Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Οι επισκέψεις ενός Προτεστάντη πρώην Μάρτυρα τού Ιεχωβά σε δύο συγχρόνους αγίους


Ο Μιχάλης υπήρξε ένας από τούς πρώτους που εγκατέλειψαν τη Σκοπιά λόγω "αποστασίας" κατά το αποστατικό κίνημα τής δεκαετίας τού 1980 από τη Σκοπιά, και ένας από τούς πρώτους πρώην Μάρτυρες τού Ιεχωβά που εντάχθηκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία τότε. Υπήρξε μάλιστα δάσκαλος πολλών Μαρτύρων τού Ιεχωβά, στο δρόμο τους προς την Ορθοδοξία από τότε ως σήμερα. Ο λόγος δημοσίευσης τού αποσπάσματος αυτού, είναι να καταδειχθεί ο καταλυτικός ρόλος συγχρόνων αγίων Πατέρων πίσω από τη μεταστροφή εκατοντάδων Μαρτύρων τού Ιεχωβά στην Εκκλησία, καθώς έλαμψαν σαν φωστήρες με την αγιότητά τους, εκπλήσσοντας έμπρακτα τούς αλλοδόξους και οδηγώντας τους σε μετάνοια και αποδοχή τής αληθινής πίστης. Με αφορμή την πρόσφατη αγιοκατάταξη τού αγίου Πορφυρίου, το παρακάτω απόσπασμα είναι μία μικρή συμβολή για το διακριτικό ρόλο τών συγχρόνων γερόντων τής Ορθοδοξίας πίσω από τη σωτηρία πλήθους ανθρώπων.
Συνάντηση με τον άγιο Πορφύριο στον Ωρωπό

Μιχάλης: ...

Λοιπόν, τότε κάποια στιγμή, ο πατέρας μου, μου λέει: «Κοίταξε, με τόσους πας, ας πούμε. Να φωνάξουμε κι έναν Ορθόδοξο, να κάνετε μία συζήτηση; Μια συζήτηση!» Εγώ, βλέποντας ότι αδίκως, είχα κατα-ταλαιπωρήσει τόσο πολύ τους γονείς μου, ε, λέω: Ξεφτίλα αυτό! «Κανόνισε μία συνάντηση!». Λέει: «Θα είναι και ο Μηνάς ο Αναστασάκης», για τον οποίον είχα πάρα πολύ καλή άποψη, ήταν ένας άνθρωπος ήπιος, με σεβασμό στον συνομιλητή του…

Κανονίζουμε λοιπόν μια συνάντηση στο πατρικό μου, κι έρχεται σαν προσκεκλημένος και ο Σωτηρόπουλος. Κάνουμε λοιπόν μια συνάντηση εκεί, η οποία κράτησε 3,5 περίπου ώρες, μιλήσαμε για διάφορα θέματα. Συγκράτησα κάποια χωρία, αλλά βέβαια ήταν ανταλλαγή εδαφίων, εν είδει πετροπολέμου, ας πούμε!

 

Νίκος: Ναι, ναι! Σκόρπια που δεν βγάζεις νόημα στο τέλος!

 

Μιχάλης: Βέβαια, εγώ πήγα κι έλεγξα στο τέλος τα χωρία αυτά, δεν πίστευα όπως αντιλαμβάνεσαι, τα περί «ειδικής ιεροσύνης». Κάποια όμως από τα χωρία αυτά… Και το περί Τριάδος θέμα έτσι;

 

Νίκος: Δεν τα δεχόσουν αυτά.

 

Μιχάλης: Με τίποτα! Δεν δεχόμουνα πάρα πολλά Νίκο μου! Δηλαδή, δεν είχα «αποτοξινωθεί» από τις ψευδο-διδασκαλίες των ΜτΙ, και βέβαια και πολλές από τις Προτεσταντικές διδασκαλίες. Είδες, σου λέω, αισθανόμουνα πιο οικείο τον χώρο των Προτεσταντών. Διάβαζα βιβλία τους, διάβαζα σχολιολόγια, εκεί ανάμεσα.

Στο τέλος λοιπόν της συζήτησης, (καλή του ώρα), ο Σωτηρόπουλος μου λέει: «Αν μη τι άλλο, εμείς στην Ορθοδοξία έχουμε και Αγίους». Εγώ βέβαια, πίστευα πως οι άγιοι, είναι μια νομική (να το πω έτσι), έννοια, ένας νομικός όρος, και ότι όσοι ανήκουν στην Καινή Διαθήκη, ονομάζονται άγιοι. Αλλά απ’ την άλλη τη μεριά, ήξερα, (λόγω της παιδείας μου), με ποια έννοια το έλεγε, ο Θεολόγος αυτός, ο κος Σωτηρόπουλος, και του λέω: «-Μπορώ να γνωρίσω κανέναν τέτοιον;» Μου λέει: «-Βέβαια! Ένας μάλιστα (μου λέει), είναι κι εδώ κοντά!» Του λέω: «-Μπορείτε να μου κλείσετε ένα ραντεβού;» (γέλια). «-Δεν χρειάζεται (μου λέει) ραντεβού». Μου είπε κάποια περιοχή.

Έψαχνα, όπως σου είπα. Παρ’ όλο που είχα τις απόψεις μου και τις αντιλήψεις μου, εν τούτοις ήμουν ανοιχτός στα πράγματα. Γιατί πίστευα ότι δεν είχα βρει την αλήθεια. Κι όπως επίσης, θεωρούσα ότι παντού υπάρχουνε άνθρωποι του Θεού. Βέβαια, δεν θεωρούσα ότι υπάρχουν στην Ορθοδοξία, έτσι; (γέλια). (Άγιοι με την αντίληψη των Ορθοδόξων, έτσι;)

Πήγα λοιπόν εκεί, με σκοπό να πάω να τσακωθώ μαζί του, να του πω ότι: «Δεν ντρέπεστε, που οδηγείτε, ως ταγοί, τον κόσμο εδώ και τόσους αιώνες, στο σκοταδισμό και στην ειδωλολατρεία…» και όλα αυτά τα γνωστά…

 

Νίκος: Αυτά που λένε οι Προτεστάντες.

 

Μιχάλης: Ναι, ναι, ακριβώς!

Πήγα λοιπόν εκεί πέρα, ένα πρωινό, περίμενα απ’ έξω μέχρι να με δεχθεί, και προβληματιζόμουνα και πώς να τον προσφωνήσω, γιατί ναι μεν είχα μάθει ότι ο άνθρωπος αυτός ήτανε μεγάλης ηλικίας, (82 ετών), αλλά να τον πω: «πάτερ», δεν μου πήγαινε με τίποτα. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τον προσφωνήσω έτσι. Απ’ την άλλη τη μεριά, με τ’ όνομά του, δεν είχαμε την ίδια ηλικία, ούτε γνωριζόμασταν από παλιά για να έχω τέτοια οικειότητα…

 

Νίκος: Ή δεν μπορούσες γιατί ήταν ασυνήθιστο, δεν τον έλεγε άλλος έτσι…

 

Μιχάλης: Ναι, θα ‘ταν σαν να τον προσέβαλλα ας πούμε.

Λέω: «Θα σας πω γέροντα». Δεν ήξερα ότι υπάρχει αυτή η ορολογία. Αλλά λέω: «Γέροντας είναι πρεσβύτερος. Πρεσβύτεροι ήταν οι 70 Πρεσβύτεροι που είχαν ανέβει επάνω στο όρος μαζί με τον Μωυσή στην αρχή. Εδώ είναι και απ’ τη μια μεριά προσδιοριστικό της ηλικίας, από την άλλη μεριά, δεν τον προσβάλλω, εν πάση περιπτώσει».

 

Νίκος: Μόνος σου πήγες;

 

Μιχάλης: Δεν θυμάμαι να σου πω.

Περιμένοντας απ’ έξω, έκανα αυτές τις σκέψεις. Κι όπως σας είπα και προηγουμένως, σκεφτόμουνα να του επιτεθώ.

 

Νίκος: Οι δικοί σου το ξέρανε ότι θα πας τη συγκεκριμένη μέρα; Ή μόνος σου έτσι μια μέρα σηκώθηκες και πήγες;

 

Μιχάλης: Νομίζω το ξέρανε.

Μπαίνω λοιπόν μέσα, μου λέει: «Καλώς τον! Πώς σε λένε;» «-Μιχάλη», του λέω. «-Τι ήρθες (μου λέει) Μιχάλη; Αφού δεν πιστεύουμε το ίδιο πράγμα».

Εγώ άλλαξα «τον δίσκο» που λένε, τον έβαλα απ’ την άλλη μεριά. Του λέω: «-Γιατί δεν πιστεύουμε το ίδιο πράγμα;» Δηλαδή ενώ πήγα να του πω ότι πράγματι δεν πιστεύουμε το ίδιο πράγμα, όταν μου είπε έτσι, λέω, «θ’ αλλάξω πολιτική», ας πούμε. Και μου λέει ότι «δεν πιστεύουμε στον Χριστό με τον ίδιο τρόπο».

Μία ατμόσφαιρα πάρα πολύ οικεία, ένας άνθρωπος πάρα πολύ γλυκός, από τον οποίο ξεχείλιζε αγάπη και ειρήνη. Εμένα μου έφυγε η διάθεση η πολεμική, η επιθετική. Μπήκα σε μια διαδικασία, κι ο άνθρωπος αυτός, άρχισε να μου λέει με μια παρά πολύ μεγάλη απλότητα, (έτσι όπως μιλάμε τώρα), πράγματα που τα ήξερα μόνο εγώ. Ούτε και οι γονείς μου. Δηλαδή που ήξεραν ότι θα πήγαινα, δεν ήξεραν αυτά τα πράγματα. Γιατί ήτανε πράγματα προσωπικά, δικά μου.

Μου αποκάλυψε πάρα πολλά πράγματα. Και για μένα, και για τον αδελφό μου, που τότε υπηρετούσε στη Λήμνο.

 

Νίκος: Πράγματα που τα ‘ξερες;

 

Μιχάλης: Πράγματα που τα ‘ξερα και πράγματα που δεν τα ‘ξερα. Για την γυναίκα μου την Ελένη, τι χαρακτήρες είμαστε, εξέφρασε προβληματισμό και αναφέρθηκε στα παιδιά που θα κάνουμε, ενώ δεν είχα παιδιά ακόμα, και, να μην τα πολυλογώ, μου είπε πράγματα τα οποία ήτανε πολύ εντυπωσιακά, για μένα.

Εμένα τότε μου ήρθε στο μυαλό, να του αποσπάσω κάποια δήλωση, με ποιο τρόπο τα κάνει αυτά. Και μου ήρθε πάλι στο μυαλό, ότι «δεν δύναται κανείς να πει Κύριο τον Ιησού, ειμί εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄ Κορινθίους 12/ιβ: 3).

 

Νίκος: Το σύστημα διάκρισης της Γραφής.

 

Μιχάλης: Ναι, ναι!

Του λέω λοιπόν: «Εσείς από πού τα ξέρετε αυτά;» και ενώ ήτανε πολύ ταπεινός άνθρωπος, σ’ αυτό το σημείο ήταν πάρα πολύ σαφής. Μου λέει: «-Με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος». Κι άρχισε να μου μιλάει και για την Ορθοδοξία, μ’ έναν πολύ απλό και γλυκό τρόπο, και εν πλήρη ελευθερία, σεβόμενος δηλαδή την θέση και την ελευθερία μου, χωρίς να με καταπιέσει καθόλου, και μου λέει: «Τόσα διαβάζεις. Διάβασε και πώς ερμηνεύουν την Αγία Γραφή και οι δικοί μας Πατέρες της Εκκλησίας». Κι επίσης, μου μίλησε για τα θαύματα που γίνονται στην Ορθοδοξία, και μ’ έναν πάρα πολύ απλό και γλυκό τρόπο, μου λέει: «Είναι ωραία η πίστη μας». Και μού ‘πε και ένα σωρό άλλα πράγματα, μετά.

Υπ’ όψιν δε, ότι εγώ δεν του είχα ασπαστεί το χέρι, όπως είναι φυσικό, έτσι δεν είναι; Εδώ σας λέω, ότι δεν μπορούσα καν να τον αποκαλέσω «Πάτερ». Όση ώρα ήμουν εκεί, ένιωθα υπέροχα, έτσι όπως δεν είχα νιώσει πουθενά αλλού, και φεύγοντας, αντί να του ασπαστώ εγώ το χέρι, μου το ασπάστηκε εκείνος. (γέλια). 82 ετών! Κι εγώ τότε 27!

Φεύγοντας από εκεί, κατ’ αρχήν ένιωθα λες και βρισκόμουνα σε άλλο κόσμο, μου συνέβησαν και κάποιοι πειρασμοί, που θα έπρεπε κάτω από άλλες συνθήκες να με κάνουνε να εκνευριστώ, αλλά εγώ λες κι ήμουνα αλλού. Δεν καταλάβαινα τίποτα απ’ αυτά. Και ταυτόχρονα, (κάτι το οποίο το είπα σ’ όλους τους γνωστούς μου τότε...), λέω: «ξέρετε πόσο πολύ κόσμο έχω γνωρίσει. Και ανθρώπους που ήταν από απλοί άνθρωποι, που δεν έχουν κανένα επάγγελμα, ανεπάγγελτοι ας πούμε, που δεν έχουν καμία μόρφωση, μέχρι καθηγητές Πανεπιστημίου, ανθρώπους δηλαδή όλων των βαθμίδων και των τάξεων. Δεν έχω γνωρίσει (λέω) άλλον τέτοιον άνθρωπο, και αισθανόμουνα, ότι έχω μ’ εκείνον τέτοια διαφορά, όσο διαφέρω εγώ από έναν σκύλο». Πραγματικά αυτή είναι η κουβέντα που έλεγα σε όλους.

Υπ’ όψιν δε, ο μακαριστός ο γέροντας ο Πορφύριος, ήταν όπως είναι γνωστό, άνθρωπος που είχε τελειώσει και τη Δευτέρα Δημοτικού. Και τους έλεγα: «Πάμε, θα σας πάω εγώ, να τον γνωρίσετε. Θα σας πάω και θα σας φέρω. Μόνο να τον γνωρίσετε».

 

Νίκος: Πήγανε;

 

Μιχάλης: Δεν πήγε κανένας! Ούτε ένας!

 

Νίκος: Η προκατάληψη που λέγαμε.

 

Μιχάλης: Ούτε ένας! Μιλάμε με ανθρώπους με τους οποίους κάναμε έρευνα (υποτίθεται). Και ενώ ήξεραν. Δεν είναι, να πεις, ότι είχαν έναν άνθρωπο μπροστά τους, ο οποίος είτε δεν είχε κρίση, είτε ήταν εύπιστος, είτε ήταν προκατειλημμένος υπέρ της Ορθοδοξίας. Σε καμία περίπτωση! Κι όταν έφυγα απ’ τον γέροντα, πάλι δεν πίστευα ότι η Ορθοδοξία ήταν η σωστή πίστη.

 

Νίκος: Με τον Αγάπιο πάλι μετά από χρόνια τα είπατε, ε;

 

Μιχάλης: Ναι, ναι.

 

Νίκος: Όταν ήτανε πλέον κι αυτός Ορθόδοξος, με άλλο τρόπο.

 

Μιχάλης: Ναι, ναι, ναι. Δόξα τω Θεώ!

Λοιπόν. Πέρασε αυτό το πράγμα, εγώ επέμενα όπως σας είπα, κανένας δεν ακολούθησε, ο καθένας με τη δικαιολογία του, εν πάση περιπτώσει…

 

Επίσκεψη στον γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη

Νίκος: Και το θέμα του δόγματος; Το Τριαδικό και λοιπά πώς…

 

Μιχάλης: Κοίταξε να δεις. Σ’ εμένα ήτανε σε εκκρεμότητα και το ζήτημα της Στράτευσης. Οπότε, μετά από καιρό, λέω: «θα πάω επάνω στο Άγιον Όρος, ναι μεν μπορεί να μην πιστεύω στην Ορθοδοξία, αλλά όπως βρήκα έναν άνθρωπο τέτοιο, θα πάω να βρω και κανέναν ακόμα», ας πούμε. Και πράγματι, με τη Χάρη του Θεού, όταν ανέβηκα (να φανταστείτε), πάλι δεν είχα ξεπεράσει όλα αυτά τα θέματα, δηλαδή δεν μπορούσα να μπω σε Εκκλησία.

 

Νίκος: Πόσο καιρό μετά τη συνάντηση με γέροντα;

 

Μιχάλης: Δεν θυμάμαι. Δεν πρέπει να ήταν και πολλά χρόνια. Να ‘τανε κάνας χρόνος; Να ήτανε μήνες; Δεν θυμάμαι. Δεν μπορούσα να μπω σε Εκκλησία. Δεν εκφραζόμουνα, ούτε έλεγα «Πάτερ» στους Ιερείς εκεί ή στους μοναχούς, καθόλου,  τίποτα. Αλλά λέω: «Θα πάω να γνωρίσω κάποιον ακόμα. Δεν μπορεί να είναι μόνο ένας, ας πούμε». Και τότε με αξίωσε ο Θεός και γνώρισα τον γέροντα τον Παϊσιο.

 

Νίκος: Αααα! Πήγες και σ’ αυτόν!

 

Μιχάλης: Ναι, ναι!

 

Νίκος: Για πες μας λίγα λόγια και για τον Παϊσιο τότε, μια και το είπαμε κι αυτό.

 

Μιχάλης: Είχα πάει με άλλους δύο συμμαθητές μου από το σχολείο, οι οποίοι ψάχνονταν έτσι κι εκείνοι. Πήγαμε στο γέροντα, και όταν φτάσαμε κατ’ αρχήν πάνω στις Καρυές, και μέχρι να φτάσουμε εκεί στο κελί του στην Παναγούδα, είχε πάει Απόγευμα. Ήτανε τέλος Οκτωβρίου, και ψιλόριχνε βροχή. Καθίσαμε απ’ έξω, βρήκαμε κλειστά το κελί, είχε απ’ έξω ένα κουτάκι με λουκούμια, με ένα χαρτάκι που έγραφε: «πάρτε, είναι ευλογία», πήραμε το λουκουμάκι μας, περιμέναμε μήπως βγει ο γέροντας, είχαμε αρχίσει να απελπιζόμαστε, ψιλόριχνε, όπως είπα και προηγουμένως βροχή…

Κάποια στιγμή βλέπουμε το γέροντα και βγαίνει έξω. Και μάλιστα κρατούσε και τέσσερα βουτήματα. Δεν άργησε να περάσει από το μυαλό μου η σκέψη, (γιατί είχα ακούσει ότι λέγανε έτσι και γι’ αυτόν, ότι έχει χαρίσματα κ.τ.λπ.), ότι: «Τι σόι χαρισματικός είναι, αφού είμαστε τρεις και έχει τέσσερα βουτήματα;»

 

Νίκος: Πήγατε επί τούτου δηλαδή στο Γέροντα, γνωρίζοντας ότι είναι χαρισματικός;

 

Μιχάλης: Ναι, είχαμε ακούσει.

Όπως σου είπα, ένας από τους προβληματισμούς μου, ήτανε και το θέμα της Στράτευσης. Αν πρέπει να υπηρετούμε Στρατιωτική Θητεία, ή αν είναι λογική αυτή η αντίρρηση συνειδήσεως.

Λέει: «Τι θέλετε βρε παιδιά και έρχεστε και μου χαλάτε και τον ασύρματο;» Εννοούσε την Πνευματική του Επικοινωνία με την προσευχή με τον Θεό. Παίρνω εγώ έτσι το λόγο, και του λέω: «Μπας και φτιάξουμε λίγο το δικό μας» (γέλια). Μας είπε έτσι δυο – τρία λογάκια, και αφού πέρασαν έτσι 3-4 λεπτά, έρχεται και κάποιος μόνος του. Και του δίνει και το τέταρτο λοιπόν το βούτημα. Λέει: «Αφήστε με τώρα, και ελάτε αύριο».

Πράγματι λοιπόν, σηκωθήκαμε, φύγαμε, πήγαμε αρκετή ώρα δρόμο, και διανυκτερεύσαμε στην Iβήρων, και την την επομένη το πρωί πάλι πίσω, για να δούμε το γέροντα.

Είδε κάποιους, τον έναν από εμάς μάλιστα του οποίου είχε πεθάνει ο πατέρας, και δε φαινόταν ότι θα μας έβλεπε. Ήτανε και κάποιοι άλλοι επισκέπτες ας πούμε, δεν φαινόταν ότι θα μας έβλεπε. Λέει, «οι υπόλοιποι γράψτε τα ονόματά σας, για προσευχή».

Ξαφνικά εμάς, κάποια στιγμή μας φώναξε. Και μαζευτήκαμε μια παρέα, θα ‘τανε οι δυο μας από την παρέα, (γιατί τον τρίτο τον είχε δει κατ’ ιδίαν), και άλλοι τρεις τέσσερις. Άσχετοι μεταξύ μας, Άρχισε ο γέροντας να λέει διάφορα πράγματα, για την εποχή μας, είχε πει κάποια πράγματα για τον Αντίχριστο, και από την Αποκάλυψη, και βρήκα εγώ την ευκαιρία και την αφορμή, και τον ρώτησα κάτι για την Αποκάλυψη, την οποία τη διάβαζα έντονα, και τότε γυρνάει ο γέροντας και μου λέει ότι: «για να καταλάβει κανένας την Αποκάλυψη, πρέπει να έχει και την καθαρότητα του Ιωάννου». Και έκτοτε, δεν έκανα ούτε ερώτηση ποτέ βέβαια, ούτε καταπιάστηκα έτσι πιο έντονα με το βιβλίο αυτό της Αποκαλύψεως.

Εκεί που έκανε λοιπόν έναν μονόλογο ο γέροντας και έπιανε διάφορα θέματα, γυρνάει και προς εμένα, και με κοιτάζει, και άρχισε να αναπτύσσει το θέμα των Αντιρρησιών Συνειδήσεως. (γέλια). Χωρίς να έχω πει εγώ τίποτε. Έτσι!

Είπε διάφορα πράγματα, εν πάση περιπτώσει, τα οποία εμένα με εκάλυψαν πλήρως. Δηλαδή ήταν η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα που ήθελα να ακούσω. Και όπως την άρχισε την κουβέντα, χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα, έτσι την τελείωσε, πάλι πιάνοντας ένα άλλο θέμα, και ούτε να ρωτήσω, ούτε να απαντήσω. Έτσι, τίποτα. Έκανε έναν μονόλογο, και έπιανε διάφορα θέματα. Στο συγκεκριμένο θέμα, κατευθύνθηκε προς εμένα, χωρίς να το καταλάβουνε βέβαια οι υπόλοιποι, και απάντησε στο ζήτημα για το οποίο ήθελα να τον ρωτήσω.

Πήγαμε και σε άλλες μονές, πάλι κι εκεί, τρώγαμε, πίναμε, κοιμόμασταν, στην Εκκλησία δε μπαίναμε… τότε, τελευταία φτάσαμε στη Νέα Σκήτη, όπου τελικά γνώρισα τον νυν Ηγούμενο της Μονής Βατοπεδίου, ήταν από τη συνοδεία του γέροντα του Ιωσήφ, που τώρα (2008) είναι στη Μονή του Βατοπεδίου, όπου ήταν και ο τάφος, (έχει γίνει και παρεκκλήσιο), του γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού, και ήταν ο πατέρας Ευφραίμ, που τώρα είναι και Ηγούμενος του Βατοπεδίου. Ήθελα να δω τον γέροντα Ιωσήφ. Δεν ήταν. Ήταν εκτός Όρους. Κάναμε κάποιες συζητήσεις εκεί με τον νυν Ηγούμενο της Μονής Βατοπεδίου, και εκεί, στον τάφο του μακαριστού, του αγιασμένου γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού, ήταν που εξομολογήθηκα κιόλας για πρώτη φορά. Την επομένη μέρα, λειτουργηθήκαμε, (ήταν των Αγίων Αναργύρων, 1η Νοεμβρίου), και αμέσως μετά από τη Θεία Λειτουργία, φύγαμε, και επιστρέψαμε από το Άγιον Όρος.

Από τότε, με τη Χάρη του Θεού, σιγά – σιγά, αργότερα, (αρκετά αργότερα), έγινε το Χρίσμα, ο Γάμος, η Βάπτιση των παιδιών, (του Χάρη δηλαδή, δεν είχαμε τη Δήμητρα), και είχαμε πάει και στο γέροντα τον μακαριστό τον Πορφύριο, (είχα πάει και μ’ άλλους φίλους στο γέροντα τον Πορφύριο), όπου ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις να τους αποκαλύπτει μπροστά στα μάτια σου (ας πούμε), τη ζωή τους, πολλά απ’ αυτά τα πράγματα τα ήξερα εγώ, γιατί ήμασταν από μικροί μαζί, και ταυτόχρονα Νίκο μου, (και λέω έτσι και συγκλονίζομαι), να αισθάνεται κανένας, τη χαρά του Παραδείσου. Μια απόκοσμη κατάσταση. Μια χαρά και μια ειρήνη απέραντη και απερίγραπτη...

Δεν υπάρχουν σχόλια: