶ τὴν ἐτοποθέτησα καταλλήλως. Ὁ ἑσπερινὸς διήρκεσε 1,30 ὥρα· μέγας ἑσπερινός. Ἂν ὑπῆρχε ἀλεύρι θὰ ἔκαμνα ἀρτοκλασίαν, ἀλλὰ εἶναι νηστικοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ περιμένουν αὔριον τὸ ἀτμόπλοιον. Τώρα ὅπου γράφω οἰκονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον μὲ παρακλήσεις πολλάς.
Βοήθειά μας οἱ ὅσιοι!»
Καὶ ἡ δεύτερη ἐπιστολή:
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1916
Στεροῦμαι χειμερινοῦ οἰκήματος. Κοιμοῦμαι τώρα εἰς ὑγρὸν σπηλαιῶδες δωμάτιον καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ βλάπτει πολὺ ἡ ὑγρασία.
Πῶς ἐβάσταζαν οἱ Ὅσιοι εἰς τοὺς λάκους; Αὐτοὺς συλλογίζομαι καὶ ὁ νοῦς μου σαλεύεται. Διὰ νὰ ἵσταμαι ὀλίγον, διότι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν καταγμάτων συνήθισα εἰς τὸ καθῆσθαι ἀείποτε, ἐπενόησα ἕναν κρεμαστήρα ὅπου τὸν ἔχω διὰ νὰ γυμνάζω τὴν θραυσμένην μου δεξιὰν - τρία χρόνια παρημέλησα τώρα καὶ αἰσθάνομαι βάρος ὕποπτον καὶ ὡς ρευματικόν. Λοιπὸν κρεμῶμαι καὶ λέγω τὸ μεσονύκτιον, τὸν Ἑξάψαλμον, τὰς Ὠδὰς καὶ ὅσα γνωρίζω ἀπὸ στήθους...».
Ἡ βράβευσή του
Τὸ 1928 ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸν ἀνακηρύσσει ὁμόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ὁ Μωραϊτίδης οὔτε ποὺ πῆγε νὰ παραστῇ στὴν ἐκλογή του. Ἀρκέστηκε σὲ μιὰ εὐχαριστήρια ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας.
Ζοῦσε ἀποσυρμένος, παντελῶς ξένος πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὁ ἀσκητισμός του ἦταν αὐστηρός. Συγγένευε μὲ ἐκείνων τῶν πρώτων ἀναχωρητῶν. Ἡ χριστιανικὴ ταπείνωση δὲν ἦταν ἄδεια λέξη γι᾿ αὐτόν. Τὴν εἶχε ντυθῆ κατάσαρκα ἡ ψυχή του. Καταδίκασε στὴν ψυχή του τὴν ἐγκόσμια ζωὴ γιὰ νὰ βρῇ λύτρωση στὴν σιωπὴ τῆς ἔκστασης, στὴν οὐρανοπολιτεία τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου θὰ ἀντάμωνε Ἐκεῖνον. Διψοῦσε γιὰ ἀλήθεια ἐσωτερική. Ἄκουε τὴν φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν Μάρθα ὅτι: «ἑνός ἐστι χρεία». Ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, παίρνει τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάζεται Ἀνδρόνικος. Γιὰ μιὰ ἁπλὴ ἀλλαγὴ ρούχων πρόκειται, γιατὶ ὁ Μωραϊτίδης δὲν ἔγινε τότε μοναχός, ἦταν μοναχὸς καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀναφέρονται στὰ πιὸ αὐστηρὰ μοναστήρια. Ἁπλὰ ἔδωσε τὴν ἐξωτερικὴ φόρμα στὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του.
Ἡ κουρά του ἔγινε στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Σκιάθου. Μὲ μεγάλη χαρὰ ντύθηκε τὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα» γιὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸν νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα γράμμα του ποὺ ἔστειλε λίγες μέρες ἀργότερα σὲ μιὰ εὐλαβικὴ κυρία τῶν Ἀθηνῶν καὶ δημοσιεύθηκε στὴν «Ἑστία», νομίζει κανεὶς πὼς εἶναι γραμμένο ἀπὸ καθολικὴ παρθένα δεκατεσσάρων ἐτῶν, ποὺ ἔκαμε τὴν πρώτη μετάληψή της καὶ διηγεῖται σὲ μιὰ φιλενάδα της τὴν χερουβικὴ τελετή. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μωραϊτίδης μὲ ἕνα παρθενικὸ ὕφος μιλάει γιὰ τὰ ράσα του, ποὺ τοῦ στέκανε ὡραία, γιὰ τὶς καμπάνες τῆς ἐκκλησίας, ποὺ σήμαιναν χαρμόσυνα, γιὰ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἐκκλησιάσματος, ποὺ δὲν χόρταιναν νὰ τὸν καμαρώνουν μέσα στὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα».
Καὶ στὴν παραπάνω Ἡγουμένη Θεοδώρα θὰ γράψῃ στὶς 16-9-1929:
«Σήμερον εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος...».
Ὁ θάνατος τοῦ Ἀνδρόνικου-Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη ἦρθε στὶς 25 Ὀκτωβρίου 1929. Πέθανε σὰν τὸν Τολστόϊ σὲ ἕνα μοναστήρι. Μιὰ καλόγρια τοῦ ἔκλεισε τὰ μάτια. Ἔτσι πέρασε στὴν γαλήνη τῆς αἰωνιότητας «εἰς προϋπάντησιν τοῦ Σωτῆρος», ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ, ΤΟ ΝΕΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ.



Ιστορικά ανεγνωρίσθη το μοιραίο λάθος του κομμουνισμού, ο οποίος προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο χωρίς την προηγούμενη αλλαγή του ανθρώπου. Ο Οικουμενισμός είναι η προσπάθεια αλλαγής του ανθρώπου. Γι’αυτό και στηρίζεται στην ανθρωπολογία. Ο Κομμουνισμός στηρίχτηκε στο σύστημα και στην μέθοδο του Χέγκελ. Ο Οικουμενισμός βασίζεται και αυτός στον Χέγκελ. Από τον Χέγκελ πηγάζει και η σύγχρονη εσχατολογια. ΤΟ ΤΕΛΟΣ, Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. Ο οικουμενισμός ξεκινά από τους Ρώσους διανοούμενους, οι οποίοι ωρίμασαν διανοητικά με τον Γερμανικό ιδεαλισμό, υπηρέτησαν με πάθος την καταστροφική κομμουνιστική ουτοπία και αντέστρεψαν το κέντρο της, πίστεψαν ότι η αλλαγή μπορεί να προέλθει μόνον από την πίστη, όχι από την εργασία. Αυτοί οι Ρώσοι Θεολόγοι της διασποράς θεμελίωσαν και την Β Βατικάνειο σύνοδο, η οποία ανέλαβε την πραγματοποίηση αυτής της αλλαγής της πίστεως. 
 
Σήμερα η αλλαγή αυτή κατέκτησε τους νεαρούς Έλληνες θεολόγους μέσω των γραπτών του Γιανναρά και του Ζηζιούλα και δρομολογείται από τον Βαρθολομαίο. Το κεντρικό σημείο της ανθρωπολογίας του Γιανναρά είναι η ερμηνεία του προσώπου σαν τρόπου ζωής, κατ’αναλογίαν των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος που είναι τρόποι υπάρξεως! Δεν μας είπε μέχρι σήμερα ποιος είναι ο τρόπος υπάρξεως του Πατρός και πώς τον γνώρισε! Εάν είναι η αγάπη, τότε δεν είναι των υπολοίπων; Αγάπη είναι μήπως, ότι φέρνει στην ύπαρξη τον Υιό και το Πνεύμα; Ότι τους δίνει το Είναι; Υπάρχει δηλαδή ο χρόνος ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος; Εάν δεν υπάρχει και είναι παρ’όλα αυτά Πατήρ, είναι διότι δεν ενσαρκώθη και επομένως αυτός ο άγνωστος και αόρατος Θεός, όπως τον δίδαξε ο Βαρλαάμ ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, υποστηρίζει τους άπειρους τρόπους της αγάπης, την απόλυτη ελευθερία, την ουσία του ανθρώπου σύμφωνα με τον Γερμανικό ιδεαλισμό; Αγάπα και κάνε ό,τι θές; 
Το κεντρικό σημείο του Ζηζιούλα είναι η εκκλησιολογία! Μία Εκκλησιολογία η οποία στηρίζεται στην σύνθεση Χριστολογίας και Πνευματολογίας. Η Εκκλησιολογία είναι μία ιδιαίτερη σύγχρονος ιδεολογία η οποία σημαίνει την ικανότητα ανανεώσεως και μεταρρυθμίσεως της Εκκλησίας, εκμοντερνισμού της, ώστε να μπορεί να απαντά στα προβλήματα της εποχής μας, δηλαδή στον ατομικισμό. Στηρίζεται στην έννοια του κέντρου. Διεκδικεί τα δικαιώματά της από την ιδρυματική θεσμική διάσταση της Εκκλησίας. Η εκκλησιολογία του Ζηζιούλα σύμφωνα με την κενοδοξία του, ανακεφαλαιώνει την σωτηρία. Όπως πραγματοποιήθηκε με τον Κύριο. Είναι μία λογική εκδοχή του παραλογισμού του Μυστικισμού του Νίτσε. Στην θέση τού Ζαρατούστρα υπάρχει ο Επίσκοπος. Αυτή η λογική που ανιχνεύεται στο σύστημα του, οφείλεται στον θετικό μυστικισμό του Σολόβιεφ και του Μπουλγκάκοφ. Ο επίσκοπος του είναι η ενσάρκωση της Σοφίας. Της τέταρτης υποστάσεως, όπως την δίδαξε ο Μπουλγκάκοφ, αλλά και ο Μπερντιάεφ, ο οποίος δίδαξε την ελευθερία σαν άκτιστη τέταρτη υπόσταση. Στην πραγματικότητα, χαμένοι στο χάος της θεοσοφίας, του αποκρυφισμού και της Καμπάλα που κυριαρχούν στην Δύση, έδωσαν υπόσταση στον Διάμεσο, στο μέντιουμ του πνευματισμού. Μεγάλος πνευματιστής υπήρξε κατ’αρχάς ο Σολόβιεφ και το αγαπημένο του άθλημα ήταν να σηκώνει τραπέζια. Τέτοιες αθλητικές ιστορίες υπάρχουν και στον Σμέμαν, ο οποίος για να αγιάσει τα δώρα, τα σηκώνει μέχρι την Βασιλεία! Σηκώνει όλη την Ιερή Τράπεζα. Και καλύπτει τις πηγές του χρησιμοποιώντας την λέξη υψώνεται! Όλοι αυτοί οι πνευματιστές μιλούν με τον Θεό, βρίσκονται σε διάλογο μαζί του, όπως οι κλασσικοί πνευματιστές μιλούν με τα πνεύματα των νεκρών. Όσο απίστευτο και αν φαίνεται, στην Ελλαδική Ορθοδοξία, αυτή η ύβρις, προσελήφθη σαν Θεολογία. 
Στην Σύναξη αρθμ 127, υπάρχει ένα πολύτιμο κείμενο του Γιαγκάζογλου, αφιερωμένο στην Εκκλησιολογική σύνθεση τού  Ζηζιούλα. Ο Γιαγκάζογλου ανήκει στον στενό κύκλο του Ζηζιούλα. Σ’αυτούς που απευθύνει συχνά-πυκνά το ερώτημά του ο Ζηζιούλας: Τι λένε οι άνθρωποι ότι είμαι; Σ’αυτούς λοιπόν που απαντούν με μία φωνή: ο μεγαλύτερος εν ζωή Θεολόγος! Εδώ που τα λέμε γέρασε κιόλας, άρχισε να καλεί για κριτή του τον χρόνο, που τρώει τα παιδιά του. 
Όπως έλεγε και ο Κόντογλου λοιπόν, ο μοναχισμός δεν είναι τόπος, είναι τρόπος, χωρίς να καταλαβαίνει πώς ευνοούσε τα ιδιόρρυθμα μοναστήρια, ένα μεταβατικό στάδιο του μοναχού στον δρόμο του για την έρημο , παρομοίως και ο Ζηζιούλας μας παροτρύνει στο ιδιόρρυθμο, πέραν του Καλού και του Κακού: «Η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένα καθίδρυμα. Είναι τρόπος υπάρξεως, ένας τρόπος του Είναι» προσδίδοντας Είναι στον Θεό, στα ίχνη του Ακινάτη! «Το μυστήριο τής Εκκλησίας, ακόμη και στην ιδρυματική-θεσμική του διάσταση συνδέεται βαθειά με το Είναι του ανθρώπου, με το Είναι του κόσμου, και με αυτό το Είναι του Θεού» Υψώνοντας την Εκκλησία, σε νέα πανθεϊστική οντότητα: Υπερβαίνοντας τον πανθεϊσμό της ενυπάρξεως, με τον υπερβατικό πανθεϊσμό της Εκκλησιολογίας. 
Ο Οικουμενισμός για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, προσδοκά να αλλάξει και να μεταρρυθμίσει την θεσμική –ιδρυματική Εκκλησία. Όπως το δοκίμασε στον καιρό του ο Προτεσταντισμός. Καταστρέφοντας και καταργώντας τα Μυστήρια, εφόσον καταργεί την άφεση των αμαρτιών και εφόσον ο Επίσκοπος απλώς παρίσταται. 
Οι Οικουμενιστές είναι η αναβίωση των αριστερών και οι αντι-οικουμενιστές των δεξιών, στην Εκκοσμίκευση, ή στην πολιτικοποίηση της Εκκλησίας. Εκσυγχρονιστές και συντηρητικοί με όπλο τους τους κανόνες, κατασπαράσσονται ξανά σ’έναν θρησκευτικό εμφύλιο, χωρίς να υποπτεύονται ότι η Εκκλησία ανήκει στον Κύριο και στους Αγίους Του. Οι οποίοι φέρουν την αλλαγή και την ανανέωση τής διδασκαλίας, υπακούοντας στον Λόγο του Κυρίου, όπως μας φανέρωσε ο Άγιος Σιλουανός. 
Πρίν ολοκληρώσουμε τον πρόλογό μας στην εργασία του Γιαγκάζογλου που προαναφέραμε, ας σημειώσουμε πώς ο Παπισμός είναι η ιστορική εφαρμογή τού αιτήματος και της ανησυχίας των μαθητών του Κυρίου, για το ποιος θα κάθεται στα δεξιά Του. Στον δεξιό θρόνο.  Αντιπροσωπεύει την δαιμονική μάχη του δευτέρου. Όπως την βίωσε και ο Νίτσε, ο οποίος ξεσκεπάζοντας την κατσαρόλα, μας φανέρωσε ότι η μάχη για τον δεύτερο, καταλήγει στην εχθρότητα για τον Πρώτο. Ο Παπισμός γέννησε την μεγαλύτερη πνευματική ασθένεια της ιστορίας μας, ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΊΑ, διότι ξέχασε ότι ο Κύριος είναι ο τελευταίος, δεν είναι ο πρώτος. Από την μεγαλομανία αυτή πάσχει και το σύνολο σχεδόν του σημερινού κλήρου. Αυτός είναι ο καταραμένος κληρικαλισμός που εμποδίζει την είσοδο των πιστών στην Βασιλεία. 
Ο Κύριος μάχεται ακόμη για την σωτηρία του απωλολότος, δεν κάθεται στον θρόνο Του, στους ουρανούς όπως τον φαντάζεται ακόμη και ο Ζήσης, ακόμη και ο Σαράντος. 
Συνεχίζεται 

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΤΖΑΡΙΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ


Του κ. Ανδρέα Κυριακού



Στη μυθική Κολχίδα, την Ιβηρία, στις ακτές του Ευξείνου Πόντου συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια ένα ακόμη θαύμα. 



Πριν το εξιστορήσουμε ας κάνουμε μια σύντομη γεωγραφική ενημέρωση. Γύρω από την πόλη Μπατούμι (Βατούμ) υφίσταται η αυτόνομη Δημοκρατία της Ατζαρίας (Ατζαρα) που από το 2004 αποτελεί τμήμα της Γεωργίας. Στα νότια της βρίσκονται τα τουρκικα σύνορα (συνορεύει με τον Πόντο), ενώ στα ανατολικά και βόρεια η Γεωργία. Δυτικά βρίσκεται ο Εύξεινος Πόντος. Οι κάτοικοι είναι γύρω στις 400.000 και μιλούν μια διάλεκτο της Γεωργιανής γλώσσας.



Στά 1991, όταν διαλύθηκε η ΕΣΣΔ, οι κάτοικοι δήλωσαν κατά 75% μωαμεθανοί. Μάλιστα τους κυβέρνησε στην αυτοανακυρηχθείσα “ανεξάρτητη” δημοκρατία ο μωαμεθανός Ασλαν Αμπασίτζε, που αναδείχθηκε δικτάτορας μέχρι το 2004, οπόταν αποφάσισαν να ενταχθούν στο κράτος της Γεωργίας σαν αυτόνομη δημοκρατία.



Το θαυμαστό της υπόθεσης είναι ότι, ενώ στα 1991 οι περισσότεροι κάτοικοι δήλωναν μωαμεθανοί, το 2006 βρέθηκαν 63% να είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και σήμερα (2013) τα 75% δηλώνουν Ορθόδοξοι!



Πώς έγινε αυτο το θαύμα; 



Απλούστατα επέστρεψαν μαζικά (κι η επιστροφή όπως δείχνουν οι στατιστικές συνεχίζεται) στην πίστη των πατέρων τους. 
Κατά το Δεκέμβριο του 2012 ο μητροπολίτης του Μπατούμι Δημήτριος ανέφερε σε συνέντευξη του ότι όταν διορίστηκε εφημέριος στο Μπατούμι στα 1986 υπήρχε στήν πόλη μόνο μια ορθόδοξη εκκλησία. Στις 13 Μαίου 1991 επέστρεψαν μαζικά στήν Εκκλησία 5.000 μωαμεθανοί κι άθεοι. Το ίδιο έτος η Εκκλησία άνοιξε στο χωριό Χύλο εκκλησιαστικό λύκειο επ’ ονόματι του Αποστόλου Ανδρέου, το πρώτο εκκλησιαστικό λύκειο στην ΕΣΣΔ.



Ο μητροπολίτης ανέφερε ότι οι Ατζαροι προσηλυτίστηκαν στο μωαμεθανισμό με τη βία, την διά του ξίφους πειθώ! Ομως παρέμειναν κρυπτοχριστιανοί στην πραγματικότητα. Συνέχισαν να φορούν σταυρό, έβαφαν κόκκινα αυγά το Πάσχα και διατηρούσαν εικονίσματα στα σπίτια τους. 
Πολλοί ιερείς προέρχονται από Μωαμεθανικές οικογένειες. Ο διευθυντής του εκκλησιαστικού λυκείου είναι εγγονός μουλλά.



Πώς εξηγεί τη μαζική αυτή επάνοδο στην Εκκλησία; “Είναι θέλημα Θεού. Είναι θαύμα του Θεού”.



Ενώ εμείς ασχολούμαστε με τις μικρότητες μας [...] ο Θεός με δρόμους και τρόπους που μόνο αυτός ξέρει φέρνει ανθρώπους στην Εκκλησία.



Κατανοείτε ότι επέστρεψαν στην Εκκλησία 200.000 αδελφοί μας από την αυχμηρή έρημο του μωαμεθανισμού; “Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου”. 



“Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν”. 
Γιατί θυμήθηκα τη ρήση του Ιερού Χρυσοστόμου [εικ.]; Διότι στά μέρη εκείνα παρέδωσε το πνεύμα του, στα Κόμανα
Οι προσευχές τόσων Αγίων, των χιλιάδων μαρτύρων της Γεωργίας, δεν γίνονται εις μάτην.  

Περισσότερα (αγγλικά) εδώ.
Επισκεφτείτε και τις ενότητές μας Από Ισλάμ & Ορθόδοξη Γεωργία.
Διαβάστε επίσης στο άρθρο Χριστιανικά θαύματα σε μουσουλμάνους, το κεφ. 9: Ο άγιος Ηλίας Διαμαντίδης, ο Μυροβλύτης, που τιμάται ως άγιος στο Βατούμ.

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

Στις 27 Σεπτεμβρίου / 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι. 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. 

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζ
ί με τον Καποδίστρια, ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του. 

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια. 
Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση. Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός. 

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό. 

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική. Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας». 

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του. 

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες. 

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής. 

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος. 

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα. 

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε: 

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε! 

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του: 

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα». 

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε: 

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!». 

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και του το δάγκασε με λύσσα. 

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα. 

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!… - νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο. 

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο. Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση. 

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου. 

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο. Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι. 

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια. 

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη. 

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί, βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου. 

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί. 

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου)

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831. Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.

Κώστας Καιροφύλας Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.