Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Πατρών Χρυσόστομος: ''Όλα αυτά τα φωνάζουμε για τους υπηρέτες των ξένων συμφερόντων''

Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr 
6444
Του Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσοστόμου
Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821, η Τριπολιτσά έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων, οι οποίοι υπό τον Αρχιστράτηγο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη εισήλθαν θριαμβευτές και νικητές και ελευθέρωσαν τον τόπο, τον ποτισμένο με το αίμα και το δάκρυ Νεομαρτύρων ευκλεών και ηρώων της Πίστεως και της Πατρίδος.
Ο θρυλικός Γέρος του Μωρηά γονάτισε και κλαίοντας φίλησε το αγιασμένο χώμα των πατέρων του, και διέταξε να κόψουν το κλαρί, που κρεμάστηκαν οι πρόγονοί του.
Τώρα δικαιώνονταν οι αγώνες αιώνων. Τώρα έπαιρνε εκδίκηση το Γένος ολόκληρο. Τώρα γινόταν πανηγύρι στον ουρανό από τις ψυχές όλων εκείνων, που αιώνες εσφάδαζαν κάτω από το σπαθί και το μαχαίρι του βάρβαρου κατακτητή.
Ευφραίνονταν οι Νεομάρτυρες Δημήτριος και Παύλος, τα λαμπρά παλληκάρια της Πελοποννήσου, που την κεφαλήν απετμήθησαν εν μέση Τριπολιτσά υπέρ της αμωμήτου ημών Πίστεως και της ελευθερίας της Πατρίδος.
Συναγάλλονταν δε, ο ηρωικός Μάρτυς του Χριστού Πέτρος ο Τριπολίτης, ο Ιερομάρτυς Λάζαρος, οι Μάρτυρες των Ορλωφικών, που μαρτυρικά ετελειώθηκαν στην «Παλουκόραχη» με πρώτο τον ανασκολοπισθέντα Δεσπότη, τον Εθνομάρτυρα Άνθιμο Βάρβογλη.
Όμως ο Θοδωράκης πρέπει να τρέξη. Τον περιμένουν. Θα ζουν άραγε; Είναι στην φοβερή φυλακή του Σεραγιού του Πασά. Από τον Μάρτη είναι στα κάτεργα, από δε τον Απρίλιο τους έχουν δεμένους σε ένα κούτσουρο με αλυσίδα «ως οκάδες εκατόν» (Ιωσήφ Ανδρούσης).
Για να κινηθή ένας, έπρεπε όλοι να γυρίζουν δεμένοι στο απαίσιο ξύλο. Νηστικοί, μέσα στις λάσπες και τις ακαθαρσίες. «Την Κυριακήν του Θωμά, 17 Απριλίου 1821, μετεφέρθησαν εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων... Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους... και εδέθησαν όλοι εις το φοβερόν κούτσουρον, εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων... Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν, συνέδεσαν δια μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας  την εσπέραν εκείνην... ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διελέγοντο και ούτως διήλθον επί πέντε ολοκλήρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακλιθώσι... Αέναος ιδρώς έρρεε ποταμηδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν...» (Διάκονος Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος). 
Να ζουν άραγε; Είναι οι Αρχιερείς της Πελοποννήσου: Ο Τριπολιτσάς Δανιήλ, ο Μονεμβασίας Χρύσανθος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Δημητσάνης Φιλόθεος, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Κορίνθου Κύριλλος και ο Ωλένης Φιλάρετος.
Μαζί τους και οι Πρόκριτοι: Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ἰωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Ἀναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης καί ὁ Παπαλέξης.
Τους κάλεσαν οι Τούρκοι με μπαμπεσιά και τους ρίξανε στην φυλακή, ώστε να μείνη ο αγώνας ακέφαλος. Ξέρει ο Θοδωρής, ότι κάποιοι δεν άντεξαν και έφυγαν για τον ουρανό και περιμένουν από ’κεί να δουν την άνοιξη, τον ήλιο και την λευτεριά.
Σπάει με ορμή την πόρτα και μπαίνει στο φοβερό και ανήλιο μπουντρούμι. Ακούει βογγητά. Προσπαθεί να γνωρίση τους σκελετούς, που αναπνέουν με δυσκολία. Καταλαβαίνει από την μορφή και την γενειάδα.
Ο Δεσπότης της Τριπολιτσάς, ο Δανιήλ! Ζει και αναπνέει με δυσκολία, αλλά ζει. Δόξα τω Θεώ! Κάνει τον σταυρό του κλαίοντας ο Σταυραετός του Μωρηά.
Σκύβει και φιλεί το αγιασμένο μέτωπο του Δεσπότη. «Στο ’ταξα Δεσπότη μου ότι θα ’ρθώ και θα σε λευτερώσω. Να τώρα κράτησα τον λόγο μου...». Και παρακεί, άλλος ανασαίνει βαρειά. Τρέχει ο Στρατηλάτης του Μωρηά, προσπαθεί να δη... Ναι τον γνώρισε... είναι ο Ιωσήφ, ο Δεσπότης της Ανδρούσης της Μεσσηνίας, Τριπολιτσιώτης και αυτός. «Ιωσήφ, μη πεθάνης τώρα...», φωνάζει ο Γέρος, «πρέπει να δης λεύτερη την Τριπολιτσά, την πατρίδα σου. Κάνε κουράγιο Ιωσήφ, μη μου πεθάνης τώρα...».
Με μιας κόβει την βαρειά αλυσίδα, παίρνει στον ώμο τους Δεσποτάδες —κόκκαλα μόνο έχουν μείνει, με την σάρκα κολλημένη πάνω τους και τις πληγές βαθειές από την αλυσίδα— και τους βγάζει στο φως. Οι άλλοι λευτερώνουν, όσους από τους Προκρίτους ζούσαν ακόμη.
Καθώς ο ήλιος λάμπει πάνω από την πόλη, που είναι πνιγμένη στο αίμα από την φοβερή στήθος με στήθος μάχη, η μούσα πλησιάζει με μορφή ανθρώπινη και με λαλιά αγγέλου τους θρυλικούς αγωνιστές, και γλυκά τους θωπεύει με τον ρυθμό της, μεταφέροντας τον πόνο και την ελπίδα ολόκληρων γενεών:
«Κοιμόμουν μ’ ένα όνειρο
και είχα μιαν ελπίδα
να ξημερώσω και να ιδώ
ελεύθερη πατρίδα...».
 Και εκείνοι οι μισοπεθαμένοι που ζωντάνεψαν με μιας, που πήραν δύναμη λες και ήταν λιοντάρια ανήμερα, απαντούσαν μαζί με τον γυιό του Κωνσταντή και της Ζαμπέτας (τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη), τραγουδώντας, θες μυστικά, θες φωναχτά, όσο μπορούσαν, ποιός ξέρει... !
«Ξύπνα καημένε μου ραγιά!
 Ξύπνα να ιδής την λευτεριά!».
Ο ηρωικός Επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ θα γράψη στα απομνημονεύματά του: «Μέσα εις την φοβεράν φυλακήν, δεμένοι εις το κούτσουρο με την αλυσίδα ως οκάδες εκατόν, σκέλετρα εγίναμε και απέβημεν αγνώριστοι. Το δέρμα εκόλλησεν εις τα οστά μας. Οι ψύλλοι και οι κοριοί μιλιούνια μας εβασάνιζον...».
Αυτός ο Δεσπότης έγινε ο πρώτος Μινίστρος (Υπουργός) της Θρησκείας και της Παιδείας της ελευθέρας Ελλάδος. Προσέφερε πολλά στον τόπο και έφυγε από αυτό τον κόσμο πονεμένος, αδικημένος, καταφρονεμένος.
Ο Δανιήλ, ο Δεσπότης της Τριπολιτσάς, πρώτος εξάδελφος  του Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Γρηγορίου του Ε’ —αλήθεια, τι σόγια ήταν αυτά, τι φύτρα, τι καρδιές!— έφυγε πάμπτωχος από τον κόσμο αυτό και μόνος. Πλούτος του η αγάπη για την Πατρίδα.
Ο πρωτεργάτης της λευτεριάς, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δικάστηκε άδικα και φυλακίστηκε και παρ’ ολίγο να θανατωθή, έτσι, για το ευχαριστώ... γιατί ελευθέρωσε την Ελλάδα.
Όλα αυτά τα γράφομε, για να μη ξεχνάμε την ιστορία μας. Να μη λησμονούμε, με ποιά τιμή λευτερωθήκαμε.
Όλα αυτά τα ανασύρομε για μια ακόμη φορά στην επιφάνεια, για να μάθουν τα παιδιά μας (γιατί δεν γνωρίζουν, αφού δεν διδάχθηκαν ποτέ) την ιστορία μας και την ένδοξη πορεία του Γένους μας.
Όλα αυτά τα λέμε με πόνο ψυχής για την σημερινή κατάντια της Πατρίδος μας, αλλά και με υπερηφάνεια για τους ηρωϊκούς προγόνους μας, οι οποίοι θυσιάστηκαν για να μας ελευθερώσουν.
Όλα αυτά τα φωνάζομε με όλη μας την δύναμη, για να ακούσουν οι μικροί, οι «ολίγοι», οι «ελάχιστοι», οι ανιστόρητοι, οι μητραλοίες, οι παραχαράκτες της ιστορίας, οι πράκτορες και υπηρέτες των ξένων συμφερόντων, που κάπου-κάπου ως έχιδνες υψώνουν την ανεγκέφαλη κεφαλή τους και αφήνουν την ιοβόλο γλώσσα τους, για να σπιλώσουν μνήμες ιερές και αγώνες που κερδίθηκαν με αίματα, με φρικτά μαρτύρια και θυσίες, τις οποίες ουδέποτε οι παραπάνω κατενόησαν, αφού είναι ανίκανοι ακόμη και κάτω από την σκια των ηρώων να περάσουν.
Όμως η ευγνωμοσύνη των Ελλήνων ύψωσε μνημείο δόξης γι’ αυτούς που θυσιάστηκαν στην Τριπολιτσά, για τους Αρχιερείς και τους Προκρίτους της Πελοποννήσου, και έστησε λαμπρόν ανδριάντα για τον Γέρο του Μωρηά, εκεί δίπλα στο μνημείο των πρώτων και όλων των αγωνιστών που έπεσαν πάνω στα τείχη και μέσα στην πόλη της Τριπολιτσάς, για την ελευθερία της Ελλάδος ολόκληρης.
Το 1836 εκδόθηκε ειδικό μετάλλιο σε ανάμνηση της άλωσης της Τριπολιτσάς.
Στην μία όψη φέρει την επιγραφή «Ο ΔΕ ΘΕΟΣ ΗΓΕΙΤΟ ΑΥΤΩΝ-ΤΡΙΠΟΛΙΣ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1821» και παριστάνει δύο αγωνιστές, που υποβοηθούν μια γυναίκα με αρχαιοελληνική ενδυμασία και ασπίδα να σηκωθή όρθια και στην άλλη την προτομή του Πέτρου Μαυρομιχάλη.
 Μάρτυρες στέκονται στους αιώνες αυτά τα τρόπαια της δόξης και της νίκης των ηρώων, μαζί με την λαϊκή μούσα που τραγούδησε την δόξα των αγωνιστών και ελευθερωτών της Τριπολιτσάς:
«Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια,
πήραν και την Τριπολιτσά την ξακουσμένη χώρα».
 Μάρτυρας της νίκης και ο Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος στον περίφημο και ξακουστό Ύμνο του στην Ελευθερία, αφιερώνει μεγάλο μέρος στην απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Μεταξύ των άλλων αναφέρει χαρακτηριστικά:
Α, τι νύχτα ήταν εκείνη,
που την τρέμει ο λογισμός,
άλλος ύπνος δεν εγίνη,
πάρεξ θάνατου πικρός.
. . . . . . . . . . . .
Της αυγής δροσάτο αστέρι,
δεν φυσάς τώρα συ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι.
Φύσα, φύσα εις τον ΣΤΑΥΡΟ
. . . . . . . . . . . .
 Ναι, όλα αυτά για μη ξεχνάμε!
 Ναι, όλα αυτά για την ιστορία μας και τους Ήρωες και Μάρτυρες της Πίστεως και της Πατρίδος μας!
 Ναι, όλα αυτά για τα παιδιά μας!

Δεν υπάρχουν σχόλια: