Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Τοῦ ἀντρειωμένου Παύλου Μελᾶ ὁ θάνατος, θάνατος δὲν λογιέται…

Γράφει  ὁ Δημήτρης Νατσιὸς,
Δάσκαλος Κιλκὶς -Θεολόγος 
«Τὸ χρέος τοῦ παλληκαριοῦ εἶναι νὰ λογίζεται σφαγάδι καὶ ὄχι ψοφίμι. Τὸ σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μοὺ καὶ τὸ τουφέκι τοῦ Μίκη καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι τὸ καθῆκον μου ἔκαμα». 
13 Ὀκτωβρίου τοῦ 1904, ἡ γῆ τῆς Μακεδονίας ἀνοίγει τὴ στοργικὴ ἀγκαλιά της, γιὰ νὰ δεχτεῖ τὸ κουρασμένο σῶμα τοῦ παλληκαριοῦ. Καὶ ὁ μεγάλος μας στιχοσμιλευτής, ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς, θρηνεῖ:
«Σὲ κλαίει λαός. Πάντα χλωρὸ νὰ σειέται τὸ χορτάρι
Στὸν τόπο ποὺ σὲ πλαγίασε τὸ βόλι, ὢ παλληκάρι».
Ὑπῆρχε στὸ παλιὸ Ἀνθολόγιο, Ε’ καὶ Στ’ Δημοτικοῦ, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀτίμητο βιβλίο, «Παῦλος Μελάς», τῆς γυναίκας τοῦ Ναταλίας, στὸ ὁποῖο περιγραφόταν ἡ ἔνδοξη θανὴ τοῦ ἥρωα. Στὰ νέα βιβλία, τὰ ὁποῖα παραλάβαμε τὸ 2006, τὸ κείμενο δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἀντιστόρητη αὐθάδεια τὸ λογόκρινε. Γιατί; Μὰ γιὰ νὰ μὴν μαθαίνουν τὰ παιδιὰ ὅτι ἡ Μακεδονία πολέμησε σὰν λιοντάρι καὶ κέρδισε τὴν ἐλευθερία της μὲ τὸ αἷμα της καὶ ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ νὰ σβήσει μὲ τὸ μελάνι μίας ὑπογραφῆς.
Στὸ Κιλκὶς φέτος, τιμοῦμε τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν τριήμερη ἐποποιϊα, 19-21 Ἰουνίου τοῦ 1913. Στὰ σιταροχώραφα τοῦ Κιλκὶς ἀκόμη καὶ σήμερα ξεθάβουν τὰ ἀλέτρια κόκκαλα ἱερὰ Ἑλλήνων στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν. 8.500 ἄνδρες, ὁ ἀνθὸς τῆς πατρίδας, ἔπεσε στὸ....
πεδίο τῆς τιμῆς.

Συζητοῦν οἱ ἀνθυπομετριότητες τῆς πολιτικῆς γιὰ διπλὲς ὀνομασίες.

Ἐρωτῶ: Πῶς θὰ σταθεῖ δάσκαλος μὲ στοιχειώδη πνευματικὴ ἐντιμότητα ἐνώπιον τῶν μαθητῶν του καὶ νὰ τοὺς πεῖ: Συγγνώμη τόσα χρόνια σας λέγαμε ψέματα. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη Μακεδονία. Θὰ μᾶς δικάσουν οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί... Ὅποιο χέρι τολμήσει τὸ ἀνοσιούργημα νὰ γνωρίζει ὅτι ἰσχύει στὴν περίπτωση τοῦ ὁ ἀείχλωρος λόγος τοῦ Ἰω. Καποδίστρια: «Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης».

Καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου Μελᾶ, οἱ «φρόνιμοι», «οἱ σώφρονες»-τὸ σῶφρον του ἀνάνδρου πρόσχημα ἐστὶ-οἱ γλοιώδεις ὑμνητὲς τῆς «ἀψόγου στάσεως», ψέγουν τοὺς λίγους «τρελοὺς» ποὺ σπεύδουν στὴν Μακεδονία. «Βγῆκαν καὶ οἱ ἐφημερίδες γεμάτες λέξεις• Δημοκόποι, Μακεδονοκόποι, ἐκμεταλλευταὶ τῆς φιλοπατρίας, τσαρλατάνοι", γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης στὸ «Μαρτύρων καὶ Ἡρώων αἷμα». Μὰ ὁ Παῦλος δὲν ἄκουγε τοὺς τρεμοπρετεντέρηδες τῆς ἐποχῆς του, ἀφουγκραζόταν τοὺς παλιούς, γερὸ Ἁρματολούς.

 «-Σκοτῶστε μὲ παιδιά, πῶς θὰ μ’ ἀφήσετε στοὺς Τούρκους;». Κι ὁ Νίκος ὁ Πύρζας ποὺ δὲν ἀποχωρίστηκε οὔτε στιγμὴ τὸν ἀρχηγό του, τοῦ λέει: «-Καπετάνιε, δὲν σ’ ἀφήνουμε στοὺς Τούρκους». Ἡ ἐντολὴ τοῦ καπετάνιου «πῶς θὰ μ’ ἀφήσετε στοὺς Τούρκους» εἶναι προσταγὴ τοῦ Γένους, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων κι ὑπαγορεύει τὸ χρέος τῶν ζωντανῶν πρὸς αὐτοὺς ποὺ πέφτουν γιὰ τὴν Πατρίδα. «Τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια κοσμεῖν καὶ σώζειν», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι. Ὁ νεκρὸς πολεμιστὴς μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ πέσει στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, γιὰ νὰ μὴν γίνει καύχημά τους καὶ χλεύη γιὰ τὸν νεκρό. Γύρω ἀπὸ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Πάτροκλου γίνεται δεινὴ πάλη μεταξὺ Ἀχαιῶν καὶ Τρώων. Στὰ χρόνια της Τουρκοκρατίας, ὁ πληγωμένος καπετάνιος, προστάζει τὸ κλεφτόπουλο, νὰ κόψει τὸ κεφάλι του γιὰ «νὰ μὴ τὸ πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μοῦ τὸ μαγαρίσουν!». Αὐτὸ ζητᾶ κι ὁ Παῦλος Μελάς. Καὶ ἔτσι ἔγινε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὰ ἅρματά του, πρόσταξε νὰ δοθοῦν στὸ γιό του…

«Τοῦ ἀντρειωμένου τ’ ἅρματα

δὲν πρέπει νὰ πουλιῶνται

μον’ πρέπει τους στὴν ἐκκλησιὰ

ἐκεῖ νὰ λειτουργῶνται»,

λέει τὸ δημοτικὸ τραγούδι.

Καὶ σύμφωνα μὲ τὸ κλέφτικο αὐτὸ ἔθιμο κι ὁ Κίτσος Τζαβέλας, τὸ ἄχρηστο πιὸ σπαθὶ ἐκεῖ τὸ ἀφιερώνει.

Στὴ μάχη τῆς Κλείσοβας στὸ Μεσολόγγι-τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὰ 1826- ἐχθρικὸ βόλι σπάζει στὰ δύο τὸ σπαθὶ τοῦ Κίτσου Τζαβέλα, χωρὶς νὰ ἀγγίζει τὸν πολέμαρχο. Ὅλοι τότε εἶπαν πὼς ἦταν θαῦμα τῆς Παναγίας. Κι ὁ Τζαβέλας ἀφήνοντας γιὰ μία στιγμὴ τὴ μάχη, πηγαίνει στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Προσκυνᾶ εὐλαβικὰ τὸ εἰκόνισμα τῆς Εὐαγγελίστριας καὶ τῆς ἀφιερώνει τὰ κομμάτια ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ λέγοντας:

-Παναγιά μου, σήμερα ὅπου σὲ γιορτάζουμε, σοὺ ἀφιερώνω τοῦτο καὶ βόηθα τὰ παλληκάρια νὰ νικήσουμε τὸν ἐχθρό. Ἡ Θεοτόκος ἔστερξε στὴν παράκληση τοῦ Τζαβέλα καὶ τοῦ χάρισε δοξασμένη νίκη. (πέρ. «ΓΝΩΣΕΙΣ», τ.3, σέλ. 81, Μάρτιος 1958). Οἱ ἀγωνιστὲς τιμοῦσαν τὰ ἅρματά τους. Ἦταν γιὰ ἐκείνους τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ξεχωριστὰ τὰ σπαθιά τους. Τὰ θεωροῦσαν ἅρματα τῆς παλληκαριᾶς. Τὸ κλεφτόπουλο ποὺ ξεψυχάει, γιὰ στερνὴ χάρη ζητᾶ ἀπ’ τὴ μάνα του. «Φέρε μου τὸ σπαθάκι μου, μάνα νὰ τὸ φιλήσω».


Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας ἦταν ἡ συνέχεια τοῦ Εἰκοσιένα. Ὁ Παῦλος Μελὰς τὸ γνωρίζει αὐτό. (Τὴν ἴδια αἴσθηση τῆς συνέχειας τοῦ ’21 εἶχαν καὶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια τῆς ΕΟΚΑ. Στὶς 22 Ὀκτωβρίου τοῦ 1958 πέφτει νεκρὸς ἀπὸ σφαῖρες τῶν Ἄγγλων ὁ 19χρονος Παναγιώτης Τουμάζος. Λίγους μῆνες πρὸ τοῦ θανάτου του, σὲ λόγο του, προτοῦ ἀνεβεῖ στὸ βουνό, στὰ Κάτω Βαρώσια, εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Αὐτὸ τὸ λόγο θὰ σᾶς πῶ, δὲν ἔχω ἄλλο κανένα/ μεθύστε μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα”. Γιατί τὸ ’21 τὸ καθηγίασεν αἷμα ἡρώων... Ἡ ἐπαφή μας μὲ τὸ ’21 δὲν ἔπαυσε καὶ οἱ ἐπικοὶ αὐτοὶ ἀγῶνες τῆς 25ης Μαρτίου συνεχίζονται στὸ αἱματοβαμμένο νησί μας ἀπὸ ἰσάξιούς του ’21 ἀγωνιστᾶς καὶ πιστοὺς λάτρας τῆς θεᾶς Ἐλευθερίας»). («Διὰ χειρὸς Ἡρώων», Σπ. Παπαγεωργίου, Λευκωσία, σέλ. 332).


Εἶναι γεγονὸς ἀναμφίλεκτο, πὼς σ’ ὅλους τους μεγάλους ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους μας, στὰ νεότερα χρόνια, οἱ μαχητὲς ἀγωνίζονται μὲ τὴν ἰδέα, ὅτι εἶναι συνεχιστὲς τῶν ἡρώων του ’21. Ὁ ἥρωας Πᾶν. Τουμάζας ἐπαναλαμβάνει στὸν λόγο του, τοὺς στίχους ποὺ εἶπε ὁ Παλαμᾶς, στοὺς φοιτητὲς ποὺ τὸν ἐπισκέφτηκαν ἀνήμερα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940.

«Αὐτὸ τὸν λόγο θὰ σᾶς πῶ…». Στὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς ὁ στρατιωτικὸς ἱερέας π. Δημήτριος Καλλίμαχος, ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν 5η Μεραρχία, στὸ βιβλίο τοῦ «Ἀθάνατη Ἑλλάς»,(1942) ὅπου ἀποτυπώνει τὶς ἐνθυμήσεις του, οἱ ὁποῖες «ἐγράφησαν εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπὸ τὴν βροντὴν τῶν τηλεβόλων, ὅταν οἱ θρυλικοὶ ἥρωες κατασυνέτριβαν τὸν προδοτικὸν ἐχθρὸν καὶ τὸν καταδίωκαν μὲ τὴν ξιφολόγχην ἕως τὰ παλαιά του σύνορα»-σύμφωνα μὲ τὸν πρόλογό του-στὴν σελίδα 83 διασώζει τὸ ἑξῆς περιστατικό.

«Μετὰ τὴν μάχην ἐγύρισα νὰ μεταβῶ πρὸς τὰ χειρουργεῖα, νὰ παρακολουθήσω τὸν βουβὸν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νὰ ἐπισκοπήσω συγχρόνως τὴν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρὸ ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπὸ τὰς ἀγριωτέρας πολεμικᾶς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων. Ἐνδιαφερόμην νὰ ὑπολογίσω τὸν ἀριθμὸ τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διὰ τοὺς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ μεριμνήσω πρὸς ταφὴν καὶ τέλεσιν τῶν νομίμων. Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὠμοίαζε πρὸς μακελλεῖον. Καὶ ὅταν ἀντικρυσα τὴν φρικιαστικὴν εἰκόνα καμένων σπαρτῶν καὶ ψημένων σωμάτων καὶ εἶδα σκοτωμένους μὲ τὴν λόγχην στὰ χέρια καὶ μὲ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τὸ πρόσωπον τὴν ψυχολογίαν τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τὰ χείλη, ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ’ Μεραρχίας ἐστάθη καὶ ἤκουσα νὰ ἀπαγγέλει:

Στοῦ Κιλκὶς τὴν ὁλόμαυρη ράχη

Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη

Μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια

Καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ

Γινωμένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια

Ποῦ ‘χᾶν μείνει στὴν ἔρημη γῆ».

Τὸ Εἰκοσιένα, τὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα τοῦ Παύλου Μελᾶ καὶ τῶν ἄλλων ἀντρειωμένων, τοὺς ἐνδόξους Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 12-13, τὸ θαῦμα τοῦ ’40, τὸν ἡρωισμὸ τῆς ΕΟΚΑ, ὅλα αὐτὰ τὰ ψηλώματα καὶ τὶς ἀετοράχες τῆς ἱστορίας μᾶς «φρόντισε» νὰ μπαζώσει ἡ ἱστοριογραφικὴ τσαρλατανιὰ καὶ «τὰ πολυχαϊδεμένα μᾶς ἀγόρια καὶ κορίτσια δὲν ἔμαθαν νὰ ξεχωρίζουν τὸ αἷμα ἀπὸ τὶς μπογιές».

Σὲ πόσες ἄραγε σχολικὲς τάξεις θὰ διδαχτεῖ τὸ ποίημα τοῦ Παλαμᾶ γιὰ τὸν Παῦλο Μελά; Μακάρι, ὅπως ἔγραφε ὁ σπουδαῖος Ν. Τριανταφυλλόπουλος, "νὰ μὴν τὸν ξεχάσουν ὅλοι καὶ νὰ ἀνάψουν κανὰ καντήλι γιὰ τὴν ψυχή του-γιὰ τὴ δική μας ψυχή, διορθώνω".

Δεν υπάρχουν σχόλια: