Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Στιγμές αγιότητας τριών καθημερινών ανθρώπων...



Η πιο καλή φάση που μπορεί να σου τύχει!

Ο Θεός, όπως έχουμε ματαπεί, έρχεται κυρίως σε δυο περιπτώσεις: στην τέλεια αγάπη και στην τέλεια απελπισία. Εδώ έχουμε δυο περιπτώσεις καθαρής καρδιάς. Εσύ που λες "αν δω κι εγώ, θα πιστέψω", έχει τέτοια καρδιά; Μπορείς καν να δεχτείς ως κάτι θετικό αυτό που έκαναν οι δυο παρακάτω άνθρωποι, ιδίως ο πρώτος. Αν μπορέσεις να το εγκρίνεις στη συνείδησή σου, θα είναι ένα πρώτο βήμα...
Μια σημαντική διαφορά της ορθόδοξης πνευματικότητας από τις άλλες πνευματικές παραδόσεις του κόσμου είναι ότι σου διδάσκει τον τρόπο της κάθαρσης της καρδιάς - βάζοντάς τον βέβαια στην αρχή ενός δρόμου που οδηγεί στη θέωση κι όχι απλά σ' ένα δρόμο για να "βρεις τον εαυτό σου", πράγμα γήινο και ατελές. Αυτή είναι και η εμπειρική γνώση του Θεού, αλλά και η επιβεβαίωση πως ιστορίες σαν τις παρακάτω δεν είναι παραμύθια για γιαγιάδες. Δεν τα πιστεύεις; Καλά κάνεις - δεν καλείσαι να πιστέψεις κάτι που δεν έχεις ζήσει. Εφάρμοσέ τα στη ζωή σου και θα δεις ο ίδιος.

Ο απατημένος σύζυγος που αγάπησε πολύ
Ελληνοαμερικανός οικογενειάρχης είδε το Άκτιστο Φως

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Ο πατήρ Παϊσιος μου είπε", του Αθ. Ρακοβαλή 
Ο γέροντας μου διηγήθηκε την έξης ιστορία: «Μία φορά είχε έρθει εδώ ένας Ελληνοαμερικάνος γιατρός. Ορθόδοξος ήταν, αλλά δεν είχε πολλά με τη θρησκεία... Ούτε τη νηστεία της Παρασκευής δεν κρατούσε... ούτε πολύ πήγαινε στην Εκκλησία. "Έζησε μία εμπειρία και ήθελε να τη συζητήσει. "Ένα βράδυ, ενώ προσευχόταν στο διαμέρισμά του «άνοιξε ο ουρανός». "Ένα φως τον έλουσε, και χάθηκε το ταβάνι και οι σαράντα όροφοι από πάνω του. Βρισκόταν λουσμένος μέσα στο φως για πολλή ώρα, δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο! 
Θαύμασα! Γιατί ένοιωσα και κατάλαβα ότι ήταν «εκ Θεού». Ήταν πραγματικό... Είδε το «άκτιστο φως»[*]. Τι έκανε στη ζωή του; Πώς ζούσε και αξιώθηκε τέτοια θεία πράγματα;Ήταν παντρεμένος, είχε γυναίκα και παιδιά. Του λέει ή γυναίκα του: «Βαρέθηκα να ασχολούμαι με το σπίτι, θέλω να πηγαίνω καμιά βόλτα». Ε! δεν δούλευε κιόλας, άρχισε να γυρίζει με τις φίλες της και να τον τραβάει κάθε βράδυ έξω. Μετά από λίγο διάστημα, του λέει: «θέλω να βγαίνω μόνη μου με τις φίλες μου». Το δέχτηκε και αυτό για χάρη των παιδιών του. Μετά, «θέλω να πάω μόνη μου διακοπές...» Τι να κάνει; της έδινε και λεφτά και το αυτοκίνητο. 
Μετά ζήτησε να της νοικιάσει ένα διαμέρισμα να ζει μόνη της, κουβαλούσε και τους φίλους της εκεί. Της μιλούσε, τη συμβούλευε, «βρε τι θα νοιώθουν τα παιδιά μας;» Τίποτα αυτή. Στο τέλος του πήρε πολλά λεφτά και έφυγε. Στεναχωριόταν! 
Μετά από λίγα χρόνια έμαθε ότι είχε καταντήσει πόρνη στα μαγαζιά του Πειραιά! 
Στεναχωρέθηκε! Έκλαιγε! Σκεφτόταν να πάει να τη βρει. Τι να της πει όμως;... 
Γονάτισε να προσευχηθεί: «Θεέ μου... φώτισε με, τι να πω... τι να κάνω... για να σωθεί αυτή ή ψυχή...». Βλέπεις την πονούσε. Ήθελε «να σωθεί αυτή ή ψυχή». Ούτε αντρικός εγωισμός, ούτε μνησικακία, ούτε περιφρόνηση... πονούσε για την κατάντια της. Ποθούσε τη σωτηρία της. Τότε άνοιξε ο Θεός τον ουρανό... τον έλουσε με το φως Του. 
Βλέπεις;... Βλέπεις;... Αυτός στην Αμερική... σε τι περιβάλλον ζούσε;... Ενώ πόσοι ζούμε μέσα στο Άγιον Όρος, μέσα στους Αγίους, μέσα στη χάρη της Παναγίας και προκοπή δεν κάνουμε! 
Δόξα τω Θεώ! Δόξα τω Θεώ!» 
[*] «ακτιστο φώς»: Λέγεται άκτιστο, δηλαδή αδημιούργητο, χωρίς αρχή, δηλαδή θεϊκή ενέργεια, Θεός. Υψηλότατοι πνευματικοί ασκητές το ζουν. Ποθητός στόχος της ασκητικής ζωής. Θεωρείται εμπειρία θέωσης. Μετέχει η ανθρώπινη στη Θεία ενέργεια, «...θείας φύσεως κοινωνοί...». Περί άκτιστου Φωτός ειδικότερα εδώ. 

Γέροντας Παΐσιος

Ο λαϊκός αχθοφόρος που ανέστησε νεκρό


...Είχα γνωρίσει κάποτε έναν άνθρωπο πολύ καλό και ευαίσθητο. Αφού να φανταστείς ούτε στο μοναστήρι δεν ερχόταν να φιλοξενηθεί για να μη δώσει βάρος στους μοναχούς... Ήμουν τότε αρχοντάρης στη σκήτη των Ιβήρων, βγαίνω μία στιγμή στο μπαλκόνι το μεσημέρι, βλέπω κάποιον κάτω να ξαπλώνει πάνω στις πέτρες... Βρε, λέω, τι κάνει αυτός εκεί; Ανησύχησα. Πήγα και τον βρήκα. 
— Τι κάνεις εδώ, ευλογημένε; Γιατί δεν έρχεσαι στο μοναστήρι να φιλοξενηθείς; 
— Όχι, όχι, καλά είμαι εδώ, μη στεναχωριέσαι.
Τον βίαζα να έρθει και αυτός δεν ήθελε. Μου λέει «Όλη νύχτα οι πατέρες κάνουν αγρυπνία... κουράζονται, νηστεύουν... πάνε να ξεκουραστούν λιγάκι το μεσημέρι, να πάω εγώ να τους ανησυχήσω; Δεν πάει!» 
Είδες καλούς λογισμούς που έκανε; αυτό δείχνει ψυχική και πνευματική υγεία... ενώ άλλοι έρχονται με απαίτηση να τους υπηρετήσεις και μετά όλο κακούς, λογισμούς κάνουν... να σε κατηγορήσουν κιόλας. Τέλος πάντων. Τελικά τον έπεισα, τον πήρα στο μοναστήρι, γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι. 
Άκου να δεις τι έκανε αυτός ό άνθρωπος. Αυτός από μικρός έμεινε ορφανός, δε γνώρισε γονείς, μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Όταν μεγάλωσε, δούλευε αχθοφόρος στο λιμάνι, στη Θεσσαλονίκη. 
Παντρεύτηκε και χάρηκε πολύ. Γιατί βρήκε την οικογένεια που του έλειπε. Τα πεθερικά του τα είχε σαν τους γονείς του. Πιασαν ένα σπίτι κοντά στα πεθερικά και τα αγαπούσε πολύ. Αφού να φανταστείς, όταν σχολούσε από τη δουλειά, πρώτα πήγαινε από τα πεθερικά του, να τα χαιρετήσει, να δει αν χρειάζονται τίποτα, και μετά πήγαινε σπίτι να δει τη γυναίκα του. 
Ήταν και πολύ ευλαβής. Έλεγε και την ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με». Κουβαλούσε και προσευχόταν. 
Τον στεναχωρούσε το θέμα ότι τα πεθερικά του δεν πίστευαν. Ο πεθερός του μάλιστα βλασφημούσε και αυτό τον πίκραινε πολύ... Παρακαλούσε λοιπόν τον Θεό να μην τους πάρει απ' αυτή τη ζωή πριν μετανοήσουν... Με παρακάλεσε και μένα να κάνω προσευχή γι' αυτό το θέμα. 
Μία φορά λοιπόν αρρώστησε ο πεθερός του και τον πήγαν στο νοσοκομείο: Στο ΑΧΕΠΑ. Ήταν μέρες εκεί. Μία μέρα λοιπόν μετά τη δουλειά πήγε στο νοσοκομείο κατευθείαν, χωρίς να περάσει από το σπίτι. Ψάχνει για τον πεθερό του, δεν τον βρίσκει στο δωμάτιο... Ψάχνει ρωτάει... «Ποιος, αυτός; πέθανε,... τον έχουν κάτω στα ψυγεία, εκεί πού φυλάν τους νεκρούς» του λένε. 
Του ήρθε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. «Γιατί, Θεέ μου, τον πήρες αφού δεν ήταν έτοιμος; αφού δεν πρόλαβε να μετανοήσει; γιατί, Θεέ μου;». 
Άρχισε να προσεύχεται με πόνο, βαθειά. «Τι είναι για το Θεό να τον φέρει πίσω; Τίποτα» σκέφτηκε και άρχισε να παρακαλεί τον Θεό. 
Κατεβαίνει κάτω, ψάχνει το νεκροτομείο, τον βρίσκει παγωμένο, νεκρό. Τον πιάνει από το χέρι. «Έλα, πάμε, του λέει, πάμε σπίτι». Ζωντάνεψε ό νεκρός, σηκώθηκε και τον ακολούθησε. 
— Αλήθεια, γέροντα, έγινε αυτό; τον ρώτησα εμβρόντητος.
— Αλήθεια, βρε, αλήθεια. 
— Και ζει αυτός ο άνθρωπος ακόμα; 
— Όχι, έχει πεθάνει τώρα... έζησε μερικά χρόνια ακόμα, μετανόησε, καλοσύνεψε... έγινε αρνάκι, και τον πήρε ο Χριστός στον Παράδεισο... 
Ήμουν κατάπληκτος. 
— Γίνονται στις μέρες μας τέτοια πράγματα;... ρώτησα με θαυμασμό. 
— Είδες... και ήταν λαϊκός. Είχε όμως πολύ απλότητα!!! και βαθειά πίστη. Δε λέει ό Χριστός, «ο πιστεύων εις εμέ α εγώ ποιώ και μείζονα τούτων ποιήσει»; Γιατί να μας φαίνεται παράξενο; Ο Χριστός δεν ανέστησε νεκρούς; Το Λάζαρο, το γιο της χήρας, την κόρη τού Ιαείρου! Οι Απόστολοι δεν ανάσταιναν νεκρούς;... Στους βίους των Αγίων δε διαβάζουμε τόσα και τόσα; 
Γιατί μας φαίνεται παράξενο;
"Καλημέρα, Συμεών. Ο Χριστός είμαι. Υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω..."

Η Ευλογία της Απλότητας

Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, ονόματι Συμεών. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά σε μια παραγκούλα και εκεί μεγάλωσε μόνο του. Είχε ένα καροτσάκι και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο λιμάνι του Πειραιά. Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας.
Είχε την μακαρία απλότητα και πίστη απλή και απερίεργη. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δύο παιδιά και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Νίκαια. Κάθε πρωί πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του.
Περνούσε όμως κάθε μέρα το πρωί από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε: «Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου».
Το βράδυ που τελείωνε τη δουλειά του ξαναπερνούσε από την Εκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστά στο τέμπλο και έλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες και σήμερα».
Και έτσι περνούσαν τα χρόνια του ευλογημένου Συμεών. Περίπου το έτος 1950 όλα τα μέλη της οικογενείας του αρρώστησαν από φυματίωση και εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Έμεινε ολομόναχος ο Συμεών και συνέχισε αγόγγυστα τη δουλειά του αλλά και δεν παρέλειπε να περνά από τον άγιο Σπυρίδωνα να καλημερίζει και να καλησπερίζει τον Χριστό, ζητώντας την βοήθεια Του και ευχαριστώντας Τον.
Όταν γέρασε ο Συμεών, αρρώστησε. Μπήκε στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε περίπου για ένα μήνα. Μια προϊσταμένη από την Πάτρα τον ρώτησε κάποτε: -Παππού, τόσες μέρες εδώ μέσα δεν ήρθε κανείς να σε δει. Δεν έχεις κανένα δικό σου στον κόσμο; -Έρχεται, παιδί μου, κάθε πρωί και απόγευμα ο Χριστός και με παρηγορεί. -Και τι σου λέει, παππού; -«Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή».
Η Προϊσταμένη παραξενεύτηκε και κάλεσε τον Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, να έρθει να δει τον Συμεών μήπως πλανήθηκε. Ο π. Χριστόδουλος τον επισκέφθηκε, του έπιασε κουβέντα, του έκανε την ερώτηση της Προϊσταμένης και ο Συμεών του έδωσε την ίδια απάντηση.
Τις ίδιες ώρες πρωί και βράδυ, που ο Συμεών πήγαινε στο ναό και χαιρετούσε τον Χριστό, τώρα και ο Χριστός χαιρετούσε τον Συμεών. Τον ρώτησε ο Πνευματικός: -Μήπως είναι φαντασία σου; -Όχι, πάτερ, δεν είμαι φαντασμένος, ο Χριστός είναι. -Ήρθε και σήμερα; -Ήρθε. -Και τι σου είπε; -Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι. Κάνε υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω κοντά μου πρωΐ – πρωΐ. Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο, μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του. Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. Την τρίτη ημέρα πρωΐ – πρωΐ πάλι πήγε να δει τον Συμεών και να διαπίστωσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση ότι θα πεθάνει.
Πράγματι εκεί που κουβέντιαζαν, ο Συμεών φώναξε ξαφνικά: «Ήρθε ο Χριστός», και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου. Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.

τρελογιαννης

Δεν υπάρχουν σχόλια: