Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

«Νεοστηλίται καὶ ὄνοι πολιτικοὶ»




Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος Κιλκὶς
Ἂν ζοῦσε ὁ Νικόλαος Πλαστήρας, θὰ τοὺς εἶχε ἐκτελέσει αὐθημερόν! Ὄχι ἔξι ἀλλὰ ἑκατὸν ἔξι. Ὁ Πλαστήρας ὅμως δὲν ζεῖ καὶ Μαῦρος Καβαλάρης γεννιέται κάθε διακόσια χρόνια. Ἔτσι οἱ δειλοὶ καὶ ἄνανδροι, οἱ προδότες δὲν κινδυνεύουν. Πρὸς τὸ παρόν. Ὅμως φοβοῦνται, ὅταν ξεμυτίζουν ἀπὸ τοὺς σιδερόφρακτους πύργους τους, τρέμουν...
Τοὺς εἴδαμε στὴν παρέλαση, νὰ προσέρχονται δορυφορούμενοι ἀπὸ κουστωδία ἀστυνομικῶν, ἔνοχοι, κατηφεῖς, ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸν λαό. Κάποτε οἱ ζητωκραυγαστὲς λακέδες τους, τοὺς ὑποδέχονταν μὲ χειροφιλήματα καὶ γλοιώδεις ὑποκλίσεις, τώρα ποὺ ἀποκαλύπτεται ἡ σαπίλα καὶ ἡ τρισαθλιότητά τους, ὁ κόσμος τοὺς φτύνει. Ἂν καὶ «πτυόμενοι σπογγίζονται• οὐδόλως δὲ θεωροῦνται προσβεβλημένοι, ἂν οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες φρονούσι, γράφουσι καὶ κηρύττουσι περὶ αὐτῶν, ὡς οἱ Γάλλοι περὶ τοῦ Μαζαρίνου, ὅτι γνωρίζουσι εἰκοσιτέσσαρας τρόπους νὰ προμηθεύοναι χρήματα, ἐξ ὧν ὁ τιμιώτερος εἶναι ἡ κλοπὴ» γράφει ὁ δηκτικὸς καὶ σκωπτικὸς Ροϊδης στὸ ἄρθρο τοῦ «ὄνοι πολιτικοί». (Ἀσμοδαῖος, 29 Ἰουνίου 1875).
Ὅμως δὲν συμβαίνουν πρώτη φορὰ τέτοια γεγονότα στὴν Ἑλλάδα. Ὑπάρχει....
ἱστορικὸ προηγούμενο. Τὸ 1874, ἡ κυβέρνηση Δ. Βούλγαρη, ποὺ κατέκτησε τὴν ἀρχὴ μὲ ἐκλογικὸ πραξικόπημα καὶ τὴν συντηροῦσε μὲ ἀλλεπάλληλες συνταγματικὲς ἐκτροπές, δωροδόκησε βουλευτὲς καὶ πέτυχε τὴν ἀποστασία τους μὲ χρηματικὰ ἐντάλματα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ σωρεία χαριστικῶν παροχῶν. Ἐπωφελήθηκαν τότε οἱ συμπολιτευόμενοι βουλευτὲς καὶ ἔσπευσαν νὰ ἐκβιάσουν τοὺς ὑπουργούς, μὲ τὴν ἀπειλὴ ἀπουσίας ἀπὸ τὸ κοινοβούλιο κατὰ τὶς κρίσιμες ψηφοφορίες, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς πιὸ ἀνήθικες ρουσφετολογικὲς ἀξιώσεις.
Τὸ σύνολο τῶν ἐκτάκτων πολιτικῶν γεγονότων καὶ ἀνωμαλιῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀναφέρονται στὴν πολιτικὴ ἱστορία μας, ὡς «Στηλητικά». Γιὰ τὰ γενέθλια της λέξης πρέπει νὰ πᾶμε στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὑπῆρχε ἡ συνήθεια νὰ ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν «ἄτιμων» σὲ στῆλες, οἱ ὁποῖες, στήνονταν σὲ δημόσιο χῶρο, πρὸς διασυρμὸ τοῦ «ἄτιμου». Καὶ ἡ ἀτιμία, ἡ στηλίτευση, ἰσοδυναμοῦσε μὲ ἠθικὴ ἐκμηδένιση, παρεμφερῆ μὲ τὸν θάνατο. Ὁ Ἀνδοκίδης, ἐκθέτει ἀναλυτικά, ποιοὶ πολίτες καὶ γιὰ ποιὲς πράξεις στηλιτεύονταν ὡς «ἄτιμοι». Στὴν ἴδια μοίρα «οἱ ἀργύριον ὀφείλοντες τῷ δημοσίω» καὶ οἱ καταδικαζόμενοι γιὰ δωροδοκία. Μάλιστα ἡ «ἀτιμία» συνόδευε, ὄχι μόνο τοὺς δράστες, ἀλλὰ καὶ τὰ τέκνα τους. («Ὀπόσοι... δώρων ὄφλοιεν• τούτους ἔδει καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐκ τούτων ἀτίμουν εἶναι». «Περὶ Μυστηρίων, 73-74). Τὸ ἴδιο ἀναφέρει καὶ ὁ Δημοσθένης στὸν «κατὰ Μειδίου» λόγο τοῦ (21, 113). Ἀντιγράφω τὸ ἀρχαῖο κείμενο πρὸς γλωσσικὴν τέρψιν:
«Ἐὰν τὶς Ἀθηναίων λαμβάνη παρὰ τινὸς ἢ αὐτὸς διδῶ ἐτέρω ἢ διαφθείρει τινὰς ἐπαγγελόμενος (=ὑποσχόμενος) ἐπὶ βλάβη τοῦ δήμου ἢ ἴδια τινὸς τῶν πολιτῶν, τρόπω ἢ μηχανὴ (=τέχνασμα) ἠτινιοῦν, ἄτιμος ἔστω καὶ παῖδες καὶ τὰ ἐκείνου». Θὰ πεῖ κάποιος: Εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο νὰ ἀτιμάζονται καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ διεφθαρμένου πολιτικοῦ ἢ ἰδιώτη; (Ἀπὸ πόσα δεινὰ καὶ ἀπὸ πόσους «ἄτιμους» τζιτζιφιόγκους καὶ πορφυρογέννητους κοπρίτες θὰ γλίτωνε ἡ Ἑλλάδα ἂν ἴσχυε καὶ σήμερα τὸ ἀρχαῖον ἔθος;).
Ὁ ἀρχαῖος νομοθέτης ἐναποθέτει τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἠθικὴ ἀκεραιότητα τοῦ πολίτη σὲ δύο παράγοντες. Στὴν Παιδεία καὶ στὴν οἰκογενειακὴ ἀγωγή. Οἱ πολίτες εἶχαν δικαίωμα καὶ χρέος νὰ καταγγέλουν, νὰ στιγματίζουν καὶ νὰ «στηλιτεύουν» τοὺς φαύλους ἄρχοντες. Ἀκόμη, ἡ ἀπειλὴ τῆς «ἀτιμίας» γι’ ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια, χαλιναγωγοῦσε τοὺς φαύλους γεννήτορες, μὲ ἀποτέλεσμα, κύριε Ἄκη καὶ λοιποὶ τῶν... λιστῶν, οἱ γονεῖς νὰ μὴν ἐπιδίδονται σὲ ἁμαρτίες καὶ ἀπατεωνιὲς ποὺ παιδεύουσι τέκνα.
Ἐπιπροσθέτως, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τί σημαίνει ἀληθινὴ Δημοκρατία, καὶ ὄχι κοινοβουλευτικὴ λωποδυτοκρατία, στὶς στῆλες τῆς ἀτιμίας ἀναγράφονταν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν λιποτακτῶν, καὶ ὅσων κακομεταχειρίζονταν τοὺς γονεῖς τους.
Αὐτὰ τῷ καιρῶ ἐκείνω. Τῷ καιρῶ ἐτούτω, τῆς νεότερης ἱστορίας μας, ἔχουμε λοιπόν, τὴν φαύλη διακυβέρνηση τοῦ Βούλγαρη, τοῦ ἐπονομαζόμενου καὶ «Τζουμπέ». (Ὁ Βούλγαρης, παλιὸς Κοτζάμπασης, φοροῦσε ἕναν μακρὸ ποδήρη μανδύα τοῦ «τζουμπέ»). Ὁ λαὸς ὅμως ἀντιδρᾶ κατὰ τῆς φαυλοκρατίας καὶ τῶν ἀργυρώνητων βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ὀνομάζει «στηλίτες». (Ὁ Τύπος τῆς ἐποχῆς ἀνέγραψε τὰ ὀνόματά τους σὲ ἀτιμωτικὴ «στήλη», ὅπως στὴν ἀρχαία Ἀθήνα).
Ὅπου ἐμφανιζόταν «στηλίτης» βουλευτής, τὰ λαμόγια ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, ὁ κόσμος τοὺς προπηλάκιζε. Διαβάζουμε στὴ ἔφ. «Νεολόγος», στὶς 29 Μαρτίου τοῦ 18775, τὴν περιπέτεια τοῦ βουλευτῆ Πειραιῶς Παπαγεωργίου, ποὺ προσχώρησε, τὸ 1875, στὸ κυβερνητικὸ στρατόπεδο – κάτι σὰν ἄδωνι ἢ βοριδομάκη – γιὰ τὸ καλό της πατρίδας «βεβαίως βεβαίως», τὸν ὁποῖο ὁ λαὸς ἀποκαλοῦσε Ἰούδα Ἰσκαριώτη.
«Περὶ ὥραν 4μ.μ. τοῦ Σαββάτου, ἄνθρωπος τὶς πελιδνὴν ἔχων τὴν ὄψιν, τὰς τρίχας ἀνωρθωμένας, τὴν γλώσσαν ἔξω του στόματος κρεμαμένην καὶ τὸ στόμα χαῖνον καὶ ἀφρίζον, διέσχιζε δρομαῖος τρέχων τὰς ὁδοὺς τοῦ Πειραιῶς. Φωναὶ μακρόθεν ἐρχόμεναι – εἶναι λυσσασμένος, εἶναι λυσσασμένος – παρηκολούθουν τὸν φεύγοντα... Ἰδοὺ τί εἶχε συμβεῖ: Ὁ προδρότης εἰσῆλθεν εἰς κατάστημα ζητῶν ν’ ἀγοράση ἄλευρον, ὄτε ἐξαίφνης ἔξωθεν ἠκούσθη:
- Μὴ δίνετε ἀλεύρι στὸν Ἰούδα! Ἀφῆστε τὸν νὰ ψοφήση ἀπὸ τὴν πείνα! Εἶναι ὁ προδότης Παπαγεωργίου!
Ὁ στηλίτης προδιατεθειμένος, ὡς φαίνεται, νὰ ἴδη τοιαύτας ὑποδοχᾶς, δὲν τὰ ἔχασε καὶ ἀποφάσισε ν’ ἀπαρνηθεῖ ἑαυτόν.
- Δὲν εἶμαι ἐγώ, ρὲ παιδιά, ὁ Παπαγεωργίου. Ἀφῆστε μέ, ρὲ παιδιά, ἐμένα μὲ λένε Χατζηκωστή!
Ἡ θέσις ἀνθρώπου ἀπαρνουμένου ἑαυτὸν καὶ ἀλλάσσοντος ὄνομα, διότι τὸ ἰδικὸ τοῦ κατέστη ἀφόρητον εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἐκίνησε εἰς οἶκτον τοὺς διώκτας του καὶ τὸν ἄφησαν πρὸς στιγμήν. Ἐπωφεληθεῖς τότε ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν φωνῶν καὶ τῶν ἀρῶν τῶν συρρευσάντων πολιτῶν, διέσχισε δρομέως τρέχων τὰς ὁδούς. Τί ἄραγε ἔγινε; Μήπως ἀπελθῶν ἀπήγξατο; (=μήπως κρεμάστηκε). Δὲν τὸ πιστεύομεν». (Κ. Σιμόπουλος, «ἡ διαφθορὰ τῆς ἐξουσίας», σέλ. 284). Τέτοιοι ἦταν πάντα, οἱ περισσότεροι, ἀπ’ αὐτοὺς ἀπαίδευτοι, ἀνυπόληπτοι καὶ ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὶς διαθέσεις τοῦ ἀρχηγοῦ. (Θέαμα ἀηδὲς καὶ γελοῖο παρουσιάζει ἡ Βουλή, ὅταν ὁμιλεῖ ὁ φερόμενος ὡς πρωθυπουργός, τοῦ νῦν καιροῦ. Ἀμολάει μία καρυκευμένη ἀνοησία, ὁ κομματάρχης, καὶ ἐκτινάσσονται ἀπὸ τὰ ἕδρανα καὶ χειροκροτοῦν κάποιοι, ὡς ἀνδράποδα, μετὰ μανίας).
Καὶ θὰ κλείσουμε μὲ ἕνα κείμενο, τὸ ὁποῖο ἐξεικονίζει τὴ διαχρονικὴ ἀχρειότητα τῶν πολιτικάντηδων, τῶν «ὄνων πολιτικῶν» τῆς σήμερον.
«Ἦταν ἕνας καμηλιέρης, ὁ Ἐμὶν ἀγάς, ποὺ ἔζησε μία ζωὴ στὰ καραβάνια. Ἀρρώτησε στὰ 99 τοῦ, ἐνίωσε πὼς ζυγώνει τὸ τέλος καὶ κάλεσε κοντὰ τοῦ παιδιά, ἐγγόνια, συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ζήτησε συγχώρεση. Θυμήθηκε καὶ τὶς καμῆλες του καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν πάνε στὸ παχνὶ γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσει καὶ ἐκεῖνες. Τὶς χάιδεψε ὁ Ἐμὶν ἀγάς, ἔκλαψε καὶ εἶπε:
- Ἐγὼ πιὰ σᾶς ἀφήνω. Ἔφτασε ἡ ὥρα μου. Ἀλλὰ γιὰ νὰ πάω ἥσυχος θέλω νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ ὅ,τι κακό σας ἔκανα. Τί νὰ γίνει, ἔτσι εἶναι ὁ ντουνιάς!
Καὶ μία καμήλα, γερασμένη, τοῦ λέει:
- Ποῦ μᾶς ἔδερνες καὶ ποὺ μᾶς ἄφηνες νηστικές, κακὰ πράγματα, ἁμαρτία ἀπὸ τὸ Θεό, μὰ στὸ συγχωρᾶμε. Ἕνα μόνο δὲν θὰ σοὺ συγχωρέσουμε ποτέ.
- Ποιό; Ρωτάει τρομαγμένος ὁ Ἐμὶν ἀγάς.
- Ποιό; Νὰ τ’ ἀκούσεις. Ὅλες εἴμαστε ὑπάκουες στὴ δούλεψή σου. Καὶ σύ, ἀντὶ νὰ μᾶς τιμᾶς, ἔβαζες ἕνα γαϊδούρι, νὰ μᾶς τραβάει ἀπὸ τὴ μύτη.
(Στὰ καραβάνια προπορευόταν πάντοτε ἕνας γαίδαρος).
Ὁ Ἐμὶν ἀγὰς ἀναστέναξε.
- Δίκιο ἔχετε! Μὰ ἔτσι εἶναι φτιαγμένος ὁ ντουνιάς. Γαϊδούρια νὰ τὸν ὁδηγοῦν καὶ νὰ τὸν σέρνουν ἀπὸ τὴ μύτη!».


aktines

Δεν υπάρχουν σχόλια: