Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος!





µήνας Μάϊος εναι µήνας το χρόνου πού περικλείει µέσα του τήν ρχή καί τό τέλος µις ατοκρατορίας, τήν δρυση καί τήν πτώση τς ραιότερης, πλουσιότερης καί λαµπρότερης πόλης πού πρξε ποτέ στόν κόσµο. Μις πόλης πού νοµάστηκε πό τούς ταξιδιτες πού θαµπώθηκαν πό τή δόξα καί τήν µορφιά της, Πόλη τν πόλεων. Μις πόλης πού ξεπέρασε σέ δύναµη τή θρυλική Βαβυλώνα, σέ πολυτέλεια τήν παραµυθένια Βαγδάτη, σέ πλοτο τή Δαµασκό µέ τίς χρυσές πύλες της.
Μάϊο (11 Μαΐου το 330) γιναν τά γκαίνιά της. Μάϊο (21 Μαΐου το 337) «κοιµήθη ν Κυρί» πρτος βασιλιάς  καί δρυτής της, Μάϊο πέθανε, παίρνοντας µαζί της στό θάνατο καί στό θρύλο τόν τελευταο βασιλιά της, χτώ µέρες µετά τή γιορτή του πού ταν καί γιορτή το πρώτου βασιλιά της.
Χίλια κατόν εκοσι τρία γήινα χρόνια µετά πό τή χρονιά πού πρτος καί µεγάλος γιος βασιλιάς Κωνσταντνος δωσε ζωή στήν Πόλη του, φησε τό θρόνο του –πού κέρδισε µέ τό παραπάνω– στήν αωνιότητα καί κατέβηκε νά συµπαρασταθε στόν συνονόµατό του βασιλιά καί νά τόν βοηθήσει νά µήν παραδώσει τήν Πόλη τους, σο εχε κόµα ναπνοή στό σµα του. Κατέβηκε γιά νά τόν πάρει µαζί του προτο «ο βάρβαροι διαβον». Κατέβηκε γιά νά γίνει κενος µεσίτης στό Θεό γιά τίς µαρτίες το τελευταίου συνονόµατου βασιλιά τς Πόλης πού εχε τό νοµα καί τν δύο τους. Γιατί, κτός πό τό νοµα, εχαν ο δυό τους καί πολλά λλα κοινά γνωρίσµατα.
Πρτα-πρτα, ζησαν καί ο δύο σέ παρόµοιες ποχές. Σέ ποχές πού σήµαιναν να τέλος καί µία ρχή. πρτος ζησε στήν ποχή πού παντοδύναµη ατοκρατορία τς Ρώµης πρεπε νά πέσει. Γιατί εχε ρθει ρα της νά πέσει. Γιατί τό θελε νά πέσει. Γιατί εχε κουραστε νά πολεµάει βαρβάρους καί εχε φεθε νά ξοµοιωθε µέ ατούς. Γιατί εχε ξεχάσει τίς ρετές πού τήν εχαν κάνει µεγάλη καί σχυρή καί εχε φήσει τήν δικία καί τό χυµένο θο αµα νά γίνει βρόχος πού θά φερνε τό τέλος. Γιατί εχε φήσει τούς πατρογονικούς θεούς της γιά νά φέρει ξένους σκοτεινούς καί γριους βαρβαρικούς θεούς, γνοντας καί σταυρώνοντας τόν Θεό πού γινε νθρωπος.
Τότε, βρέθηκε νας νεαρός µέ να παράξενο νοµα πού πρτος ατός πρε, νας νεαρός πού µεγάλωσε µέ τήν πειλή τς δολοφονίας του νά σκιάζει λες τίς µέρες τς ζως του. Κι ατός φανής καί πειρος καί κυνηγηµένος νεαρός ρνήθηκε νά συµπράξει µέ τό θάνατο τς ποχς του καί νοιξε τό νο καί τήν ψυχή του στό µόνο Θάνατο πού φερε τήν νάσταση στό νθρώπινο γένος. Γι’ ατό καί µπόρεσε κι κενος, πό τό θάνατο το κόσµου του, νά χτίσει τήν νάσταση νός νέου κόσµου. Καί, πό τήν πτώση τς Παλαις Ρώµης, δωσε στόν κόσµο τή γέννηση τς Νέας Ρώµης.
Χίλια κατόν εκοσι τρία χρόνια µετά, κι φο εχαν πάρξει λλοι δέκα συνονόµατοι βασιλιάδες µεταξύ τους – καθένας µέ τά λάθη του, καθένας µέ τίς µαρτίες του– ρθε νά καθήσει στό θρόνο το πρώτου πρτος µετά τούς δέκα, νδέκατος Κωνσταντνος. ρθε κι ατός σέ µία ποχή πού σήµαινε να τέλος καί µία ρχή. ρθε τήν ρα πού Νέα Ρώµη εχε γεράσει κι ατή σάν τήν παλαιά καί πρεπε νά πέσει. Γιατί εχε ρθει ρα της νά πέσει. Γιατί τό θελε νά πέσει. Γιατί εχε κουραστε νά πολεµάει βαρβάρους καί εχε φεθε νά ξοµοιωθε µέ ατούς. Γιατί εχε ξεχάσει τόν πρτο βασιλιά πού τήν χτισε καί τίς ρετές πού τς δωσε. Γιατί εχε ρνηθε τό Θεό πού τήν κράτησε καί τήν κανε µεγάλη. Γιατί, στή θέση τν γίων βασιλιάδων, θρεψε προδότες σάν τόν λέξιο πού νοιξε τή θύρα στούς Σταυροφόρους γιά νά κερδίσει τό θρόνο το πατέρα του, κι ντί νά πάρει τό θρόνο παρέδωσε τήν Πόλη πού δέν το νκε, δέν ταν δική του νά τή δώσει, στούς βαρβάρους πού τήν κατασπάραξαν, τή βίασαν, τή λεηλάτησαν µέ τέτοιο µσος, πού θύµιζε τόν φανισµό τς Τροίας!




Σέ ατούς τούς καιρούς ρθε τελευταος, µετά τόν πρτο, βασιλιάς Κωνσταντνος. Κι ατός κυνηγηµένος πό χθρούς καί «φίλους» πως πρτος, κι ατός µεγάλος γιά τούς µικρούς πού τόν περιστοίχιζαν, κι ατός χοντας µητέρα µία λένη, πού γιότητά της τόν σκέπαζε καί τόν βοηθοσε χωρίς νά φαίνεται.
Εχε κι ατός πολλά κοινά στοιχεα στό χαρακτρα του µέ τόν πρτο. Εχε κοινή τήν εφυΐα, τήν κανότητα νά βλέπει µακριά, τήν γενναιότητα νά πέφτει πρτος στή µάχη χωρίς νά νοιάζεται γιά τόν αυτό του. Θά µποροσε νά γίνει κι ατός πρτος γιά µία νέα γενεά. Δέν γινε µως. Γιατί, ντίθετα πό τόν πρτο, κανε τό λάθος νά µήν νοίξει τό νο καί τήν καρδιά του στό µόνο Θάνατο πού φέρνει τήν νάσταση. πηρεασµένος µλλον πό τίς πόψεις το µεγάλου του δερφο -µέ τό µόνο πού τόν δενε µοιβαία κτίµηση καί γάπη καί τόν ποο διαδέχτηκε- στρεψε τήν λπίδα του στούς λαούς πού µόνο κακό εχαν κάνει στήν ατοκρατορία. Δείχνοντας τήν δια φροσύνη µέ τόν λέξιο, νόµισε τι Δύση θά θεωρήσει ποχρέωσή της νά βοηθήσει τούς χριστιανούς πού κινδύνευαν πό τούς λλόθρησκους βαρβάρους. Καί φερε στήν γία Σοφία σάν λειτουργούς, ατούς πού δέν εχαν διστάσει λίγα χρόνια πρίν νά βεβηλώσουν τήν χρυσή γία Τράπεζα –τόν τόπο πού εχαν Λειτουργήσει τόσοι καί τόσοι γιοι– µέ ργια πού νατριχιάζει κανείς νά τά διαβάζει καί µετά νά τεµαχίσουν τό χρυσό της γιά νά τόν πάρουν λάφυρο στίς πατρίδες τους, πού δέν εχαν δε οτε στά πιό τρελά νειρά τους τέτοιο πλοτο…
Εναι νά πορε κανείς πς ντεξε τόσο γαθή καί γενναία καρδιά του νά λπίσει σ’ ατούς πού κατέστρεψαν καί βεβήλωσαν τούς τάφους τν παλιν βασιλιάδων τς ατοκρατορίας του, κόµη καί τόν τάφο το πρώτου Κωνσταντίνου καί τς µητέρας του, στό ναό τν γίων ποστόλων. Ατούς πού ξέθαψαν τόν µεγάλο πολεµιστή καί βασιλιά, τόν Βασίλειο –ατόν πού ζήτησε νά ταφε στό βδοµο ντί γιά τούς γίους ποστόλους, γιά νά κούει καί πό τόν τάφο του τό βµα τν στρατν πού καναν παρελάσεις καί γυµνάσια, ατο πού τόν τρεµαν καί νεκρό ο χθροί του- καί βαλαν στό στόµα το σκελετο του να καλάµι σάν ψεύτικη φλογέρα γιά νά τόν µπαίξουν.
Εναι δυνατόν εφυής καί δυνατός νος του νά µήν ποψιαζόταν τι τό βαθύ καί καταλυτικό µσος καί φθόνος τν λαν τς Δύσης δέν µαλακώνουν µέ τίποτα καί νά λπίζει κάτι καλό πό ατούς; Δέν κατάλαβε τι δέν ταν τυχαο τό τι πρτος γιος Κωνσταντνος, παρ’ λο πού στέφθηκε στό York τς Βρετανίας, στράφηκε στήν νατολή καί δέν θελε οτε γιά πίσκεψη νά πάει στή Ρώµη! Δέν εδε τι, µπορε Δύση νά κυνήγησε καί νά ξόντωσε τούς λύκους πό τά δάση της καί τά βουνά της –στίς µέρες µας φτιαξαν τεράστιους ατοκινητόδροµους κε πού κάποτε κυνηγοσαν ο λύκοι– χουν πάρει µως ο διοι µέχρι καί σήµερα τή θέση τν λύκων, δείχνοντας τήν δια ρπαχτικότητα καί γριότητα καί τήν δίσταχτη λλειψη λέους.
Πάντως, πως καί νά χουν τά πράγµατα, ποια λάθη κι ν κανε, δέν ντρόπιασε τελευταος βασιλιάς τό νοµα το πρώτου. Στό τέλος µειναν ο µοιότητες, χι ο διαφορές. Γι’ ατό µποροµε νά παναλάβουµε κι µες µαζί µέ τόν Καρυωτάκη:
…κι πεσεν χάµου Τρανός! Θρηνστε τό χαµό του
Μά µή! Σέ τέτοιο θάνατο θρνος δέν ταιριάζει!
                                                                        Νινέττα Βολουδάκη
                          «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Τεχος 141
                         Μάϊος 2014



Δεν υπάρχουν σχόλια: