Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Λαϊκή παράδοση καί λαϊκισμός

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

.               «Ἔτσι τά βρήκαμε ἀπό τούς παλιούς». Ἡ κοινή αὐτή λαϊκή φράση ἐπιδέχεται διπλή ἀνάγνωση, ἀνάλογα μέ τή βιοθεωρία τοῦ ἀποδέκτη. Γιά ἄλλους καταφάσκει τή συμμετοχή σ’ ἕνα δοκιμασμένο σύστημα ἀξιῶν, πού ἐγγυᾶται τή συνοχή τῆς κοινότητας, γιά ἄλλους δηλώνει μιάν ἀντίληψη παρωχημένη, ἀνασχετική τῆς προόδου. Τίθεται ἔτσι τό ζήτημα τῆς ἀντίθεσης ἀνάμεσα στό παραδοσιακό καί τό νεωτεριστικό, τό «συντηρητικό» καί τό «προοδευτικό».
.               Τά εἰσαγωγικά ἐδῶ δέν μπῆκαν τυχαῖα. Ζοῦμε σέ ἐποχή σύγχυσης, παραπληροφόρησης καί σκοπιμοτήτων, ὅπου οἱ ἔννοιες προβάλλονται κατά τό δοκοῦν, εὐφημίζουν ἀλλότριες ἐπιδιώξεις. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή λαϊκή μας παράδοση, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἀπαξιώθηκε ἐπί μακρόν ἀπό τό νεοελληνικό κράτος, σήμερα ὑμνολογεῖται. Ἁρμόδιοι καί ἀναρμόδιοι ἀναφέρονται σ’ αὐτήν κατά κόρον ὀργανώνουν ἐκδηλώσεις καί ἀναβιώσεις ἐθίμων, ἐκφωνοῦν λογύδρια γιά «ἐπιστροφή στίς ρίζες», χτίζουν «παραδοσιακές κατοικίες», παράγουν «προϊόντα παραδοσιακῆς διατροφῆς», πουλοῦν «ἔργα λαϊκῆς τέχνης».
.               Θά νόμιζε κανείς ὅτι ἕνας ἄνεμος αὐτογνωσίας ἔπνευσε αἴφνης στό λαό μας, πού ξαναβρῆκε τό πρόσωπό του στήν ἑλληνική παράδοση. Θά τό νόμιζε, ἄν τήν ἴδια στιγμή δέν ἔβλεπε τίς ἀξίες νά ποδοπατοῦνται, τήν πίστη νά χλευάζεται, τήν οἰκογένεια νά περιθωριοποιεῖται, τή γλώσσα νά συρρικνώνεται, τήν ἱστορία νά λησμονεῖται· ἄν δέν κατακλυζόταν ἀπό ρυθμούς μέταλ καί ράπ, ἀπό ξενόγλωσσες πινακίδες καί ξενόγλωσσους τίτλους ἐντύπων, ἀπό ἀτομισμό καί κακογουστιά, ἀπό τό δυτικότροπο «lifestyle». Τότε χάνεται μεμιᾶς κάθε ψευδαίσθηση καί τό λαϊκό ἀποδεικνύεται λαϊκιστικό, τό παραδοσιακό παραδίδεται ἄνευ ὅρων. Τή σύγχυση ἐπιτείνει ἡ (κατευθυνόμενη) ἄγνοια. Ὡς Ἕλληνες ἀγνοοῦμε τίς ἀφετηρίες μας, τά συστατικά στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ μας, καί ὅταν ἀγνοεῖς τήν ἀρχή ἀγνοεῖς καί τό τέλος, τό σκοπὸ δηλαδή τῆς διαδρομῆς σου.
.               Σέ τί συνίσταται ὅμως ἡ λαϊκή παράδοση ἤ ἀλλιῶς ὁ λαϊκός πολιτισμός; Πρόκειται γιά ἕνα ὁλικό πολιτισμικό σύστημα, ἀναγόμενο ἀφετηριακά στήν ὑστεροβυζαντινή περίοδο καί διαμορφωμένο στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁλικό σημαίνει ὅτι ἁπλώνεται σέ ὅλους τούς τομεῖς τοῦ ἀνθρώπινου βίου –ὑλικοτεχνικούς, κοινωνικούς, οἰκονομικούς, θρησκευτικούς, ἰδεολογικούς– καί σύστημα ὅτι οἱ τομεῖς αὐτοί λειτουργοῦν σέ ἀλληλεξάρτηση. Εἶναι ἡ ρωμαίικη παράδοση, ἡ «πονεμένη Ρωμιοσύνη» τοῦ Φώτη Κόντογλου, αὐτή πού διέσωσε τό ὑπόδουλο Γένος καί παιδαγώγησε τό λαό μας, σέ συνθῆκες ἐξαιρετικά δύσκολες, μέ τό ὀρθόδοξο ἑλληνικό ἦθος.
.               Ὅμως ἡ λαϊκή παράδοση πηγαίνει πιό βαθιά στό χρόνο καί πιό πλατιά στό χῶρο. Παράδοση δέν σημαίνει στατικότητα, ἀκινησία· τό ἀντίθετο. Ἄν καί κινεῖται σέ ἀργό ρυθμό, μέ ἀντιστάσεις, ἔχει χαρακτήρα δυναμικό, ἐπιλέγει ποικίλα πολιτισμικά στοιχεῖα καί τά ἀφομοιώνει δημιουργικά. Κάθε παράδοση, λοιπόν, ἐμπεριέχει ἐπαναξιολογημένες προγενέστερες ἤ καί παράλληλες μ’ αὐτήν παραδόσεις. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική παράδοση πέρασε στό Χριστιανισμό μεταφέροντας καί ἀρκετά ἐπιβιώματα τῶν πρό αὐτῆς πρωτογενῶν δοξασιῶν. Ἀφομοιώθηκε ὀργανικά, ἔτσι ὥστε νά μήν ὑφίσταται πλέον ὡς αὐτοτελές ἀξιακό σύστημα, ἐπηρέασε ὅμως τή χριστιανική σκέψη. Τά ἔργα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ποιητῶν της διασώθηκαν ἀπό τούς ἀντιγραφεῖς καλόγερους τῶν μοναστηριῶν. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στήριξαν καί ἐνσωμάτωσαν στό ἔργο τους τή φιλοσοφία, ὅπου αὐτή δέν ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τό χριστιανικό πνεῦμα. Ἡ βυζαντινή ἀνατολική παράδοση δέχτηκε κατά τή διαδρομή της ἐπιρροές ἀνατολικές, δυτικές, ἰσλαμικές. Σ’ αὐτές θά προστεθοῦν ἀργότερα νεότερες ἐπιδράσεις ἀπό τήν Ἀναγέννηση, τό Διαφωτισμό, τό Μπαρόκ, τό Νεοκλασικισμό, τόσο σέ ἐπίπεδο κοινωνικό καί τεχνολογικό ὅσο καί σέ ἐπίπεδο ἰδεολογίας. Εἶχε ὅμως τή δύναμη καί τό χρόνο νά τίς ἀφομοιώσει.
.               Ἐδῶ θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε τή διάκριση ἀνάμεσα στήν ἐπίσημη καί τή λαϊκή θρησκεία, ἀνάμεσα δηλαδή στήν ἐκκλησιαστική καί τή λαϊκή παράδοση. Ἡ πρώτη ἐκφράζει τή θέση τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικυρωμένη ἀπό τίς ἱερές συνόδους καί τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἡ δεύτερη εἰσάγει σ’ αὐτήν δοξασίες καί πρακτικές συχνά ἀναγόμενες σέ προϊστορικούς χρόνους ἤ δημιουργημένες ἀπό πρακτικές ἀνάγκες καί φόβους. Ὡστόσο δέν πρόκειται γιά δύο στεγανούς καί ἀσύμπτωτους χώρους ἀλλά γιά ἀλληλεπιχώρηση. Ἡ νεοελληνική λαϊκή παράδοση εἶναι σαφῶς χριστιανική, καταυγάζεται ἀπό τό ἦθος καί τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μόνο μέσα στό πνεῦμα αὐτό νοοῦνται ἀπό τό λαό οἱ «παγανιστικές» παρεμβολές, ὡς ἐθιμικές πράξεις σύμφυτες πάντως καί ἀναπόσπαστες. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία δέχτηκε ἀπό νωρίς «κατ’ οἰκονομίαν» πίστεις καί συμπεριφορές τῆς λαϊκῆς θρησκείας, προχωρώντας, ὅπου δέν μποροῦσε νά τίς ἐξαλείψει εἴτε σέ ἀντικατάσταση (ὅπως ἡ τοποθέτηση στίς 25 Δεκεμβρίου τῆς γεννήσεως τοῦ «ἡλίου τῆς δικαιοσύνης» Χριστοῦ, ἀντί ἐκείνης τοῦ «ἀηττήτου ἡλίου» Μίθρα), εἴτε σέ μετασήμανση (ὅπως ἡ ὑπό πνευματικό ἔνδυμα ἀποδοχή τῆς προχριστιανικῆς ἀφιερωτικῆς πρακτικῆς δοῦναι καί λαβεῖν).
.               Ἄν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία δέν ἀπεμπόλησε τέτοιες ἐπιδράσεις ἀπό τή λαϊκή παράδοση, πῶς θά μποροῦσε σήμερα νά ἐξοβελιστεῖ κάθε λαϊκή ἐκδήλωση ἀπό τή νεοελληνική θρησκευτική συμπεριφορά, ὅπως ὁρισμένοι ζηλωτές ὑποστηρίζουν; Μιά τέτοια προτεσταντικοῦ τύπου «καθαρότητα» καταργεῖ ὄχι μόνο τήν πολιτισμική μας ταυτότητα ἀλλά καί τή δυνατότητα προσέγγισης τοῦ θείου γιά ὅσους δέν μποροῦν νά τραφοῦν μέ «στερεά τροφή», ὁδηγοῦνται ὅμως στήν ἀλήθεια μέσ’ ἀπό τή λαϊκή εὐλάβεια. Καί τό ἀντίστροφο: ἐπιδιώξεις τοῦ συρμοῦ νά ἀποκοπεῖ ἡ λαϊκή μας παράδοση ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι ἀπό ἀφελεῖς ἕως ὕποπτες. Ἐπιλεκτική προβολή ἀποϊερωμένων ὄψεων πλήττουν τήν ἰδιοσυστασία της· δέν εἶναι παρά λαϊκισμός, τουριστική φιέστα.
.               Ἡ λαϊκή παράδοση ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ νεοελληνικοῦ προσώπου, ὄχι ὅμως τό ὅλον. Συνυπάρχει καί συνεκφέρεται μέ ἄλλες ὄψεις πολιτισμοῦ, πού ἐπίσης συνιστοῦν ἐπιμέρους παραδόσεις: τήν ἐκκλησιαστική καί τή λόγια. Ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση ἔρχεται ἀπό τή μεσαιωνική ὀρθόδοξη αὐτοκρατορία μας, τούς Πατέρες καί τούς μοναχούς, ἀπό τήν πονεμένη Ρωμιοσύνη τῆς Τουρκοκρατίας, τούς ἡσυχαστές, τούς φιλοκαλικούς (πού χλευαστικά τούς ὀνόμασαν «Κολλυβάδες»), τούς νεομάρτυρες, τόν Φλαμιάτο καί τόν Παπουλάκο. Ἡ λόγια παράδοση συνενώνει τούς ὁραματιστές διδασκάλους τοῦ Γένους, τό κρητικό θέατρο, τό νεοελληνικό Διαφωτισμό, τή νεοελληνική λογοτεχνία καί τέχνη. Ἀξίζει μάλιστα νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ὁ Διαφωτισμός στήν Ἑλλάδα, παρά τό δυτικό προσανατολισμό του, δέν ἀπεκδύθηκε οὔτε τόν πατριωτικό οὔτε τό χριστιανικό χαρακτήρα του καί ἐν πολλοῖς ἀποδέχτηκε τή λαϊκή παράδοση, πλήν τῶν δεισιδαιμονιῶν, ὅπως ἔδειξε ὁ καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής.
.               Οἱ τρεῖς αὐτές παραδόσεις –ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ λαϊκή καί ἡ λόγια– διαμόρφωσαν τήν ἑλληνική παράδοση, πολυδιάστατη, μέ ἐπιμέρους διαφοροποιήσεις καί ἀντιθέσεις, συνθεμένη ὅμως σέ ἑνιαῖο χαρακτήρα, αὐτόν τοῦ Ρωμιοῦ, τοῦ παραδοσιακοῦ ἀνθρώπου, μέ τέσσερα κύρια χαρακτηριστικά: (α) τό βιωματικό στοιχεῖο, (β) τό κοινοβιακό-κοινοτικό πνεῦμα, (γ) τό σεβασμό τῆς κτίσεως καί (δ) τήν οἰκουμενικότητα.

πηγή: Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη» τ. 19, (Σεπτ.- Ὀκτ. 2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια: